Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

ΦΙΛΑΛΗΘΗΣ ΕΞΙΣΤΟΡΗΣΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΚΤΗΣΗΣ ΤΟΥ ΠΕΡΟΥ

Γράφει η Άννεκε Ιωαννάτου //

ΦΙΛΑΛΗΘΗΣ ΕΞΙΣΤΟΡΗΣΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΚΤΗΣΗΣ ΤΟΥ ΠΕΡΟΥ
Φρανθίσκο Λόπεθ ντε Χερέθ
ΕΞΙΣΤΟΡΗΣΗ ΤΩΝ ΜΥΘΩΝ ΚΑΙ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΚΩΝ ΤΩΝ ΙΝΚΑΣ
Κριστόμπαλ ντε Μολίνα

Εισαγωγή-Μετάφραση-Σχόλια: Ντίνας Σώτηρα
Εκδόσεις «Στοχαστής»

«Με στόχο την δόξαν του Θεού και κυρίαρχου Κυρίου ημών, και την τιμήν και υπηρεσία προς την καθολική και καισαρική μεγαλειότητα, ευφροσύνη διά τους πιστούς και τρόμος διά τους απίστους, τέλος δε, θαυμασμόν όλων των ανθρώπων και χάρη στη θεία Πρόνοια και την καλοτυχία του Καίσαρος καθώς και τη σωφροσύνη, τις προσπάθειες και τη στρατιωτική πειθαρχία και τα επίπονα και επικίνδυνα θαλάσσια ταξίδια και τις μάχες των Ισπανών, υπηκόων του αήτηττου Καρόλου, Αυτοκράτορα της ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και φυσικού μας Βασιλέα και κυρίου, την εξιστόρηση ετούτη σκέφτηκα να γράψω και να αποστείλω στην μεγαλειότητά σας διά να ενημερωθούν όλοι διά τα προαναφερθέντα, προς δόξαν του Θεού. Διότι, βοηθούμενοι υπό της θείας χειρός του ανεδείχθησαν νικητές και οδήγησαν πλήθος λαών στην αγία και καθολική μας πίστη. Και προς τιμήν του Καίσαρος ημών, λόγω της μεγάλης του δύναμης και της καλοτυχίας του, στην εποχή του διαδραματίζονται τοιαύτα καθέκαστα. Και προς ευφροσύνην των πιστών, διότι προς χάριν τους τόσες και τέτοιες μάχες κερδήθηκαν και τόσες επαρχίες ανακαλύφθηκαν και κατακτήθηκαν. Και τόσα πλούτη προσκομίστηκαν διά τον βασιλέα τους, τα βασίλειά του και δι’ αυτούς τους ίδιους. Και θα ‘χουν να λένε πως οι χριστιανοί έσπειραν τον τρόμο στους απίστους και εκέρδισαν τον θαυμασμό όλων των ανθρώπων. Διότι, πότε πραγματοποιήθηκαν στους αρχαίους ή στους σύγχρονους χρόνους κατορθώματα τόσο τρανά τόσων λιγοστών ανθρώπων ενάντια σε τόσους πολλούς, σε τέτοια κλίματα, κάτω από τέτοιους ουρανούς και σε τέτοιους θαλάσσιους κόλπους και αποστάσεις της γης πηγαίνοντας να κατακτήσουν όσα δεν είχανε ποτέ τους δει ούτε και γνωρίσει; Και ποιος μπορεί να συγκριθεί με τους Ισπανούς; Όχι βέβαια οι Εβραίοι, οι Έλληνες μήτε και οι Ρωμαίοι, για τους οποίους συνηθίζεται να γράφεται περισσότερο απ’ όλους» (σελ. 51, υπογράμμιση δική μου, Α.Ι.)

Έτσι αρχίζει τη «φιλαλήθη εξιστόρησή» του ο Φρανθίσκο Λόπεθ ντε Χερέθ στο ως άνω βιβλίο.

Περού, η χίμαιρα που έγινε πραγματικότητα

Του Περού αρχικά οι Ισπανοί υποψιάζονταν μονάχα την ύπαρξή του που αποτελούσε στον νεοϊδρυθέντα (το 1519) Παναμά θέμα συζήτησης των Ισπανών που είχαν εγκατασταθεί εκεί στον ισθμό, όπως διαβάζουμε στην εξαιρετικά λεπτομερή κατατοπιστική εισαγωγή, και που είχαν δώσει όνομα σ’ αυτή την άγνωστη χώρα προτού τη γνωρίσουν. Λεγόταν ότι υπάρχει μια χώρα «εύφορη και πεδινή» προς Νότο και κάποιοι κονκισταδόρες έλπιζαν να επαναλάβουν αυτό που είχε κάνει ο Ερνάν Κορτές στο Μεξικό. Τελικά η κατάκτηση του Περού επεκτείνει τα σύνορα του «Νέου Κόσμου», τα παράλια του Ειρηνικού εξερευνώνται περαιτέρω δίνοντας νέα ώθηση στον εξισπανισμό της Νότιας Αμερικής. Σε τριάντα χρόνια από την κατάκτηση του Περού κατακτήθηκε περίπου όλη η Νότια Αμερική.

H σε ιστορικό υλικό πλούσια εισαγωγή της μεταφράστριας δίνει μια σύντομη και μεστή παρουσίαση της ανάπτυξης του προϊσπανικού πολιτισμού στο Περού εστιάζοντας στη δομή του κοινωνικού και πολιτικού συστήματος, τη διοικητική και οικονομική οργάνωση, τη στρατιωτική οργάνωση, καθώς και στις θεότητες και την κοσμολογία των Ίνκας. Στο τρίτο κεφάλαιο της εισαγωγής μαθαίνει ο αναγνώστης για τη ζωή του συγγραφέα Φρανθίσκο Λόπεθ ντε Χερέθ (γεννημένος το 1497 στη Σεβίλλη) και το έργο του. Λίγα πράγματα είναι γνωστά για το συγγραφέα ο οποίος, σύμφωνα με την εισαγωγή, μοιάζει να κάνει τα πάντα για να παρουσιάζεται απλώς και μόνο ως γραφέας του κονκισταδόρα Δον Φρανθίσκο Πιθάρο. Στη σύντομη εξιστόρηση της κατάκτησης του Περού συμμετείχε ο Χερέθ με αυτή την ιδιότητα χωρίς να κερδίσει, ωστόσο, με το έργο του μια περίοπτη θέση ανάμεσα στους μεγάλους συγγραφείς που έγραψαν για τις «Δυτικές Ινδίες» το λεγόμενο ισπανικό Χρυσό Αιώνα. Η Φιλαλήθης Εξιστόρηση έχει θεωρηθεί από αξιόπιστους ιστορικούς ως ένα από τα σημαντικότερα κείμενα για την ανακάλυψη και κατάκτηση του Περού από τον Φρανθίσκο Πιθάρο, παρ’ όλο που δεν ήταν το πρώτο κείμενο. Αποτέλεσε, όμως, πλούσια πηγή πληροφοριών και στοιχείων για όλες τις ιστορίες των Δυτικών Ινδιών του 16ου και του 17ου αιώνα και έζησε πολλές ανατυπώσεις και επανεκδόσεις με ανανεωμένο ενδιαφέρον το 19ο αιώνα, όταν ο Ενρίκε ντε Βέδια συμπεριέλαβε την εξιστόρηση στη σειρά «Πρώτοι Ιστοριογράφοι των Ινδιών», μια σειρά με μεγάλη επιτυχία. Η φιλαλήθεια του Ντε Χερέθ περιορίζεται, όμως, στην πεντακάθαρη τοποθέτησή του υπέρ της εκστρατείας του Πιθάρο του οποίου, στο κάτω κάτω της γραφής ήταν γραφέας. Απολογητής των πράξεων του Πιθάρο με έντονους τόνους χριστιανικής θρησκοληψίας δικαιολογεί τους Ισπανούς, καλούς χριστιανούς που βάζουν σε κίνδυνο τη ζωή τους για το καλό των ντόπιων πρωτόγονων βαρβάρων.  Αναγκάζονται να χρησιμοποιήσουν τα όπλα ενάντια στους «άγριους», όταν αυτοί εξεγείρονται. Γνωστή και παμπάλαια συνταγή. Πάντα οι κατακτητές δικαιολογούσαν έτσι τις πράξεις τους. Δεν λέει τίποτα για τις σφαγές, για τον αφανισμό των ιθαγενών και την καταλήστευσή τους. Όμως, ο Ντε Χερέθ έχει ενσωματώσει κάποια στοιχεία για τον πολιτισμό των Ίνκας –αναπτύχθηκε από τα νότια της σημερινής Κολομβίας μέχρι την Κεντρική Χιλή και από την ακτή του Ειρηνικού μέχρι τη ζώνη των τροπικών δασών του Αμαζονίου – που, προφανώς δεν έμειναν απαρατήρητα, όπως η τελειότητα των δρόμων και των κτιρίων, ο τρόπος που δούλευαν το χρυσό και το ασήμι, το οργανωτικό και πολιτικό επίπεδο κλπ. Στοιχεία που αντικρούουν το μύθο της κατωτερότητας και που γι’ αυτό το λόγο έπρεπε να μείνουν κρυμμένα για το αναγνωστικό κοινό στην μητρόπολη. Η «φιλαλήθεια» έκρυβε πολλά ψέματα.

Μύθοι και τελετουργικά των Ίνκας

Η δεύτερη εξιστόρηση που περιλαμβάνει η έκδοση είναι αυτή του Κριστόμπαλ ντε Μολίνα για τους μύθους και τελετουργίες των Ίνκας. Ο Ντε Μολίνα ήταν ιερέας, εφημέριος στο Κούσκο (πρωτεύουσα των Ίνκας) για τρεις δεκαετίες (1555-1585) και μιλούσε πολύ καλά τη γλώσσα κέτσουα. Η μεροληψία και αυτού του συγγραφέα φαίνεται από την εισαγωγή: «Επειδή στην εξιστόρηση που απέδωσα στην Εκλαμπρότατη Μεγαλειότητά σας σχετικά με τη συμπεριφορά, την προέλευση, τη ζωή και τα έθιμα των Ίνκας, οι οποίοι διετέλεσαν ηγεμόνες τούτης εδώ της χώρας, καθώς και για το πόσοι ήσανε και ποιες ήσανε οι γυναίκες τους και οι νόμοι που εθέσπισαν και οι πόλεμοι που έκαναν και τα έθνη που εδούλωσαν, σε ορισμένα μέρη της εξιστόρησης αναφέρομαι, αν και όχι και πολύ εκτεταμένα, στις τελετές και τις λατρείες που επινόησαν, πρέπον μου φαίνεται την ώρα ετούτη και μετά από διαταγή της Αξιοσέβαστης Μεγαλειότητάς σας, να μπω στον κόπο να μεριμνήσω περί αυτού για να γνωρίσει η Αξιοσέβαστη Μεγαλειότητά σας τις τελετές, τις λατρείες και τις ειδωλολατρίες που είχαν οι ινδιάνοι αυτοί» (σελ. 159). Η ίδια η διατύπωση, η επιλογή των όρων, όπως «ειδωλολατρία» εμπεριέχει τη θέση του συγγραφέα ότι ο χριστιανισμός είναι ανώτερος και οι ειδωλολάτρες πρέπει να «διορθωθούν». Ο χριστιανισμός με τους ιερείς του απόστολους στα κατακτημένα ή υπό κατάκτηση μέρη του κόσμου προς καταλήστευση και υπόταξη των ιθαγενών πληθυσμών, ήταν πάντα το ισχυρό και απαραίτητο δεξί χέρι των κατακτητών-αποικιοκρατών, διότι αν θέλεις να υποτάξεις έναν λαό πρέπει να αλλοτριώσεις τον πολιτισμό, την ταυτότητα, τη συνείδηση, την ψυχή του.

Γενικευμένη σύγκρουση πολιτισμών

Ωστόσο, ο προσηλυτισμός προς το χριστιανισμό κάθε άλλο παρά απρόσκοπτος έγινε. Οι εξεγέρσεις και οι συγκρούσεις ήταν πολλές και αιματηρές. Μετά από αιώνες επικράτησε ο καθολικισμός στη Νότια Αμερική, αλλά στον ιθαγενή πληθυσμό, στο βαθμό που έγινε, με ισχυρές επιβιώσεις των παλαιών δικών τους θρησκειών, εθίμων και ηθών. Οι περιγραφές του Ντε Μολίνα είναι γλαφυρές. Στο κεφάλαιο ΤΑΚΙ ΟΝΓΚΟΙ: ΛΟΙΜΟΣ ΚΑΙ ΣΤΑΣΗ διαβάζουμε «Στην επαρχία του Παρινακότσα, στην επισκοπή του Κούσκο, αυτός ο Λουίς ντε Ολιβέρα, εφημέριος κείνης εκεί της επαρχίας, κατάλαβε πως όχι μόνο σε κείνη κει την επαρχία αλλά και σε όλες τις υπόλοιπες επαρχίες και πόλεις του Τσουκικάκα, του Λα Πας, του Κούσκο, του Γουαμάνγκα και ακόμα και στη Λίμα και την Αρικίπα, οι πιο πολλοί απ’ αυτούς (τους Ινδιάνους, Α.Ι.) είχανε οδηγηθεί σε πολύ μεγάλες αποστασίες, απομακρυνόμενοι από την καθολική πίστη που είχανε δεχτεί και επιστρέφοντας στην ειδωλολατρία που μετέρχονταν τον καιρό της απιστίας τους. Δεν μπορέσαμε να εξακριβώσουμε ποιος ιθύνων νους κρυβόταν πίσω απ’ αυτό το εγχείρημα, υποψίες μονάχα και διαδόσεις υφίστανται πώς το επινόησαν οι μάγοι που στο Ουισκαμπάμπα είχανε οι Ίνκας, οι οποίοι είχαν ξεσηκωθεί εκεί πέρα, γιατί πίστευαν πως πιο αληθείς ήσαν οι δοξασίες που σ’ αυτό το βασίλειο (…) το έτος εβδομήντα και όχι παλιότερα, είχαν οι ινδιάνοι, […] (σελ. 183/184). […] Σ’ αυτή την αποστασία πίστευαν πως ο Θεός και Κύριός μας, είχε δημιουργήσει τους Ισπανούς και την Καστίλλη καθώς και τα ζώα και τα τρόφιμα της Καστίλλης. Αντίθετα, οι γουάκας είχαν δημιουργήσει τους ινδιάνους καθώς και τούτη τη γη και τις προμήθειες που προηγουμένως είχανε οι ινδιάνοι, και έτσι αφαιρούσαν από τον Κύριό μας την παντοδυναμία του. Εμφανίστηκαν πολλοί κήρυκες ανάμεσα στους ινδιάνους, που αυτά εκήρυτταν στα οροπέδια και στα χωριά. Κήρυτταν την ανάσταση αυτή των γουάκας, λέγοντας πως οι γουάκας περιπλανιόνταν στον αέρα διψασμένες και θεονήστικες γιατί οι ινδιάνοι δεν τους πρόσφεραν πια θυσίες, …, και πως είχαν σπείρει φυτείες ολόκληρες με σκουλήκια για να τα φυτέψουνε στις καρδιές των Ισπανών και των κοπαδιών της Καστίλλης, καθώς και στ’ άλογα και τις καρδιές των ινδιάνων που παραμένουνε χριστιανοί. Και πως ήταν οργισμένες με όλους τους, γιατί είχανε βαφτιστεί και πως θα αναγκάζονταν να τους σκοτώσουνε όλους τους αν δεν ξαναγύριζαν σ’ αυτές, αποκηρύσσοντας την καθολική πίστη, […] (σελ. 184/185, υπογράμμιση δική μου, Α.Ι.) Παρακάτω χαρακτηρίζονται οι στασιαστές «δαιμονισμένοι» και σύμφωνα με τον Ντε Μολίνα, έκαναν αυτή την «αποστασία» γιατί πίστευαν ότι ο «Θεός και οι Ισπανοί  βρίσκονταν στο χείλος της ήττας».

Η θρησκευτική επίφαση

Ο λόγος γίνεται για την εξέγερση που είχε οργανώσει ενάντια στους Ισπανούς ο Ίνκα βασιλιάς Μάνκο Κάπακ ΙΙ –τον οποίο οι Ισπανοί είχαν στέψει μόνο για να καθησυχάσουν τους Ίνκας –  στην Βιλκαμπάμπα το 1535 και την οποία οι Ισπανοί κληρικοί ήθελαν να αποδώσουν μόνο σε θρησκευτικά αίτια που τα παρουσίαζαν σαν γενική απειλή για το Στέμμα, ελπίζοντας μάλλον σε κοινωνικά-πολιτικά-εκκλησιαστικά οφέλη.  Ο Μάνκο, όμως, δεν μπορούσε να ανεχτεί την απάνθρωπη συμπεριφορά των Ισπανών, αποποιήθηκε τον τίτλο του και εξεγέρθηκε. Οι Ισπανοί παρά τρίχα γλίτωσαν την ήττα. Συμπερασματικά στο τέλος ο Ντε Μολίνα μιλάει για την απλοϊκότητα, το ευκολόπιστο αυτών των ινδιάνων, που τόσο εύκολα παρασύρονται στην αποστασία και στο σφάλμα, αλλά και που μετά μετανοούν και εξομολογούνται: «Μεγάλος αριθμός ινδιάνων, άντρες και γυναίκες, υπάρχει που επειδή έχουνε κατανοήσει πια την μεγάλη προσβολή που γίνεται προς τον Κύριό μας μ’ αυτό, δεν το επιτρέπουν με κανέναν τρόπο, αντίθετα τους κατηγορούν ενώπιον των ιερέων τους για να τιμωρηθούν. Και αν υπήρχε κάποια παραδειγματική τιμωρία διά αυτούς τους μαγγανευτές, με τη φώτιση του Θεού, θα έπαυε το μεγάλο αυτό κακό, παρ’ όλο που, όπως είπα, είναι πλέον λιγοστοί» (σελ. 188/189).

Ο Κριστόμπαλ ντε Μολίνα συμμετείχε στην επιχείρηση που οργάνωσε ο αντιβασιλέας Τολέδο στο Περού μεταξύ 1569 και 1581. Ο Τολέδο επιχείρησε μια γενική επιθεώρηση στην περιοχή των Άνδεων, καθώς και μια έρευνα στο ιστορικό παρελθόν του Περού για να μάθει πως ζούσαν οι λαοί του βασιλείου του Περού πριν από τους Ίνκας μιλώντας, μάλιστα, για την «ινκαϊκή τυραννία» (!). Ο Ντε Μολίνα, ωστόσο, μοιάζει να κρατάει, όσο το δυνατόν, μια σχετικά ουδέτερη απόσταση, γιατί το έργο του δεν αποπνέει το κλίμα της συνεχούς προσπάθειας να αποδειχθεί η λεγόμενη «τυραννία των Ίνκας», όπως συνέβαινε σε πολλά άλλα έργα της εποχής για ευνόητους λόγους. Από τα παραπάνω έργα πάντως η ιστορική αλήθεια μαθαίνεται και η εισαγωγή δίνει στον αναγνώστη ένα πολύτιμο ιστορικό υλικό, ενώ το παράρτημα με εικόνες και σχέδια δίνει μια γλαφυρή αναπαράσταση εποχής.