Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Όταν η αναπηροφοβία γίνεται “ανθρωπισμός” και “τέχνη”

Σχολιάζει ο Ειρηναίος Μαράκης //

Ακολουθεί σχόλιο με αφορμή μια αφίσα που κυκλοφόρησε πρόσφατα σχετικά με την Παγκόσμια Ημέρα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (10 Δεκεμβρίου) και η οποία στη θέση της λέξης ‘ανάπηρος’ τοποθετεί τη λέξη ‘άνθρωπος’ αλλά και την ταινία μικρού μήκους «Ο αδελφός μου» του σκηνοθέτη Θοδωρή Παπαδουλάκη η οποία απεικονίζει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι ανάπηροι συμπολίτες μας, και τα οποία γνώρισαν ευρύτατη διάδοση στον κόσμο του διαδικτύου ξασηκώνοντας ένα κύμα συζητήσεων σχετικά με τους ανάπηρους και την αναπηρία χωρίς όμως να συμπεριλαμβάνουν σε αυτή τους άμεσους ενδιαφερόμενους, τους ίδιους τους ανάπηρους.

Η αφίσα της ντροπής

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Η αφίσα που κυκλοφόρησε απεικονίζει ένα αναπηρικό αμαξίδιο (το αποκαλεί ‘καροτσάκι’!) και παραθέτει τα αρχικά μίας λέξης, σα να παίζουμε κρεμάλα, με κενά ενδιάμεσα, και ζητώντας μας να βρούμε ποιά λέξη ταιριάζει. Στα κενά η λέξη που ταιριάζει δεν είναι άλλη από την λέξη ‘ανάπηρος’. Όμως σε μια καταπληκτική λαθροχειρία στο κάτω μέρος της αφίσας υπάρχει μια σειρά η οποία αναγράφει πως “Άνθρωπος είναι η λέξη που ψάχνεις. Όχι ανάπηρος”. Και η ένσταση μας έχει να κάνει με αυτό: Η λέξη που (υποτίθεται ότι) ψάχνουμε (και δεν υπάρχει και λόγος για να το κάνουμε αυτό) είναι ο ανάπηρος, φυσικά. Καμία άλλη δεν έχει θέση εκεί. Έτσι κι αλλιώς ο ανάπηρος είναι άνθρωπος και το αντίθετο, εννοείται. Δεν υπάρχει κανένας λόγος αμφισβήτησης. Ή μήπως υπάρχει για τους δημιουργούς της αφίσας; Να μια καλή ερώτηση…

Κι όμως αυτή η λεκτική συμπεριφορά δεν είναι αθώα, ακόμα κι αν φαίνεται πως έχει τις καλύτερες προθέσεις: δηλαδή να συμβάλλει στην μη περιθωριοποίηση των ανάπηρων ατόμων. Κάνοντας βέβαια το αντίθετο! Όχι, λοιπόν, ας το έχουμε ξεκάθαρο: δεν χρειάζεται να προασπίζουμε την περιθωριοποίηση μέσω των λέξεων. Ο ανάπηρος δεν είναι βρισιά (κι ας χρησιμοποιήθηκε έτσι στο π[αρελθόν) ή κάτι για το οποίο πρέπει να ντρεπόμαστε. Το ίδιο το αναπηρικό κίνημα, που αγωνίζεται ενάντια στον στιγματισμό και την περιθωριοποίηση, αυτή τη λέξη χρησιμοποιεί (αφού την επανοικειοποιήθηκε).

Η χρήση της λέξης ‘άνθρωπος’ στη θέση του ανάπηρου, ακόμα κι αν γίνεται με θετική προδιάθεση, δεν παύει να είναι υποκριτική και ψευδής. Εκφράζει οίκτο κι όχι πραγματικό ενδιαφέρον για τα ζητήματα, αναπαράγοντας ένα ωραιοποιητικό λόγο που όμως απέχει από την πραγματικότητα. Το ίδιο ισχύει και με τους όρους ‘ειδικές ανάγκες’ κι ‘ιδιαίτερες ικανότητες’. Και να πούμε εδώ ότι η λέξη ‘καροτσάκι’ που χρησιμοποιείται (στην… φιλάνθρωπη αφίσα) για να περιγράψει το αναπηρικό αμαξίδιο λειτουργεί επίσης κακοποιητικά: οι ανάπηροι δεν είναι προϊόντα στο σούπερ μάρκετ, ούτε μπάζα στην οικοδομή και ούτε βέβαια μωρά που χρειάζονται τη δική φροντίδα των αρτιμελών…

Με απλά λόγια δεν έχουμε μία φιλάνθρωπη παρέμβαση εδω αλλά μία ξεκάθαρη έκφραση μισαναπηρισμού: μια ρατσιστική κι ελιτίστικη αντίληψη που με τη βία (συγκεριμένα, με τη βία της εικόνας και της διαφήμισης) οδηγεί στην εξαφάνιση μιας υπαρκτής ταυτότητας αντί της προάσπισης της ορατότητας των ανάπηρων συνανθρώπων μας.

Όπως μάλιστα αναφέρει σε σχετική ανακοίνωση η Κίνηση Χειραφέτησης Αναπήρων “Μηδενική Ανοχή”:

Τα ζήτημα της καταπίεσης και της κοινωνικής περιθωριοποίησης που βιώνουν τα ανάπηρα άτομα ΔΕΝ κρύβονται πίσω από ευχολόγια.
Η εστίαση στο αυτονόητο γεγονός ότι τα ανάπηρα υποκείμενα είναι ΑΝΘΡΩΠΟΙ και όχι ΑΝΑΠΗΡΟΙ υποδηλώνει την άγνοια στα βασικά αυτονόητα που συνθέτουν τις διεκδικήσεις των αναπήρων τα τελευταία 40 και πλέον χρόνια. Το ατομικό/ιατρικό μοντέλο αναπηρίας υπενθυμίζει ότι όντως είμαστε ΑΝΘΡΩΠΟΙ αλλά επειδή έχουμε κάτι στραβό η επιστήμη προσπαθεί να το διορθώσει ώστε να γίνουμε σαν τους κανονικούς ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ. Η εστίαση στην προσωπική εμπειρία και η συνεχής επίκληση στα αστικά δικαιώματα αποδυναμώνει την ουσιαστική κριτική και μετατρέπει την διεκδίκηση μας για κοινωνική δικαιοσύνη συμβατη με νεοφιλελεύθερες αντιλήψεις. Διαχωρίζουμε τις βλάβες που έχουμε στα σώματα μας από την καταπίεση που βιώνουμε με την επιβολή της αναπηρίας. Ορίζουμε την αναπηρία ως κοινωνική καταπίεση και όχι ως είδος βλάβης. Η κοινωνία είναι δομημένη από μη ανάπηρους /ες ανθρώπους με ικανότητες για ανθρώπους με ικανότητες και αυτό μας καθιστά μη λειτουργικούς.
Όσο τα χαρακτηριστικά μας καθορίζουν την κοινωνική συμμετοχή μας δίχως εστίαση στην δομη της κοινωνίας, οι επιλεκτικές «παραχωρήσεις» σε όλες/ους εμάς που έχουμε ορισθεί ως ανάπηροι και η αναγνώριση μας ως «ΆΝΘΡΩΠΟΙ ΜΟΝΟ» αποτελεί σκαστό ψεύδος και ύβρη.

Είμαστε περήφανοι/ες ανάπηρες/οι και παλεύουμε για έναν πιο δίκαιο κόσμο”.

«Ο αδελφός μου» του Θοδωρή Παπαδουλάκη

Η ταινία του Παπαδουλάκη δεν διαφέρει από όλα τα παραπάνω. «Ο αδελφός μου», υποτίθεται, προσπαθεί να ευαισθητοποιήσει την κοινή γνώμη σχετικά με τα προβλήματα προσβασιμότητας των ανάπηρων συμπολι΄των μας κι εμπνευσμένος από ένα πραγματικό γεγονός. Μέχρι εδώ όλα καλά θα πείτε. Όμως, παρακολουθώντας προσεκτικά το σχετικό φίλμ, θα το βρείτε σχεδόν παντού, είναι πολλές οι ενστάσεις που μπορούν να παρατηρηθούν. Η βασικότερη είναι ότι δεν αρκεί να δείξεις μια πόλη, όπως τα Χανιά – αυτά πρωταγωνιστούν στην ταινία, με τα απλωμένα τραπεζοκαθίσματα, τους ανάλγητους θαμώνες των καφέ και αυτούς που ελαφρά τη καρδία παρκάρουν, για λίγο μόνο, καθώς λένε, στις ράμπες αναπήρων όταν δεν προσεγγίζεις τις αιτίες που οδηγούν σε μια τέτοια συμπεριφορά. Αυτό είναι κάτι που όλοι βιώνουν και γνωρίζουν. Και η ταινία δεν λέει, για΄τι δεν θέλει να το πει ότι αγοραία αντίληψη της παρούσας δημοτικής αρχής και όλων των προηγούμενων, στο όνομα της τουριστικής κι εμπορικής ανάπτυξης, είναι που έχει καταστήσει την πόλη μια μεγάλη καφετέρια, ένα τεράστιο ξενοδοχείο. Το κέντρο της πόλης, που δεν περνά μέρα να μην το περπατήσω, ασφυκτιά για να εξυπηρετηθεί η κρουαζιέρα και οι τουριστικοί πράκτορες και με το οδικό δίκτυο της πόλης να καταρρέει και με ανύπαρκτη δημοτική συγκοινωνία και δωρεάν δημοτικό πάρκινγκ και φυσικά χωρίς καμία πρόβλεψη για τους ανάπηρους συμπολίτες μας. Αυτά όμως ούτε κατά διάνοια δεν προσεγγίζονται στην ταινία. Άλλη βασική ένσταση, ίσως σημαντικότερη κι από την πρώτη είναι ότι στην ταινία δεν πρωταγωνιστεί το ανάπηρο υποκείμενο αλλά ο αρτιμελές, ο αδερφός της, που αφού συναντά όλα τα γνωστά εμπόδια καταλήγει να πάρει ένα λοστό και να αρχίσει να καταστρέφει καρέκλες, τραπέζια κι αυτοκίνητα εκφρ’αζοντας έτσι τον θυμό και την απόγνωση του, δημιουργώντας μια έντονη συναισθηματική φόρτιση -αυτό το πετυχαίνει αβίαστα ο σκηνοθέτης, το ομολογώ.

Όμως παίζοντας με την επίκληση στο συναίσθημα -έτσι μας έλεγαν στο μάθημα της έκθεσης την χειραγώγηση των συναισθημάτων του δέκτη για να επηρεάσουμε υπέρ της δίκης μας θέσης όσο στρεβλή κι αν είναι, κι εστιάζοντας αποκλειστικά στην προσωπική τραγωδία (του συνοδού κυρίως αλλά και της γυναίκας στο αναπηρικό αμαξίδιο) και προτείνοντας την αυτοδικία ως πρόσκαιρη λύση απέναντι σε ένα ζήτημα καθαρά πολιτικό και κοινωνικό, συναισθηματικοποιώντας κι άρα εξαφανίζοντας το αίτημα για ορατότητα των ανάπηρων συμπολιτών μας, παρουσιάζοντας καταστάσεις που όλοι γνωρίζουμε αλλά που κανένας μας ποτέ, ούτε μία φορά δεν έχει εκφράσει τη διαμαρτυρία του… το μήνυμα δεν είναι αυτό που έπρεπε να είναι. Ναι, εντάξει, ας πούμε πάλι, τι έχουμε να χάσουμε, ότι ο δημιουργός προσπαθεί να φτιάξει, δήθεν αλλά ας του αναγνωρίσουμε καλή πρόθεση κι ενδιαφέρον, μια ταινία μικρού μήκους με κοινωνικό μήνυμα. Στην ουσία όμως ο σκηνοθέτης, από την πλευρά του αρτιμελούς που δεν έχει τέτοια προβλήματα δεν διεκδικεί την ορατότητα των ανάπηρων συμπολιτών μας (όπως κι ο βιαστής δεν διεκδικεί να μπει τέλος στον σεξισμό ή όπως ο ιμπεριαλιστής που δεν προωθεί την κοινωνική δημοκρατία στις χώρες της κατοχής του), ούτε περνά κάποιο ουσιαστικό μήνυμα. Αντίθετα, κατασκεύασε ένα, ακόμα ένα, ωραιοποιημένο χριστουγεννιάτικο φιλμάκι τής σειράς για να προκαλέσει οίκτο και μόνο οίκτο του τύπου “το κακόμοιρο παιδί πως ζει έτσι και τι τραβάει” (όπως ακριβώς γίνεται με την καθαρίστρια στο τέλος της ταινίας).

adelfos1

Γράφει σχετικά ο Αντώνης Ρέλλας, ανάπηρος ακτιβιστής και σκηνοθέτης:

Με αφορμή την ταινία μικρού μήκους «Ο αδελφός μου» του Θοδωρή Παπαδουλάκη πήρα την πρωτοβουλία να φτιάξω μια μικρή εταιρία και να νοικιάζω ανάπηρα άτομα (μαζί με εμένα) για να τα σπάτε εσείς οι μη ανάπηροι στην πόλη μας έχοντας το απόλυτο άλλοθι. Αφού σε αυτήν την νέα τάξη πραγμάτων τα ΠΡΑΓΜΑΤΑ είμαστε εμείς να τα κονομήσουμε ρε αδελφέ…

Εδώ τελειώνει η πλάκα και αρχίζει η κριτική. Ο Παπαδουλάκης στην ταινία του αναπαράγει την θεωρία της «προσωπικής τραγωδίας», επιλεγεί την παθητική εκδοχή του ανάπηρου υποκείμενου(ανάπηρο κορίτσι), τοποθετεί την λύση μέσα από την αντίδραση του μη ανάπηρου αδελφού(μη ανάπηρο αγόρι) και εκτοξεύει το inspiration porn* σε άλλα επίπεδα. Όντως οι ανάπηρες/οι είναι αδύναμοι να αξιοποιήσουν όλες τις δυνατότητές τους εξαιτίας του καταπιεστικού αντίκτυπου μιας μη ανάπηρης κοινωνίας, η οποία λειτουργεί με τους όρους του καπιταλισμού όπου μια ισχυρή ηγεμονεύουσα τάξη κυριαρχεί, μεταξύ άλλων και επί των ανίσχυρων αναπήρων. Έτσι, η ευθύνη της αλλαγής τοποθετείται μάλλον στην κοινωνία παρά στα ανάπηρα άτομα. Τα ανάπηρα άτομα παύουν να αποτελούν το αντικείμενο της επέμβασης και επανατοποθετούνται ως υποκείμενα στη δική τους ζωή. Αυτή είναι η θέση του θεωρητικού και θεμελιωτή της σπουδής της αναπηρίας, Mike Oliver και δημιουργού του κοινωνικού μοντέλου της αναπηρίας. Ο Παπαδουλάκης στο έργο του αποτυπώνει την κυρίαρχη αντίληψη, τον «πολιτισμικό ιμπεριαλισμό» για τις δικές μας ζωές. Έχει κάθε δικαίωμα να το πράξει όπως έχω και εγώ το δικαίωμα να τον κρίνω.
Το «πρόβλημα» αγαπητέ συνάδελφε δεν βρίσκεται απαραίτητα στις καθημερινές πράξεις των σωματικά ικανών είτε ως προκατάληψη, είτε ως εκδήλωση εχθρικών κοινωνικών συμπεριφορών. Εντοπίζεται κυρίως στις θεσμοποιημένες πρακτικές της κοινωνίας”.

Δευτερεύουσες ενστάσεις αλλά εξίσου σημαντικές

Ακολουθούν ακόμα δύο, δευτερεύουσες αλλά εξίσου σημαντικές ενστάσεις για την ταινία του Παπαδουλάκη (που προυποθέτουν να έχετε παρακολουθήσει την ταινία):

1) Η εμφάνιση του νεαρού (δηλαδή του αδερφού που εκδικείται την ανάλγητη πόλη) με κουκούλα και λοστάρι παραπέμπει στην γνώριμη, εδώ και δεκαετίες μέσα από τους τηλεοπτικούς μας δέκτες, εικόνα των “μπαχαλάκηδων”. Είναι άραγε τυχαίο; Ολόκληρο το στήσιμο της εναρκτήριας σκηνής παραπέμπει, παραπλανώντας τον θεατή, σε αυτό ακριβώς. Χρειάζεται άραγε κουκούλα για να εκφράσει την δίκαια οργή του ο πρωταγωνιστής για τις δομές μιας πόλης που δεν συνυπολογίζει τους ανάπηρους συμπολίτες της;
2) Θέλοντας να δείξει τους καταπατητές του δημοσίου χώρου και των χωρών πρόσβασης των αναπήρων ο σκηνοθέτης ταυτίζει τις καφετέριες που απλώνουν τα τραπεζοκαθίσματα τους σε κάθε χιλιοστό πάνω στα πεζοδρόμια -εμποδίζοντας όχι μόνο τους επιβαίνοντες σε αναπηρικό αμαξίδιο αλλά και μητέρες με παιδιά και αρτιμελείς διαβάτες- με τον πλανόδιο σουβλατζή, λες κι είναι ακριβώς το ίδιο. Τυχαίο κι αυτό;

Όχι, προφανώς. Δεν ξέρουμε αν είναι και συνειδητό όλο αυτό, θα περιοριστούμε στο να το υποψιαζόμαστε. Γιατί, αν κι εσύ φίλε αναγνώστη και φίλη αναγνώστρια είσαι λίγο υποψιασμένος/η, θα δεις πως πίσω από αυτή την “αθώα” σκηνή κρύβεται το αίτημα -το οποίο προωθείται από συγκεκριμένους επιχειρηματικούς κύκλους και στα Χανιά και παντού- για μια πόλη ομοιόμορφη, χωρίς στοιχεία κι ανθρώπους που θα δίνουν ένα άλλο χρώμα. Στα αγγλικά αυτό λέγεται gentrification, αναζήτησε τη λέξη. Και θα καταλάβεις. Έτσι λοιπόν και μόνο που υπάρχει αυτή η οπτική ως υπόβαθρο, το όποιο μήνυμα που υποτίθεται (δες παραπάνω) ήθελε να περάσει στο κοινό ο σκηνοθέτης χάνεται.

Η λύση δεν είναι η διεκδίκησης της ομοιομορφίας

Γιατί οτιδήποτε άλλο μας χαλάει την αισθητική μας ή είναι, υποτίθεται, ανώφελο να διεκδικήσει την ορατότητα και την προσβασιμότητα σε κάθε τομέα της δημόσιας ζωής. Ούτε βέβαια ο επιφανειακός ανθρωπισμός των Χριστουγέννων ή το κρύψιμο κάτω από το χαλί της μικροαστικής ευαισθητοποίησης των πραγματικών αιτιών που οδηγούν στην περιθωριοποίηση των ανάπηρων, καλλιεργώντας με αυτό τον τρόπο απεχθής και ιδιαίτερα επικίνδυνους διαχωρισμούς. Αξίζει σε αυτό το σημείο να αναφερθεί πως η λύση σ’ αυτούς τους διαχωρισμούς και τις δράσεις που τους προάγουν καλλιεργώντας ένα μισαναπηρικό κλίμα είναι μόνο οι κοινοί αγώνες του εργατικού κι αναπηρικού κινήματος ενάντια στο ξεπούλημα της δημόσιας Υγείας και σε κάθε είδους διαχωρισμό μέσα στην εργατική τάξη και τα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα όπως ακριβώς ενός τέτοιου είδους διαχωρισμός είναι η διάκριση, η περιθωριοποίηση και ο αποκλεισμός κάποιων ανθρώπων λόγω της σωματικότητας τους.