• [Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί/με μάτι αριστερό το βλέπω./Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί,/οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι (Κ. Βάρναλης)]
Facebooktwitterrssyoutube
slogan

«Χοιροστάσιο», το αριστούργημα του Παζολίνι σε επετειακή επανέκδοση 50 χρόνων

Οι ταινίες του Παζολίνι είναι ουσιαστικά ένας ποιητικός-κυνικός κόσμος βυθισμένος στον ακραίο ερωτισμό και τ’αναξέλεγχτα πάθη. Μοναδικές,ωμές,αιρετικές. Προκαλούσαν και προκαλούν μέχρι σήμερα αντιδράσεις κυρίως των φασιστών, αλλά και των θρησκόληπτων.

Στο καταγγελτικό και προκλητικό «Χοιροστάσιο» (1969), ο Παζολίνι εκφράζεται μέσω μιας πολιτικής και φιλοσοφικής συζυγίας.  Η ταινία υπήρξε εν πολλοίς ο προάγγελος του «Σαλό».  Της τελευταίας και, κατά πολλούς, σημαντικότερης ταινίας του.  Εκείνης που για πολλούς τον καταδίκασε σε θάνατο, αλλά επικύρωσε την αθανασία του στο κινηματογραφικό στερέωμα.

ΧΟΙΡΟΣΤΑΣΙΟ

new starΣκηνοθεσία/Σενάριο: ΠΙΕΡ Πάολο Πασολίνι

Πρωταγωνιστουν: Πειρ Κλεμέντι, Ζαν-Πιερ Λεό, Αν Βιαζεμσκι, Αλμπέρτο Λιονέλο, Ουγκο Τονιάτσι, Μάρκο Φερέρι

Παραγωγή: Ιταλία/ Γαλλία

Έτος:1969

Διάρκεια: 99’

Bon appetit

Το χιούμορ είναι ο πιο αποτελεσματικός και ύπουλος τρόπος για να πει κανείς τα σοβαρότερα πράγματα.

Οι κανίβαλοι είναι πάντα ανάμεσά μας. Λέγονται καπιταλιστές και είναι πάντα ιδιοκτήτες χοιροστασίων.

Υπόθεση

Σε κάποια απροσδιόριστη αρχαϊκή εποχή, ένας ερημίτης στις πλαγιές της Αίτναςγίνεται ανθρωποφάγος, λήσταρχος, καταδικάζεται σε θάνατο και κατασπαράσσεται από ζώα. Στη Γερμανία του ‘60 ο διαφορετικός και απροσάρμοστος γιος ενός βιομηχάνου καταβροχθίζεται από γουρούνια πληρώνοντας τις σοδομιτικές του τάσεις. Το Χοιροστάσιο είναι η διπλή παράλληλη αφήγηση αυτών των δύο σκοτεινών παραβολών. Από τη μία καταγγελία μιας κοινωνίας κανιβαλικής απέναντι στα απείθαρχα παιδιά της, από την άλλη μαύρη ιδεολογική κωμωδία του αδιέξοδου, η ταινία καταλήγει σε ανησυχητικά ερωτηματικά για την παρακμή της μεταναζιστικής Ευρώπης. Εξού και η σχετική υποτίμηση της αξίας της στην εποχή της.

Καπιταλισμός, ένα απέραντο “Χοιροστάσιο” δυσωδίας και σήψης

«Εκείνη την εποχή γερνούσα, μιας και είχα περάσει τα σαράντα, χάνοντας εντελώς τις ελπίδες μου, γιατί έβλεπα την Ιταλία να γίνεται χώρα ηλίθια και χωρίς μέλλον, γιατί έβλεπα την κρίση του Κομμουνιστικού Κόμματος, και μ’ είχε καταλάβει κάτι σαν χιουμοριστική φρονιμάδα, που κατά βάθος με έσωσε. Όταν κάποιος βλέπει κομμάτια της ταινίας, μπορεί να τα βρει πνευματώδη ή διασκεδαστικά, αλλά στο σύνολό τους είναι παγερά. Η ιδέα της εναλλαγής των δύο ιστοριών είναι η αρχική ποιητική ιδέα που μ’ ερέθισε και μ’ έκανε να φτιάξω την ταινία· αυτή η σχέση ανάμεσα στα γεμάτα και στα κενά.»

Ο Σπινόζα, ο φιλόσοφος που «εκλογίκευσε» τον ιουδαιοχριστιανικό ηθικό κώδικα, πίστευε πως η λογική πρέπει να υπηρετεί πάντα τον Θεό, που, όταν τον βρούμε

(με τη λογική, όχι με την άκριτη πίστη), πρέπει να σταματήσουμε την έρευνα, γιατί αν προχωρήσουμε (με τη λογική) πέρα απ’ τον Θεό, ίσως συναντήσουμε το χάος.

Τούτο το πέρα απ’ τον Θεό-χάος του Σπινόζα, δεν είναι παρά η «ηθική ακαταστασία» που δημιουργεί η καταστρατήγηση κάποιων εντολών που κανείς δεν είναι υποχρεωμένος να τις σέβεται, αφού η τήρησή τους είναι πρόβλημα συναίνεσης και καλής προαίρεσης. Καμία τρομοκρατία, ανθρώπινη ή θεϊκή, δεν μπορεί να επιβάλει την ηθική τάξη κι αν την επιβάλλει θα το πετύχει εξαιτίας ενός πρόσκαιρου καταναγκασμού, βασισμένου στην έννοια της «αμαρτίας» και της τιμωρίας. Αυτός που υποχρεώνεται να είναι ηθικός, είναι σαν να εκτελεί μια βαριά ποινή εφ’ όρου ζωής. Και ο από τρόμο-ηθικός δεν είναι παρά ένας ανήθικος μεταμφιεσμένος σε ηθικό.

Ήξερε, λοιπόν καλά τι έλεγε και κυρίως τι ήθελε ο Σπινόζα: ήθελε να μη χρησιμοποιούμε «υπέρ το δέον», δηλαδή πέρα από το όριο που βάζουν οι θεϊκές εντολές, το μυαλό μας, γιατί σε μια τέτοια περίπτωση θα διαπιστώναμε πως η λογική προχωρεί, ερήμην του Θεού, σ’ ένα χώρο ολικά κατοικημένο από τον δαίμονα (για να χρησιμοποιήσουμε και πάλι έναν θεολογικό όρο).

Όπως και να ‘ναι, δεν μπορούμε να βάλουμε αυθαίρετα όρια στη σκέψη, κι αυτό το ήξερε καλύτερα απ’ όλους ο «θείος» Μαρκήσιος ντε Σαντ, που δουλεύοντας λογικά πανω στην Ηθική του Σπινόζα, χωρίς να σεβαστεί τη συμβουλή του για το προκαθορισμένο μάξιμουμ όριο της έρευνας, έφτασε στο πλήρες χάος που υποπτευόταν ο Σπινόζα. Ήταν το «120 μέρες των Σοδόμων» που απασχόλησε, όπως ξέρουμε και τον Παζολίνι.

Σε τι συνίσταται αυτή η «απόλυτη λογική» που εκτίθεται σχεδόν με επιστημονική ψυχρότητα σ’ αυτό το μεγαλειώδες «σύγγραμμα» του Σαντ περί ηθικής;

Συνίσταται απλά, στην επέκταση της λογικής του φιλελευθερισμού, που εγκαινιάζει ο Σπινόζα κι αρχίζει να πραγματώνει η Γαλλική Επανάσταση, μέχρι τα έσχατα όριά της: είτε θα βάλεις όρια στα περίφημα «ατομικά δικαιώματα», οπότε δεν είσαι συνεπής φιλελεύθερος, είτε θα τα αφήσεις χωρίς όρια, οπότε θα καταλήξεις αναγκαστικά στο φόνο και στον κανιβαλισμό. Ο συνεπής, καθαρός και ακραίος φιλελευθερισμός του Μαρκήσιου ντε Σαντ είναι ένας φιλελευθερισμός χωρίς όρια, δηλαδή κανιβαλικός. Ο Σπινόζα είχε δίκιο: οι άνθρωποι χρειάζονται το μαστίγιο της θεϊκής εντολής για να φέρονται ηθικά.

Αλλά το είπαμε ήδη: μια τέτοια ηθική είναι μια μεταμφίεση της ανηθικότητας, είναι ένας καταναγκασμός που παίρνει μετωνυμικά τη μορφή της «ελεύθερης και αβίαστης συναίνεσης». Δεν είναι ηθικός αυτός που υποχρεώνεται να είναι ηθικός και που το κάνει είτε από το φόβο του Δικαστή είτε από το φόβο του Θεού. Ηθικός είναι αυτός που πράττει το καλό γιατί είναι ανίκανος να πράξει το κακό, και όχι γιατί φοβάται τις «συνέπειες» του χασίματος της ελευθερίας του ή του χασίματος του

υποσχεμένου για τους «καλούς» Παραδείσου. Το καλό είναι πρόβλημα αγωγής κι όχι «θείας φώτισης». Το καλό είναι κατηγόρημα κοινωνικό κι όχι μεταφυσικό:

καλοί γίνονται οι άνθρωποι όταν ο περίγυρος τους τούς έμαθε να είναι καλοί κι όχι γιατί τους το είπε ο δάσκαλος του κατηχητικού επισείοντας την τρομοκρατία της κόλασης. Οι καλοί από φόβο είναι απλά και καθαρά άνθρωποι τρομοκρατημένοι. Κατά τα άλλα, μπορεί να πιστεύουν φανατικά στην αξία και τη σημασία της «ελεύθερης βούλησης», που καταλάβαμε ήδη πόσο ελεύθερη μπορεί να είναι κάτω από συνθήκες καταναγκασμού. Άλλωστε, το κακό συνεχίζει να υφίσταται παρά τη βάναυση τρομοκρατία της τιμωρίας. Το μόνο που χρειάζεται για να γίνει κανείς κακός, είναι ν’ αψηφήσει την τιμωρία και να δεχθεί τις συνέπειες αυτής της εκλογής του, όπως έκανε ο ντε Σαν τ. Και όπως κάνουν οι δύο καπιταλιστές της ταινίας του Πιερ Πάολο Παζολίνι Χοιροστάοιο (1969), που είναι μια ευαγγελικής έμπνευσης παραβολή για την ηθική, όπως και το Θεώρήμα.

Ο πρώτος καπιταλιστής (Αλμπέρτο Λιονέλο) στο καπιταλιστικό χοιροστάσιο του μαρξιστή Παζολίνι είναι ένας «παραδοσιακός» καπιταλιστής: είναι και ολίγον διανοούμενος και ολίγον φιλόσοφος και ολίγον φιλάνθρωπος. Με άλλα λόγια, τούτος ο άνθρωπος που έχει πολλές ικανότητες από ολίγον και μια την ικανότητα του εκμεταλλεύεσθαι από πολύ, κινείται εντός των ορίων που χάραξε ο Σπινόζα. Συνεπώς δεν είναι ανήθικος με τη σπινοζική έννοια. Όμως, τούτος ο «ηθικός» Γερμανός μεγιστάνας του πλούτου έχει ένα γιο (Ζαν-Πιερ Λεό), ολικά και υποδειγματικά αμέτοχο στον κόσμο του μπαμπά, αλλά και σ’ οποιοδήποτε άλλο κοινωνικό μόρφωμα. Ο Ζιλιέν δε θέλει να έχει σχέσεις με ανθρώπους και βέβαια ούτε με γυναίκες. Προτιμάει, για τις ερωτικές του ανάγκες, τις γουρούνες τού χοιροστασίου του κτήματος του μπαμπά. Ωσπου μια μέρα τούτες οι γουρούνες τρώνε ζωντανό τον κτηνοβάτη. Ο καπιταλισμός με τα χοιροστάσιά του που λέγονται επί το ευπρεπέστερον επιχειρήσεις, φάρμες, παλάτια, τρώει τα παιδιά του κι αυτό σημαίνει πως ο κανιβαλισμός ενδημεί σ’ αυτούς τους χώρους. Για να γίνει ορατός και διά γυμνού οφθαλμού, ο καπιταλιστικός κανιβαλισμός χρειάζεται μεγέθυνση με τα μέσα της τέχνης, όπως αυτή που επιχειρεί εδώ ο Παζολίνι χρησιμοποιώντας επιδέξια τα διδάγματα του Μπρεχτ.

Ο δεύτερος καπιταλιστής (Ούγκο Τονιάτσι) είναι ένας νεοκαπιταλιοτής. Το πρώτο συνθετικό «νέο» σημαίνει πως αυτός δεν είναι «ουμανιστής» σαν τον άλλον, αλλά ψυχρός και ψύχραιμος τεχνοκράτης, τελείως αδιάφορος για τις πολιτιστικές λεπτότητες που κληρονόμησε ο παραδοσιακός καπιταλισμός από τη φεουδαρχία. Μάλιστα, την περίοδο του πολέμου ήταν απ’ αυτούς που έκαναν «επιστημονικά» πειράματα στα πλαίσια του «επιστημονικού» ενδιαφέροντος της ναζιστικής εκδοχής του καπιταλισμού, με αντικείμενο την ποιότητα του σκελετού ενός ανθρώπου που τυχαίνει να είναι μαζί και Ρώσος και Κομισάριος και Εβραίος!

Ο «παλαιό» και «νέο» καπιταλιστής στην αρχή είναι εχθροί, και τούτη την εχθρότητα φροντίζει να την υποδαυλίζει ο μάνατζερ του πρώτου (Μάρκο Φερέρι). Ωστόσο, τα κοινά συμφέροντα, υποβασταζόμενα από τα κοινά μυστικά για το ηθικό ποιόν του «νέο» και του «παλαιό» καπιταλιστή, είναι η αιτία που το «παλιό» και το «καινούργιο» δημιουργούν μια συμμαχία νέα στη μορφή και παλιά στο περιεχόμενο: άσπρος γάτος, μαύρος γάτος, όλοι οι γάτοι είναι ίδιοι. (Η παροιμία δε μιλάει για γουρούνια, αλλά είναι γνωστός πως σ’ ένα χοιροστάσιο υπάρχουν και άσπρα και μαύρα γουρούνια, που διαφοροποιούνται μόνο κατά το χρώμα.)

Με τούτη τη συμμαχία, το καπιταλιστικό χοιροστάσιο ανανεώνεται «φυσιολογικά». Τόσο που τα γουρούνια να μπορούν πια να καταβροχθίσουν χωρίς «τύψεις» τον άχρηστο γόνο του παλαιοκαπιταλιστή, πράγμα που γίνεται δυνατό μόνο με το νεοκαπιταλιστικό εμβόλιο του κανιβαλισμού, που ο παλαιοκαπιταλισμός το απέρριπτε υποκριτικό τατα ως «απάνθρωπο» και ως «απάδοντα» στην ηθική του Σπινόζα. Μια ηθική που σκόνταφτε πάνω στον Θεό, που τώρα με τον νεοκαπιταλιομό δεν μπαίνει πια εμπόδιο για την επέκταση του χοιροστασίου. Ο νεοκαπι ταλιστής είναι αυτός που επιβάλλει τη σιωπή στο χορό της τραγωδίας των χωρικών που παρέστησαν μάρτυρες του σπαραγμού του ανάξιου διαδόχου του παλαιοκαπιταλιστή απ’ τα γουρούνια.

Ο καπιταλιστικός κανιβαλισμός, λοιπόν, είναι το θέμα της ταινίας. Όμως, η ευαγγελική παραβολή του «ασώτου υιού» για τον οποίο οι πατεράδες δε σφάζουν πια το μόσχο τον σιτευτό, αλλά σιτεύουν μ’ αυτόν (τον άσωτο υιό) τα γουρούνια τους, κινδύνευε να μη γίνει νοητή από τον εξοικειωμένο με τα άμεσα ρεαλιστικά δεδομένα θεατή. (Καταλάβαμε ήδη πως η ταινία απέχει πολύ απ’ το να είναι ρεαλιστική.) Και γι’ αυτό ο ιδιοφυής Πιερ Πάολο Παζολίνι, που στη ζωή του είχε τη μοίρα του «ασώτου υιού» της ταινίας (τον κατασπάραξαν κάποιοι γουρουνάνθρω- ποι στην Όστια), φροντίζει να δημιουργήσει και μια δεύτερη αφήγηση, που λειτουργεί άλλοτε υπογραμμιστικά κι άλλοτε αντιστικτικά σε σχέση με την πρώτη. Τούτη η δεύτερη ιστορία, που εναλλάσσεται με την πρώτη μ’ ένα παράλληλο μοντάζ τοποθετείται το 15ο αιώνα, κάπου στην ηφαιστειογενή Σικελία. Πρόκειται για μια ιστορία «καθαρού», σαν να αναβλύζει από τη γη, κανιβαλισμού, όπου μια ομάδα παράνομοι που συγκροτείται γύρω από τον Πιερ Κλεμεντί, σκοτώνει τους ανθρώπους και τους τρώει, μέχρι που το «νόμιμο κράτος», εκπροσωπούμενο κυρίως από παπάδες τους συλλαμβάνει και τους σκοτώνει: η χριστιανική ηθική μπήκε φραγμός στο πισωγύρισμα στη βαρβαρότητα, αλλά η πρώτη ιστορία που ήδη αφηγηθήκαμε απέδειξε πως ο Μεσαίωνας αγωνίστηκε εις μάτην να ηθικοποιήσει τον κόσμο με την Ιερά Εξέταση και άλλες εξετάσεις λιγότερο ιερές. Ποτέ κανένας παπάς, πουθενά στον κόσμο, δεν μπόρεσε να εμποδίσει την επέκταση του καπιταλιστικού χοιροστασίου. Άλλωστε, σε πάρα πολλές περιπτώσεις το χοιροστάσιο επεκτάθηκε και προς την πλευρά της του Θεού Εκκλησίας, όπως μαρτυράει, μεταξύ άλλων, και η Τράπεζα του Αγίου Πνεύματος, δηλαδή η Τράπεζα του Βατικανού που αισχροκερδεί κάτω απ’ αυτόν τον ωραίο τίτλο και με τις ευλογίες του Πάπα, κάνοντας χρυσές δουλειές προφανώς με την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος.

Οι κανίβαλοι είναι πάντα ανάμεσά μας. Λέγονται καπιταλιστές και είναι πάντα ιδιοκτήτες χοιροστασίων. Ο ιδιοφυής Παζολίνι, ο μεγάλος μας φίλος που χάθηκε πρόωρα, έφτιαξε ένα χοιροστάσιο αντάξιο του χοιροκαπιταλισμού, για να δείξει πως ο καπιταλισμός είναι ένας κανιβαλισμός χωρίς όρια.

Βασίλης Ραφαηλίδης
Έθνος, 4-12-1983.