Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Χριστουγεννιάτικο γράμμα του Antonio Gramsci στη μάνα του

Αγαπημένη μητέρα, βρισκόμαστε πια στα πέμπτα Χριστούγεννα που τα περνάω έγκλειστος και στον τέταρτο χρόνο που βρίσκομαι στη φυλακή.
Αυτή η αναγκαστική εμπειρία των Χριστουγέννων του 1926 στην Ustica υπήρξε ένας παράδεισος προσωπικής ελευθερίας σε σύγκριση με την αίσθηση του φυλακισμένου, που ακολούθησε.

Χριστουγεννιάτικο γράμμα Antonio Gramsci
Αλλά μην πιστεύετε ότι η ηρεμία μου μειώθηκε.
Μεγάλωσα κατά τέσσερα χρόνια, έχω πια πολλά άσπρα μαλλιά, έχασα τα δόντια μου, δεν γελάω τόσο πολύ όσο κάποτε, αλλά νομίζω ότι έγινα πιο σοφός και εμπλούτισα την εμπειρία μου με ανθρώπους, γεγονότα και καταστάσεις.
Εκτός αυτού, δεν έχω χάσει τη γεύση της ζωής.
Απ’ αυτή την άποψη δεν έχω μεγαλώσει, πιστεύεις το αντίθετο;
Γερνάμε όταν αρχίζουμε να φοβόμαστε το θάνατο και όταν λυπούμαστε που βλέπουμε τους άλλους να τα καταφέρνουν σε αυτό που δεν μπορούμε πλέον να κάνουμε εμείς.
Με αυτή την έννοια είμαι βέβαιος ότι ούτε εσύ μεγάλωσες -παρά την ηλικία σου.
Είμαι σίγουρος πως είσαι αποφασισμένη να ζήσεις πολλά χρόνια, ώστε να καταφέρουμε να βρεθούμε πάλι όλοι μαζί να γνωρίσεις όλα τα εγγόνια σου: όταν κάποιος αποφασίζει να ζήσει για όσο θα αισθάνεται τη γεύση της ζωής έχοντας κάποιο σκοπό, ένα στόχο να πετύχει, είναι ικανός να αντισταθεί σε όλες τις δυσκολίες, τα προβλήματα και τις αρρώστιες.

Antonio Gramsci (Δεκέμβριος 1930)

Το κελί της φυλακής Turi όπου ήταν έγκλειστος ο Gramsci

ΣΣ |>

  • Η επιστολή αυτή απεστάλη από τον Antonio Gramsci τον Δεκέμβριο του 1930 στη μητέρα του, ενώ εκτίει ποινή φυλάκισης 20 ετών, 4 μηνών και 5 ημερών, που του επιβλήθηκε από το Ειδικό Φασιστικό Δικαστήριο
  • Ο Γκράμσι, συλλαμβάνεται και φυλακίζεται το 1926 και παρά την κλονισμένη υγεία του μεταφέρεται συνεχώς από φυλακή σε φυλακή, μέχρι τον Αύγουστο του 1935, που μπαίνει υπό φρούρηση σε νοσοκομείο: στις 21 Απρίλη 1937 τον αφήνουν ελεύθερο να πεθάνει έξη μέρες αργότερα. Ήταν μόνο 48 ετών (σύντομη βιογραφία εδώ)

 

 

  • Ustica (Ούστικα): ξερονήσι, βόρεια της Σικελίας που μετατράπηκε από τους ιταλούς φασίστες σε τόπο εξορίας
  • Στη φωτογραφία τίτλου: γράμμα του Antonio Gramsci στη μητέρα του Peppina Marcias στις 10 Μαΐου 1928 από τη φυλακή San Vittore στο Milano.

 

«Μισώ τους αδιάφορους. Πιστεύω ότι το να ζεις σημαίνει να εντάσσεσαι κάπου. Όποιος ζει πραγματικά δεν μπορεί να μην είναι πολίτης και ενταγμένος. Η αδιαφορία είναι αβουλία, είναι παρασιτισμός, είναι δειλία, δεν είναι ζωή. Γι’ αυτό μισώ τους αδιάφορους.
Η αδιαφορία είναι το νεκρό βάρος της ιστορίας. Η αδιαφορία δρα δυνατά πάνω στην ιστορία. Δρα παθητικά, αλλά δρα. Είναι η μοιρολατρία. Είναι αυτό που δεν μπορείς να υπολογίσεις. Είναι αυτό που διαταράσσει τα προγράμματα, που ανατρέπει τα σχέδια που έχουν κατασκευαστεί με τον καλύτερο τρόπο. Είναι η κτηνώδης ύλη που πνίγει την ευφυΐα.
Αυτό που συμβαίνει, το κακό που πέφτει πάνω σε όλους, συμβαίνει γιατί η μάζα των ανθρώπων απαρνείται τη βούλησή της, αφήνει να εκδίδονται νόμοι που μόνο η εξέγερση θα μπορέσει να καταργήσει, αφήνει να ανέβουν στην εξουσία άνθρωποι που μόνο μια ανταρσία θα μπορέσει να ανατρέψει.
Μέσα στη σκόπιμη απουσία και στην αδιαφορία λίγα χέρια, που δεν επιτηρούνται από κανέναν έλεγχο, υφαίνουν τον ιστό της συλλογικής ζωής, και η μάζα είναι σε άγνοια, γιατί δεν ανησυχεί. Φαίνεται λοιπόν σαν η μοίρα να συμπαρασύρει τους πάντες και τα πάντα, φαίνεται σαν η ιστορία να μην είναι τίποτε άλλο από ένα τεράστιο φυσικό φαινόμενο, μια έκρηξη ηφαιστείου, ένας σεισμός όπου όλοι είναι θύματα, αυτοί που τον θέλησαν κι αυτοί που δεν τον θέλησαν, αυτοί που γνώριζαν κι αυτοί που δεν γνώριζαν, αυτοί που ήταν δραστήριοι κι αυτοί που αδιαφορούσαν.

Τζούλια Schucht, σύζυγος του Γκράμσι (παντρεύτηκε κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Μόσχα)

Κάποιοι κλαψουρίζουν αξιοθρήνητα, άλλοι βλαστημάνε χυδαία, αλλά κανείς ή λίγοι αναρωτιούνται: αν είχα κάνει κι εγώ το χρέος μου, αν είχα προσπαθήσει να επιβάλλω τη βούλησή μου, θα συνέβαινε αυτό που συνέβη;
Μισώ τους αδιάφορους και γι’ αυτό: γιατί με ενοχλεί το κλαψούρισμά τους, κλαψούρισμα αιωνίων αθώων. Ζητώ να μου δώσει λογαριασμό ο καθένας απ’ αυτούς με ποιον τρόπο έφερε σε πέρας το καθήκον που του έθεσε και του θέτει καθημερινά η ζωή, γι’ αυτό που έκανε και ειδικά γι’ αυτό που δεν έκανε. Και νιώθω ότι μπορώ να είμαι αδυσώπητος, ότι δεν μπορώ να χαλαλίσω τον οίκτο μου, ότι δεν μπορώ να μοιραστώ μαζί τους τα δάκρυά μου.
Είμαι ενταγμένος, ζω, νιώθω ότι στις συνειδήσεις του χώρου μου ήδη πάλλεται η δραστηριότητα της μελλοντικής πόλης, που ο χώρος μου χτίζει. Και μέσα σ’ αυτήν την πόλη η κοινωνική αλυσίδα δεν βαραίνει τους λίγους, μέσα σ’ αυτήν κάθε συμβάν δεν οφείλεται στην τύχη, στη μοίρα, μα είναι ευφυές έργο των πολιτών. Δεν υπάρχει μέσα σ’ αυτήν κανείς που να στέκεται να κοιτάζει από το παράθυρο ενώ οι λίγοι θυσιάζονται, κόβουν τις φλέβες τους. Ζω, είμαι ενταγμένος. Γι’ αυτό μισώ αυτούς που δεν συμμετέχουν, μισώ τους αδιάφορους»

Antonio Gramsci  –
11 Φεβρουαρίου 1917