• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Χρήστος Δημούλας, «Οι λαϊκατδήδες»

Παρουσιάζει ο Θανάσης Ν. Καραγιάννης // 
Κριτικός Θεάτρου για παιδιά – Συγγραφέας
http://thkaragia.wix.com/main

Ο Χρήστος Δημούλας είναι ένας νέος άνθρωπος, που αγωνίζεται για το μεροκάματο, με μια αξιοθαύμαστη αξιοπρέπεια. Με ψηλά το κεφάλι, μακριά από τις σύγχρονες σειρήνες της αστικής διανόησης, δίπλα και μαζί με την εργατική τάξη και τους ταξικούς αγώνες της, μπροστάρης για τη μόρφωση των λαϊκών στρωμάτων, τρέχει ολημερίς –μετά την επίπονη δουλειά του– αν και κουρασμένος, στις πολιτιστικές εκδηλώσεις, στις πολιτικές μαζώξεις, στα συλλαλητήρια, για να επιτελέσει το προσωπικό του χρέος απέναντι στους συνανθρώπους του. Δεν το βάζει κάτω. Στο ένα χέρι το βιβλίο και στο άλλο τη γραφίδα του, πολεμάει, μαζί με τους συναγωνιστές του, τον ταξικό μας εχθρό, με όπλο την ποίηση, αλλά ενίοτε και τον πεζό λόγο.

dimoulas1Στην ποίηση έχει μια ευχέρεια. Σκαρώνει στίχους και ποιήματα άλλοτε με ομοιοκαταληξία και άλλοτε σε ελεύθερο στίχο, ο οποίος όμως διαθέτει ρυθμό. Ο ρυθμός των ποιημάτων του είναι πηγαίος, όπως πηγαία και γνήσια είναι τα συναισθήματά του και η πολιτική σκέψη του. Μια σκέψη αρκετά καλλιεργημένη, γαλουχημένη από τον ιστορικό και διαλεκτικό υλισμό, δεν ξεφεύγει σε περιττολογίες και δε χρησιμοποιεί ασκόπως το δευτερεύον και το επιμέρους. Στοχεύει στο κοινωνικά κύριο και καθοριστικό, με λυρισμό ή ρεαλισμό, και σχεδόν πάντοτε περιφέρεται και επικεντρώνει στον άνθρωπο και στην ευτυχία του, στον εργαζόμενο ή στον άνεργο και στα προβλήματά του. Καυτηριάζει το σάπιο καπιταλιστικό σύστημα. Ο στίχος του σαλπίζει με τέχνη τον αγώνα και την επανάσταση. Επιδιώκει τον ξεσηκωμό για τη δημιουργία μιας άλλης κοινωνίας, δίκαιης και ειρηνικής, της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Κάποιες φορές ο λόγος του είναι «αντιποιητικός» ή «χυδαίος», κατά την κρατούσα καθωσπρέπει αστική διανόηση, που την ενοχλεί, βέβαια, όμως καίριος, κοφτερός, αποκαλυπτικός, γνήσιος, καταπέλτης για τους συμβιβασμένους και τους πραγματικά χυδαίους.

Στο παρόν βιβλίο του δεν υπάρχουν διάφορα ποιήματα, αλλά μόνο ένα ποίημα έκτασης δεκαπέντε σελίδων, μια ποιητική σύνθεση. Εμπνευστής των στίχων του είναι η ίδια του η ζωή, η καταγωγή του, τα παιδικά του βιώματα, η κοινωνική και ταξική του συνείδηση. Ο πατέρας του και ο θείος του εργαζόμενοι στις λαϊκές αγορές, «λαϊκατζήδες», και αυτός από μικρός κοντά τους, βοηθός τους, πίσω από τον πάγκο. Βιώματα που δεν εξαλείφονται στο πέρασμα του χρόνου, αν και μεγάλωσε, σπούδασε στο πανεπιστήμιο, έγινε επιστήμονας.

Η επιλογή του ήταν να ακολουθήσει το δρόμο των εργατών και των εργαζομένων, γενικότερα. Θέλει να είναι κοντά και μαζί με την εργατική τάξη. Γι’ αυτό και ο στίχος του είναι ταξικός και συχνά αναφέρεται σε κοινωνικά προβλήματα, χωρίς να στέκεται στην περιγραφή, αλλά στο βάθος και στην ανάλυση των φαινομένων. Καταγράφει ποιητικά το κοινωνικό γίγνεσθαι, αλλά δε μένει στην περιγραφή, δίνοντας διάσταση και προοπτική στην αλλαγή και στην ανατροπή.

«Οι λαϊκατζήδες» είναι το πρώτο βιβλίο, που εκδίδεται για την κοινωνική αυτή ομάδα της εργατικής τάξης. Και είναι άξιο λόγου, που το σκέφτηκε και το υλοποίησε ο ποιητής Χρήστος Δημούλας.

Επίσης, ο «περί ου λόγος» ποιητής κυκλοφόρησε, επίσης, για πρώτη φορά την αξιόλογη ποιητική βιογραφία, με τίτλο: Χρήστος Δημούλας: «Γιώργος Φαρσακίδης, Ο Ζωγράφος του Λαού», εκδ. Εντύποις» (ποιητική συλλογή)

Παραθέτω, ως δείγματα γραφής, ελάχιστα από τα 69 τετράστιχα της ποιητικής του σύνθεσης:

«Τα προϊόντα στον πάγκο αραδιασμένα/η παράσταση και πάλι αρχινάει/η βροχή τρυπάει τα κόκαλα τα ιδρωμένα/η ορθοστασία τα γόνατα πονάει.» Κάπως έτσι περιγράφει την πραγματικότητα και τα προβλήματα του κλάδου των λαϊκατζήδων.

«Φρούτα, λαχανικά, υφάσματα/τ’ ανθρώπινου κόπου δημιουργίες/του μισού ευρώ τα λαχανιάσματα, ενάντια/στων πολυεθνικών τις ραδιουργίες.», περνώντας από την περιγραφή στην κοινωνιολογική ανάλυση, δίνοντας σε δυο στίχους τις ταξικές αντιθέσεις.

«Μικρογραφία κοινωνίας/όλες του κόσμου οι λαϊκές/μέσα τους ένα αεράκι ειρωνείας/που ξαποσταίνει μοναχά τις Κυριακές», αφού περιγράφει σε άλλα τετράστιχα τα διάφορα κοινωνικά στρώματα που υπάρχουν ως έμποροι και ως πελάτες στις λαϊκές.

«Σωματείο, συνελεύσεις για ουσιαστικά προβλήματα/ο φόβος για το αύριο του κλάδου/προτάσεις άπειρες που φέρνουν νέα ερωτήματα/να μην καταντήσουμε απορρίμματα του κάδου.», καθώς τον απασχολεί η συνδικαλιστική οργάνωση και πάλη των εργαζόμενων στον κλάδο.

«Εξαγγελίες, νέα μέτρα για εμπόριο υγιές/πρωτοσέλιδα, δηλώσεις, μα χαμένη η ουσία, πως το κύριο είναι να ανατραπεί η εξουσία/που γεννά τις ανεργίες και τις λαμογιές.», περιγράφοντας την αλητεία της αστικής εξουσίας και θέτοντας θέμα ανατροπής της.

«Φορτηγά ατέλειωτα στου Ρέντη το παζάρι/πάνε κι έρχονται καρότσια και τελάρα/στον ίδιο χώρο ο αξιοπρεπής και το τομάρι/απ’ όλα έχει και τούτη εδώ η φάρα.», καταγράφοντας την ανθρωπογεωγραφία του κλάδου με ειλικρίνεια, αν και παρόμοιοι χαρακτήρες και συμπεριφορές υπάρχουν και σε άλλους κλάδους εργαζομένων, εμπόρων κ.λπ.

«Στη λαϊκή μεγάλωσαν/και μεγαλώνουνε πολλά παιδιά/το βιος τους το εμπάλωσαν/με μια αντάρα στην καρδιά.», δηλώνοντας ότι αρκετοί από τους λαϊκατζήδες δουλεύουν από παιδιά και έχουν βιώσει πόνο, ταλαιπωρία, απογοήτευση, αδικία.

«Το χρήμα, κατάρα και στόχος ποθητός/στα μηνίγγια φλόγα, στο κεφάλι πυρετός/αϋπνία κι έλκος στο στομάχι/σκληρός ανταγωνισμός πάντοτε να άρχει.», αποφαινόμενος τις δυσκολίες του επαγγέλματος και τα προβλήματα υγείας, κυρίως, που απορρέουν απ’ αυτές.

«Ελεύθεροι επαγγελματίες, μάπα ελευθερία/σαν τους κλόουν πριν την αυτοχειρία/για μισό κιλό κέρδος σαν παλιάτσοι να γελάν/κι όταν μένουν μόνοι τα νεύρα τους να σπαν.», ειρωνευόμενος την «ελευθερία», που ψεύτικα τάζει το αστικό κράτος, ενώ η αλήθεια και η πραγματικότητα είναι δυσάρεστα πολύ διαφορετικές.

«Σελίδες, εγκυκλοπαίδειες και τόμοι/μπορούν να γραφτούν απ’ της λαϊκής τις ιστορίες/η οποία είναι σπίτι κι οι λαϊκατζήδες οικοδόμοι,/παλάτι που το λυμαίνονται αρχόντοι και τ’ αγαπούν παρίες.», δηλώνοντας πόσα γεγονότα και περιπέτειες συμβαίνουν χρόνια και δεκαετίες στις λαϊκές αγορές, που βέβαια – τα περισσότερα – τα βιώνουν οι ίδιοι οι εργαζόμενοι σ’ αυτές και φυσικά, καλό θα ήταν κάποτε να καταγραφούν για να μην πέσουν στην ιστορική λήθη, για τις μελλοντικές γενιές.

Τα παραπάνω αποσπάσματα του βιβλίου, δεν παρέχουν στον επίδοξο αναγνώστη του μια πλήρη εικόνα των θεμάτων, που διαπραγματεύεται ποιητικά ο Χρ. Δημούλας, ούτε του δίνεται τοιουτοτρόπως ολόκληρο το ψηφιδωτό ιδεών, απόψεων, γεγονότων, βιωμάτων κ.ο.κ., ικανά για να δημιουργήσουν ή να διαμορφώσουν την άποψη του αναγνώστη για τις λαϊκές και τους λαϊκατζήδες, για τις ιδιομορφίες και τα προβλήματα του επαγγέλματος κ.ο.κ.

Ένα βιβλίο, άξιο λόγου, που αξίζει να αναζητηθεί και να διαβαστεί, αλλά και να παρουσιαστεί σε διάφορες πολιτιστικές εκδηλώσεις.