• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Χοσέ Λουίς Γκονσάλες (1926-1996): Ένα άγνωστο θύμα του Μακαρθισμού

Της Αγγελικής Αλεξοπούλου
Επιμέλεια: Άννεκε Ιωαννάτου

Το 1898 οι ΗΠΑ εισέβαλαν στο Πουέρτο Ρίκο και από τότε η μικρή χώρα βρίσκεται κάτω από την κυριαρχία τους. Σύμφωνα με τη βούληση των ΗΠΑ, οι Πορτορικάνοι δεν αξίζουν να ζουν σε μια δική τους πατρίδα, αλλά, αντίθετα, είναι άξιοι να πεθαίνουν στο Βιετνάμ, στο όνομα μιας πατρίδας που δεν είναι δική τους. Το Πουέρτο Ρίκο είναι πολιτεία των ΗΠΑ. Αντιπροσωπεύεται στο Αμερικανικό Κονγκρέσο χωρίς δικαίωμα ψήφου, χωρίς φωνή. Οι Βορειοαμερικανοί ελέγχουν τα πάντα: εσωτερική πολιτική, μεταφορές, επικοινωνίες, μισθούς, εργασιακές σχέσεις. Ο τοπικός στρατός είναι ενταγμένος στον βορειοαμερικανικό. Η αποεθνικοποίηση του Πουέρτο Ρίκο έγινε απόλυτη, μέσω του δρόμου της μετανάστευσης. Η φτώχεια έσπρωξε περισσότερο από ένα εκατομμύριο Πορτορικάνους στο να ψάξουν καλύτερη τύχη στη Νέα Υόρκη. Εκεί αποτελούν ένα υποπρολεταριάτο που συσσωρεύεται στα πιο βρώμικα προάστια.

Η ημιαποικιακή κατάσταση της χώρας και το πρόβλημα της μετανάστευσης απασχόλησαν όλους τους πνευματικούς ανθρώπους του Πουέρτο Ρίκο από το 1898 μέχρι τις μέρες μας. Υπάρχει μια αξιοσημείωτη άνθηση της πορτορικανικής πεζογραφίας γύρω στη δεκαετία του 1950, που εισήγαγε νέα θέματα και νέες φόρμες μέσα στη μεγάλη κοίτη του ρεαλισμού. Ένα από τα θέματα που είναι σημαντικό για τη νησιώτικη κοινωνία είναι αυτό της μετανάστευσης μέχρι τη βορειαμερικάνικη «μητρόπολη» και η προσπάθεια αντίστασης, για να μην ενσωματωθούν οι μετανάστες στην κουλτούρα των ΗΠΑ. Τρεις σημαντικοί συγγραφείς αυτής της περιόδου είναι ο Γκονσάλες, ο Σότο και ο Βαρκάρθελ.
Από τους τρεις ο πιο σημαντικός είναι ο Χοσέ Λουίς Γκονσάλες. Ο Γκονσάλες γεννήθηκε στον Άγιο Δομίνικο, από πατέρα Πορτορικάνο και μητέρα Δομινικανή. Έζησε και εκπαιδεύτηκε στο Πούερτο Ρίκο από τα 4 χρόνια του. Σπούδασε φιλολογία και Κοινωνικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο του Πουέρτο Ρίκο και το 1947 έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Νέα Υόρκη, εμπειρία που υπήρξε πολύ σημαντική για το αφηγηματικό του έργο. Το ότι είχε υπερασπιστεί σε όλη του τη ζωή ριζοσπαστικές θέσεις (ήταν μαρξιστής), του κόστισε ακριβά.
Το 1953 ο Γκονσάλες, αντιδρώντας και καταγγέλλοντας την εξάρτηση της χώρας του από τις ΗΠΑ, εμποδίστηκε να ζήσει στην ίδια του την πατρίδα. Το απαίτησαν οι Βορειοαμερικάνοι. Ήταν τα χρόνια του μακαρθισμού και οι διώξεις εναντίον των προοδευτικών διανοουμένων και σε χώρες –υποχείρια των ΗΠΑ ήταν φοβερές. Το 1953 ο Γκονσάλες αναγκαστικά αυτοεξορίστηκε στο Μεξικό όπου πήρε τη μεξικάνικη υπηκοότητα. Έζησε στο Μεξικό όλα τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του. Ο ίδιος είχε πει πως είναι ένας συγγραφέας Πορτορικανός, ένας πανεπιστημιακός Μεξικάνος και πάνω από όλα σοσιαλιστής. Τα έργα του είναι μια πολύ βαθιά ματιά στην κοινωνική πραγματικότητα του Πουέρτο Ρίκο, πραγματικότητα-συνέπεια της ημιαποικιακής του εξάρτησης. Το θέμα που κατά βάθος εξετάζει είναι το ζήτημα της εθνικής ταυτότητας, της πορτορικανής κουλτούρας που απειλείται με εξαφάνιση. Εκτός από συγγραφέας μυθιστορημάτων και διηγημάτων, ο Γκονσάλες είναι επίσης δοκιμιογράφος («Λογοτεχνία και κοινωνία στο Πόρτο-Ρίκο», «Η χώρα με τα τέσσερα πατώματα»), απομνημονευματογράφος («Το φεγγάρι δεν ήταν από τυρί») και μεταφραστής. Οι καλύτερες λογοτεχνικές επιδόσεις του είναι τα διηγήματά του. Στις σελίδες τους παρελαύνουν γεωργοί, νέγροι ξεριζωμένοι, Μεξικανοί, Ινδιάνοι, ταπεινός λαϊκός κόσμος, περιθωριοποιημένοι και ξεριζωμένοι από τη σημερινή, μοντέρνα κοινωνία.

Η φτώχεια, η αδικία και οι διακρίσεις κατά των μεταναστών στη Νέα Υόρκη είναι συνήθως τα θέματα της ρεαλιστικής τέχνης του συγγραφέα. Το αφήγημα «Πάισα» και τα διηγήματα της συλλογής «Στη Νέα Υόρκη και άλλες δυστυχίες», με τη μορφή προκηρύξεων, καλούν σε εξέγερση τους καταπιεσμένους. Η μεγάλη αρετή του Γκονσάλες είναι ο λιτός τρόπος της αφήγησής του. Ο ίδιος έχει τονίσει πως στο διήγημα είναι πιο σημαντική η υποβολή παρά η αφήγηση. Η γλώσσα του είναι καθαρή, σαφής, λιτή, πιστή στους τόνους της λαλιάς του Πουέρτο Ρίκο.

Στο μικρό διήγημα «Στο βάθος της πηγής υπάρχει ένας νεγρούλης» περιγράφεται με τρόπο λιτό και περιεκτικό η ζωή των νέγρων που εξαναγκάστηκαν να ξεριζωθούν από τη γη τους και να εγκατασταθούν στην πόλη ανάμεσα στις ελώδεις λάσπες των πηγών. Ο μικρός Μελωδία χαμογελάει στην ίδια του την εικόνα πιστεύοντας ότι βρήκε έναν σύντροφο που δεν έχει. Το ίδιο του το όνομα είναι συμβολικό. Η Μελωδία, η τρυφερότητα, η αθωότητα είναι αδύνατα σ’ έναν κόσμο που κυριαρχεί η εκμετάλλευση και η αδικία. Οι άνθρωποι αυτοί είναι καταδικασμένοι. Το τέλος του μικρού είναι μοιραίο… Το διήγημα αυτό στο Πόρτο Ρίκο θεωρείται «κλασικό». Η σύνθεσή του αποτελεί «μοντέλο» συμπυκνωμένης και ακριβούς διήγησης. Τίποτα δεν λείπει και τίποτα δεν περισσεύει. Μας επιτρέπει να μπούμε στο εσωτερικό δράμα των προσώπων, του φτωχού ζευγαριού, το οποίο ζει στις πηγές, που συχνά πλημμυρίζουν και μετατρέπονται σε βάλτους. Εκεί το μικρό τους αγόρι παίζει επικίνδυνα, γοητευμένο από την ίδια του την εικόνα που αντανακλάται στο νερό και πιστεύοντας πως είναι εικόνα του φίλου του. Βλέπουμε την τραγωδία, που ακολουθεί στην τελευταία φάση, όταν το μικρό παιδί «πήγε να ψάξει» τον εικονιζόμενο φίλο του.

Ακολουθεί το διήγημα (Μετάφραση: Αγγελική Αλεξοπούλου).

Στο βάθος της πηγής υπάρχει ένας νεγρούλης

Η πρώτη φορά που ο Νεγρούλης Μελωδία είδε τον άλλο νεγρούλη στο βάθος της πηγής ήταν το πρωινό της τρίτης ή τέταρτης ημέρας μετά τη μετακόμιση, όταν έφτασε μπουσουλώντας μέχρι τη μοναδική πόρτα του σπιτιού και ξεμύτισε, για να κοιτάξει την ήρεμη επιφάνεια του νερού εκεί κάτω. Τότε ο πατέρας που ξύπνησε πάνω στο σωρό των σάκων που ήταν απλωμένα στο πάτωμα, δίπλα στην ημίγυμνη γυναίκα που ακόμα κοιμόταν, του κραύγασε:

Ελα μέσα! Κάτσε ήσυχα! Και ο Μελωδία που δεν καταλάβαινε τις λέξεις, όμως ήξερε να υπακούει στις κραυγές, μπουσούλισε για άλλη μια φορά επιστρέφοντας και κάθισε σιωπηλός στη γωνία γλείφοντας ένα δαχτυλάκι γιατί πείναγε. Ο άνδρας σηκώθηκε. Κοίταξε τη γυναίκα που κοιμόταν στο πλευρό του και τη σκούντησε ελαφρά στο ένα μπράτσο. Η γυναίκα ξύπνησε ζαλισμένη, κοιτάζοντας τον άνδρα με τα μάτια φοβισμένα. Ο άνδρας γέλασε. Ολα τα πρωινά γινόταν το ίδιο. Η γυναίκα ξύπναγε με εκείνη την έκφραση του τρόμου που σ’ εκείνον προκαλούσε μια ικανοποίηση χωρίς κακία. Η πρώτη φορά που είδε εκείνη την έκφραση στο πρόσωπο της γυναίκας του ήταν το πρώινο της πρώτης νύχτας του γάμου τους. Ισως γι’ αυτό τον ευχαριστούσε να τη βλέπει να ξυπνάει έτσι όλα τα πρωινά.

Ο άνδρας κάθισε επάνω στα άδεια σακιά. Καλά – απευθύνθηκε προς τη γυναίκα – Ψήσε τον καφέ. Εκείνη άργησε λίγο να απαντήσει. Πια δεν έχει…ναι; Δεν έχει. Τελείωσε χθες. Εκείνη άρχισε να λέει: «και γιατί δεν αγόρασες περισσότερο;» Ομως σταμάτησε, οταν είδε πως στο πρόσωπο της γυναίκας του άρχισε να σχηματίζεται εκείνη η άλλη έκφραση, εκείνος ο μορφασμός που δεν του προκαλούσε ευχαρίστηση. Λοιπόν τελείωσε χθες; Ναι…Η γυναίκα σηκώθηκε και άρχισε να ντύνεται. Ο άνδρας ακόμα καθισμένος πάνω στα άδεια σακιά κατέβασε τη ματιά και την κάρφωσε ένα διάστημα στις τρύπες του πουκαμίσου του.

Ο Μελωδία κουρασμένος από την ανοστιά του δαχτύλου του άρχισε να κλαίει. Ο άνδρας τον κοίταξε και ρώτησε τη γυναίκα: Δεν υπάρχει κάτι γυναίκα; Ναι. Κατάφερα να βρω κάποια φύλλα και του έφτιαξα ένα ζωμό. Πόσες μέρες έχει να πιει γάλα; Γάλα; Η γυναίκα ένιωσε έκπληξη. Δε θυμάμαι…

Ο άνδρας σηκώθηκε και φόρεσε τα παντελόνια. Μετά πλησίασε την πόρτα και είπε: η παλίρροια είνα ψηλή. Σήμερα πρέπει να πάω με βάρκα. Μετά κοίταξε ψηλά προς τη γέφυρα και είπε: Η παλίρροια είναι ψηλή. Σήμερα πρέπει να πάω με βάρκα. Αυτοκίνητα, λεωφορεία και καμιόνια περνούσαν σε μια ασταμάτητη παρέλαση. Ο άνδρας παρατήρησε πως σχεδόν απ’ όλα τα οχήματα οι οδηγοί κοίταζαν με έκπληξη το σπιτάκι το καρφωμένο στο μέσον του μπράτσου της θάλασσας. Πάνω στις ελώδεις άκρες μιας πηγής είχε «αναπτυχθει» εδώ και χρόνια η συνοικία. Οι οδηγοί συνέχιζαν να κοιτάζουν με περιέργεια τα σπιτάκια ακόμα όταν έφταναν στη στροφή της γέφυρας. Ο άνδρας οργισμένος έφερε προκλητικά το χέρι του στα παντελόνια και μουρμούρισε: «Αλήτες!» Λίγο μετά μπήκε στη βάρκα και κωπηλάτησε μέχρι την ακτή. Από την πρώρη της βάρκας μέχρι την πόρτα του σπιτιού υπήρχε ένα μακρύ σχοινί που επέτρεπε σ’ αυτόν που έμεινε στο σπίτι να τραβήξει εκ νέου τη βάρκα μέχρι την πόρτα. Ενώ βρισκόταν πια στη στεριά ο άνδρας βάδισε μέχρι το δρόμο. Ενιωσε καλύτερα όταν ο θόρυβος των αυτοκινήτων έπνιξε το κλάμα του νεγρούλη, μέσα στο σπιτάκι.

Η δεύτερη φορά που ο νεγρούλης Μελωδία είδε τον άλλο νεγρούλη στο βάθος της πηγής ήταν λίγο μετά το μεσημέρι, όταν μπουσούλισε μέχρι την πόρτα, ξεμύτισε και κοίταξε προς τα κάτω. Αυτή τη φορά ο νεγρούλης στο βάθος της πηγής του χάρισε ένα χαμόγελο. Ο Μελωδία είχε χαμογελάσει πρώτος και θεώρησε το χαμόγελο του άλλου νεγρούλη σαν απάντηση στο δικό του χαμόγελο. Ο Μελωδία δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τα γέλια και του φάνηκε πως επίσης από εκεί κάτω έφτανε ο ήχος άλλου γέλιου. Η μητέρα τον φώναξε, γιατί ο ζωμός από φύλλα ήταν έτοιμος…Δύο γυναίκες, από τις τυχερές που ζούσαν στην ξηρά πάνω στην αποξηραμένη λάσπη στην άκρη της πηγής σχολίαζαν.
Πρέπει να το δεις. Αν μου το είχαν πει, θα είχα απαντήσει πως είναι ψέμα. Η ανάγκη, κυρά. Σε μένα ποιός θα έλεγε ότι θα ερχόμουν εδώ…εγώ που είχα μέχρι και το χωραφάκι μου…Λοιπόν εμείς φύγαμε από τους πρώτους. Δεν υπήρχε κόσμος και ο καθένας μας έπαιρνε το πιο στεγνό κομμάτι της γης. Ομως αυτοί που φτάνουν τώρα πρέπει να πέσουν στο νερό. Καλά, όμως, αυτός ο κόσμος από πού ήρθε; Μου είπαν πως από το πράσινο νησί έχουν διώξει ένα σωρό νέγρους. Αυτοί εδώ είναι οι τυχερότεροι! Ευλογημένοι! Εχεις παρατηρήσει τι χαριτωμένος είναι ο νεγρούλης; Η γυναίκα ήρθε χθες να δει, αν είχα κάποια φύλλα. Εγώ της έδωσα μερικά που είχα. Ευλογημένη να ‘σαι!
Το απόγευμα ο άνδρας είχε κουραστεί. Του πόναγε η πλάτη. Ηταν χαρούμενος και χάιδευε τα χρήματα που είχε στην τσέπη του. Ωραία, σήμερα είχε τύχη. Ο λευκός που πέρασε από την προκυμαία για να δεχτεί το εμπόρευμά του από τη Νέα Υόρκη. Και ο σύντροφός του που του δάνεισε το αμάξι του όλο το απόγευμα, γιατί έπρεπε να τρέξει να βρει μαμή για τη γυναίκα του, που θα έφερνε έναν ακόμη δυστυχισμένο στον κόσμο. Ναι! Επιστρέφει…Αύριο θα είναι μια διαφορετική ημέρα. Μπήκε σ’ ένα μαγαζί και αγόρασε καφέ, ρύζι, φασόλια και μερικά κουτιά γάλα. Σκέφτηκε τον Μελωδία και επιτάχυνε το βήμα. Είχε έρθει με τα πόδια από το Σαν Χουάν για να κερδίσει τα χρήματα του εισιτηρίου.

Η τρίτη φορά που ο νεγρούλης Μελωδία είδε τον άλλο νεγρούλη στο βάθος της πηγής ήταν λίγο πριν επιστρέψει ο πατέρας. Αυτή τη φορά ο Μελωδία ερχόταν χαμογελώντας. Τον εξέπληξε που και ο άλλος χαμογελούσε εκεί κάτω. Εκανε μια χειρονομία με το χεράκι του και ο άλλος του απάντησε. Τότε ο Μελωδία ένιωσε έναν ξαφνικό ενθουσιασμό και μια ανείπωτη αγάπη για τον άλλο νεγρούλη. Και πήγε να τον ψάξει…

_______________________________________________________________________________________________________

Άννεκε Ιωαννάτου, Doctoral κλασικής φιλολογίας, νεοελληνικής και συγκριτικής γλωσσολογίας του Πανεπιστημίου της Ουτρέχτης. Κριτικός λογοτεχνίας, μεταφράστρια. Μετέφρασε το «Η εξέγερση του Σπάρτακου» του Ρίγκομπερτ Γκίντερ, καθώς και το «Αντι-Ντίρινγκ» του Φρίντριχ Ενγκελς. Από τον Απρίλη του 1996 ήταν παραγωγός ραδιοφωνικής εκπομπής για το βιβλίο στον «902 Αριστερά στα FM» και από τον Απρίλη του 2007 τηλεοπτικής εκπομπής για το βιβλίο στον ίδιο σταθμό.