• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Χάινριχ Χάινε, ο κομμουνιστής ποιητής της επαναστατικής αισιοδοξίας

 

Ο Χάινριχ Χάινε, από τους σημαντικότερους δημιουργούς και διανοητές του ευρωπαϊκού 19ου αιώνα, γιος Εβραίων του Ντύσελντορφ, γεννήθηκε στις 13/12/1797.

Στα Γράμματα εμφανίστηκε με το περίφημο “Βιβλίο των Τραγουδιών” (1827), για να ασχοληθεί με όλα τα είδη του λόγου, και του καυστικά πολιτικού – δημοσιογραφικού, καθώς είχε ενστερνιστεί τις ιδέες και τον αγώνα του Μαρξ, γράφοντας και στην εφημερίδα του.

Ο Χάινε παρακολούθησε τις διαλέξεις του Χέγκελ και επηρεάστηκε από τη διαλεκτική. Στα πρώτα ποιητικά του έργα, προσπαθεί να παντρέψει τα γερμανικά λαϊκά τραγούδια με τις σύγχρονες επαναστατικές ιδέες, όπως τις εμπνεύστηκε από τη Γαλλική Επανάσταση. Για τον Χάινε, ο μεγαλύτερος εκπρόσωπος της γερμανικής λογοτεχνίας ήταν ο Γκαίτε, τον κατηγορούσε, όμως, γιατί συμμαχούσε με τον γερμανικό «αστικό φιλισταϊσμό». Η ποίηση του Χάινε και το υπόλοιπο έργο του συντέλεσαν στη διάδοση των επαναστατικών ιδεών στη Γερμανία, όπου ήταν πολύ δημοφιλής, ιδιαίτερα στα λαϊκά στρώματα. Ο Ενγκελς εκτιμούσε ιδιαίτερα τη φιλοσοφική του οξυδέρκεια.

Οι πολιτικοί στίχοι του Χάινε αποτελούν υπόδειγμα ρεαλισμού στην ποίηση, συνδυάζοντας την καίρια επικαιρότητα με μακροπρόθεσμες ιδεολογικές προοπτικές. Σημαντικά επέδρασε στο έργο του η φιλία του με τον Καρλ Μαρξ, που άρχισε το 1843.

Η δίωξη των μαρξιστικών ιδεών και κειμένων του τον οδήγησε εξόριστο στο Παρίσι, όπου από το 1848 μέχρι το θάνατό του τον βασάνισε μια ανίατη αρρώστια, η οποία εμπόδισε και τη συνέχιση της επαναστατικής του δράσης.

Αισιόδοξος κομμουνιστής

Ο μεγάλος Γερμανός ποιητής Χάινριχ Χάινε (φίλος και συνεργάτης στην εφημερίδα του Μαρξ), δημοσίευσε στις 30 Μάρτη 1855 στο Παρίσι, όπου ζούσε και όπου ένα χρόνο αργότερα πέθανε, και τάφηκε στο νεκροταφείο της Μονμάρτης, το βιβλίο «Λουτέτσια». Εχει τον υπότιτλο: «Ανταποκρίσεις για την πολιτική, την τέχνη και τη ζωή του λαού»που δημοσιεύτηκαν στο χρονικό διάστημα 1840-1843 στην εφημερίδα της δυτικογερμανικής πόλης Αουγκσμπουργκ «Αλγκεμάινε Τσάιτουνγκ».

Στον πρόλογο του βιβλίου ο Χάινεσημειώνει: «Μια και οι επιστολές (Θ. Β. ανταποκρίσεις) αυτές… δημοσιεύτηκαν ανώνυμες και όχι, χωρίς να έχουν υποστεί σημαντικές διαγραφές και αλλαγές, έπρεπε να φοβηθώ ότι μετά το θάνατό μου θα δημοσιεύονταν σ’ αυτή τη σφαλερή μορφή ή ότι μάλιστα θα τις συνέδεαν με ανταποκρίσεις, που θα ήταν τελείως ξένες στην πένα μου. Για να αποφευχθεί μια τέτοια μεταθανάτια κακοτυχία, προτίμησα να φροντίσω να γίνει μια αυθεντική έκδοση από μένα τον ίδιο».

Συνεχίζει υπογραμμίζοντας ότι η σύνταξη της εφημερίδας «κατάπιε πολλές επιστολές» του… αλλά και ότι «δεν μπόρεσε να πνίξει όλες τις ανακοινώσεις μου και βρήκα τον τρόπο να διαπραγματευθώ στις προσεκτικές στήλες της ένα αντικείμενο, που η τρομερή σημασία του εκείνο τον καιρό ήταν τελείως άγνωστη… Εκανα καλή ρεκλάμα γι’ αυτό». Να τι γράφει σχετικά:

«Οι κομμουνιστές, εξαπλωμένοι σε όλες τις χώρες, απομονωμένοι και χωρίς να έχουν σαφή συνείδηση των κοινών επιδιώξεών τους, μάθαιναν από την “Αλγκεμάινε Τσάιτουνγκ” του Αουγκσμπουργκ ότι υπάρχουν πραγματικά, μάθαιναν μ’ αυτή την ευκαιρία το αληθινό τους όνομα, που περισσότερο κι από ένα από εκείνα τα έκθετα παιδιά της κοινωνίας, ήταν τελείως άγνωστοι. Μέσω της “Αλγκεμάινε Τσάιτουνγκ” του Αουγκσμπουργκ, οι διασκορπισμένες κοινότητες των κομμουνιστών έπαιρναν αυθεντικές ειδήσεις για τις ακατάπαυτες προόδους της υπόθεσής τους. Μάθαιναν, προς μεγάλη έκπληξή τους, ότι κάθε άλλο παρά είναι μια ανίσχυρη, μικρή κοινότητα, ότι αποτελούσαν πολύ περισσότερο το ισχυρότερο από όλα τα κόμματα. Πάντως, ότι δεν είχε έλθει ακόμα η ημέρα τους, αλλά ότι πρόκειται για ανθρώπους στους οποίους ανήκει το μέλλον, το να περιμένεις ήσυχα δεν είναι απώλεια χρόνου».

«Αυτή τη δοξασία, ότι το μέλλον ανήκει στους κομμουνιστές, την εξέφρασα σε τόνο ανησυχίας και εξαιρετικού φόβου και – αχ!, αυτό δεν ήταν καθόλου προσποίηση. Στα αλήθεια, με φρίκη και τρόμο σκέφτομαι το χρόνο που αυτοί οι “σκοτεινοί” εικονοκλάστες θα φτάσουν στην εξουσία. Με τα ροζιάρικα χέρια τους θα θραύσουν αλύπητα όλα τα μαρμάρινα μνημεία της ομορφιάς, που είναι τόσο ακριβά στην καρδιά μου. Θα συντρίψουν όλα εκείνα τα παιχνίδια και τις φανταστικές μηδαμινότητες της τέχνης, που ο ποιητής τις αγαπούσε τόσο πολύ. Θα καταστρέψουν τους δαφνώνες μου και θα φυτέψουν εκεί πατάτες. Τα “κρίνα” (1), που δεν εργάζονταν και όμως ήταν τόσο εξαίσια ντυμένα σαν το βασιλιά Σολομώντα σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια, θα ξεριζωθούν από το έδαφος της κοινωνίας, εκτός και πάρουν το αδράχτι στο χέρι τους. Τα τριαντάφυλλα, εκείνους τους αργόσχολους μνηστήρες των αηδονιών, θα τα βρει η ίδια τύχη. Τα αηδόνια, αυτοί οι ανώφελοι τραγουδιστές, θα εκδιωχθούν, και – αχ! το δικό μου “Βιβλίο των τραγουδιών” θα χρησιμοποιηθεί από τον μπακάλη για να κάνει χαρτοσακούλες, στις οποίες θα ρίχνει μέσα για τις γριές του μέλλοντος, καφέ και ταμπάκο. Αχ! Τα προβλέπω όλα αυτά και με έχει πιάσει μια ανείπωτη λύπη, όταν σκέφτομαι την καταστροφή με την οποία το νικηφόρο προλεταριάτο απειλεί τους στίχους μου, που θα καταποντιστούν μαζί με όλο τον παλιό ρομαντικό κόσμο.

Και όμως με παρρησία ομολογώ, ότι αυτός ο κομμουνισμός θέλγει την ψυχή μου, που δεν μπορώ να κάνω αλλιώς… Μακάρι η δικαιοσύνη να ακολουθήσει το δρόμο της, μακάρι να γίνει κομμάτια αυτός ο παλιός κόσμος, όπου εξαφανίστηκε η αθωότητα, όπου ευδοκίμησε η ιδιοτέλεια, όπου ο άνθρωπος εκμεταλλεύτηκε τον άνθρωπο. Μακάρι να καταστραφούν σύρριζα αυτοί οι σουβατισμένοι τάφοι, όπου κυριαρχούσαν το ψέμα και η διαφθορά, και ευλογημένος να είναι ο μπακάλης, που από τα ποιήματά μου θα στρίψει, κάποτε, σακούλες για να βάλει μέσα καφέ ή ταμπάκο για τις φτωχές, καλές γριούλες, που στον τωρινό μας κόσμο της αδικίας ίσως χρειάστηκε να στερηθούν αυτές τις ανέσεις… Ουρλιάχτε μόνο! Θα ‘ρθει η μέρα που η μοιραία κλοτσιά θα σας συντρίψει. Με αυτή την πεποίθηση μπορώ να εγκαταλείψω αυτόν τον κόσμο χωρίς ανησυχία…».

Σημείωση:

1. Ο ποιητής με τη λέξη «κρίνα», υπονοεί τη δυναστεία των Βουρβόνων.

Ριζοσπάστης / Θανάσης ΒΟΡΕΙΟΣ