Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Όταν «η γλώττα προτρεχέτω του νοός» – Απάντηση σ’ ένα λιβελλογράφημα

Ο ελληνικός κινηματογράφος των δεκαετιών του ’50 και του ’60 (πριν τη χούντα) είχε γενικά φτωχές παραγωγές. Κυρίως σε τεχνικά μέσα, σε προσφορά πλειάδας ηθοποιών και σε άλλες, παρόμοιου είδους παραμέτρους. Άλλωστε, η Ελλάδα των δύο πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών δεν ήταν Αμερική με Χόλυγουντ, ούτε καν κάποια από τις προηγμένες ευρωπαϊκές χώρες με παράδοση στην έβδομη τέχνη, όπως η Γαλλία, η Ιταλία ή η Αγγλία, αλλά ούτε καν και κάποια από τις λιγότερο ανεπτυγμένες δυτικοευρωπαϊκές χώρες. Ωστόσο, υπήρξαν προσπάθειες, κάποιες ιδιαίτερα σημαντικές, ακόμα και εμβληματικές, παρ’ όλη την ένδεια σε χρήμα και σε μέσα, που κατέληγαν σε ταινίες που έχουν αφήσει το αποτύπωμά τους στον χώρο της τέχνης στην Ελλάδα. Εξαιρετικοί ερμηνευτές, οι περισσότεροι προερχόμενοι από τον χώρο του θεάτρου, επιλεγμένοι σεναριογράφοι και σκηνοθέτες με μεράκι και θέληση να φτιάξουν ένα φιλμ αξιώσεων, παρά τα πενιχρά μέσα που διέθεταν.

Μια από τις πιο επιτυχημένες κωμωδίες της εποχής (1962) ήταν και η γνωστή ταινία της Φίνος «Ο Θόδωρος και το δίκανο» σε σκηνοθεσία του Ντίνου Δημόπουλου και σενάριο του αξέχαστου Νίκου Τσιφόρου, με πρωταγωνιστές τους Μίμη Φωτόπουλο, Νίτσα Τσαγανέα, Λαυρέντη Δανέλλο, Βάσω Μεριδιώτου, Σμαρούλα Γιούλη, Αντιγόνη Κουκούλη, Κώστα Βουτσά, Χρήστο Τσαγανέα και άλλους. Ήταν σ’ αυτή την ταινία, όπου διαμείβεται ο γνωστός διάλογος μεταξύ Φωτόπουλου και Διανέλλου, με αποδέκτες τις – κινηματογραφικές – συζύγους τους Νίτσα Τσαγανέα και Βάσω Μεριδιώτου και ακούγεται εκείνη η αξέχαστη ατάκα, δυο φορές μάλιστα, ελαφρά παραλλαγμένη:

Η πρώτη (Διανέλλος προς Μεριδιώτου):

  • Ρωξάνη, μη προτρεχέτω η γλώττα του νοός!

και η δεύτερη (Φωτόπουλος προς Ν. Τσαγανέα):

  • Αγγελική, προτρεχέτω η γλώττα του νοός!

Απαραίτητη αυτή η εισαγωγή για έναν απλό λόγο. Αν κάποιος θέλει σήμερα κάτι να πει ή να γράψει και πρέπει ντε και καλά να στηρίξει με κάθε τρόπο την άποψή του, μπορεί εύκολα να διολισθήσει σε λέξεις, φράσεις, έννοιες, ακόμα και σε ολόκληρα κείμενα, που δεν έχουν σχέση με την αλήθεια ή που μπορούν να εμφανίζουν απόψεις τόσο στρεβλές, που δεν τις αντέχει ούτε ο κοινός νους. Αρκεί να ικανοποιούν τον ομιλητή ή τον συντάκτη.

Φυσικά, δεν είμαστε παιδιά να θεωρούμε ότι σε πολιτικό-ιδεολογικό-κοινωνικό επίπεδο κάποιος απλά αφήνει τη γλώσσα του (προφορική ή γραπτή) να τρέξει πιο μπροστά από το μυαλό του, ώστε στο τέλος να καταλήγει να λέει αναλήθειες ή ανοησίες. Είμαστε σίγουροι ότι τέτοιες απόψεις παρατίθενται συνειδητά και με πλήρη γνώση ότι αυτά που λέγονται ή γράφονται είναι αναλήθειες, διαστρεβλώσεις άλλων λεχθέντων ή ακόμα και ύβρεις. Φτάνει να ντυθεί μια ομιλία ή ένα κείμενο με μερικές βαρύγδουπες εκφράσεις και πιασάρικες λέξεις και μετά όποιον πάρει ο χάρος. Και στο τέλος να  βγάζει – ο ομιλών ή ο συντάκτης – και συμπέρασμα ότι έχει δίκιο και όλοι οι άλλοι άδικο!

Η κυρία Σοφία Γιαννακά, πρώην βουλευτής του ΠΑΣΟΚ και αποτυχούσα να εκλεγεί την τελευταία φορά που έβαλε υποψηφιότητα, δημοσιογραφεί σήμερα στην ειδησεογραφική ιστοσελίδα “iefimerida” (www.iefimerida.gr) και έχει αναλάβει εργολαβικά τον ρόλο της αρθρογράφου του αντικομμουνισμού. Με γειά της με χαρά της, θα πει κάποιος. Άξιος ο μισθός της, μάλιστα, θα συμπλήρωνα εγώ.

Από αυτό το σημείο όμως, μέχρι το να κατασκευάζει λιβελλογραφήματα σαν αυτό της 23ης του Μάρτη, με τίτλο «Ποιοι μισούν την 25η Μαρτίου», η απόσταση είναι χαώδης.

Δεν θα κάτσω τώρα να αναλύσω λέξη προς λέξη, όλο αυτό το απίθανο και απύθμενου θράσους κείμενο, αλλά πρέπει να υπενθυμίσουμε στην εν λόγω κυρία ότι ο πατριωτισμός για τον οποίο αναλώνεται σχεδόν σε ολόκληρο το κείμενό της, δεν έχει καμιά σχέση με:

  • Τις αναφορές Γάλλων διπλωματών στο …Twitter
  • Τη δήθεν σφυρηλάτηση των δεσμών της χώρας μας με την «πολιτισμένη» Δύση. Ποια Δύση; Αυτήν των εκατοντάδων επεμβάσεων όπου γης; Των δεκάδων αποικιοκρατικών καθεστώτων, και μάλιστα αμέσως μετά τη Γαλλική Επανάσταση, ιδιαίτερα από εκείνες τις χώρες, που «στάθηκαν στο πλευρό» των επαναστατημένων Ελλήνων; Αυτών των ίδιων χωρών, που διατήρησαν τις αποικίες τους με φωτιά και σίδερο, ακόμα και μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου; Αυτών που έχουν στηρίξει μέχρι σήμερα και με κάθε τρόπο τις δικτατορίες σε όλες τις ηπείρους, προκειμένου να απομυζούν τον μόχθο εκατομμυρίων φτωχών;
  • Την «τιμή» που μας κάνουν με την παρουσία τους οι εκπρόσωποι μιας από τις τελευταίες μοναρχίες του πλανήτη, μαζί με άλλους υψηλόβαθμους των χωρών του διεθνούς ιμπεριαλισμού.
  • Με την ευαγγελιζόμενη «ανύψωση» της χώρας στο διεθνές ιμπεριαλιστικό στερέωμα, ως χώρα-μεντεσέ στην περιοχή μας, για να περνούν τα σχέδια επέκτασης των μεγάλων μονοπωλίων, σε βάρος του λαού μας και σε βάρος των λαών της περιοχής. Και μάλιστα, με τον φόβο να βρεθούμε στο μάτι του κυκλώνα, σε περίπτωση διεθνούς σύρραξης.
  • Με τις κραυγές περί Πατρίδας, Πατριωτικού και Εθνικού και με τις αναφορές για την απόλυτη ταύτιση ελληνικότητας και χριστιανοσύνης, που συνειρμικά παραπέμπουν και κάτι από το χουντικό Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια.

Ο πατριωτισμός είναι έννοια κενού περιεχομένου, αν δεν εμπεριέχει μέσα της την έγνοια για τον λαό αυτής της «φλούδας της γης», όπως τη λέει και ο μεγάλος Νίκος Γκάτσος στον εμβληματικό του «Τσάμικο» που τον έκανε μουσικό αριστούργημα ο αξέχαστος Μάνος Χατζιδάκις. Αν δεν βάζει πάνω από όλα την ευημερία του, την προκοπή του και την κοινωνική του απελευθέρωση. Αν αυτός που τον αναφέρει, δεν ενδιαφέρεται πως αυτός ο λαός θα μορφωθεί, πως θα αντιμετωπίσει τα προβλήματα επιβίωσης, πως θα ζήσει απέναντι στην αρρώστια και στο θανατικό. Όχι πως θα χτίσει η μπουρζουαζία της χώρας ένα ισχυρό brand name, για τα δικά της συμφέροντα, με τον λαό στη γωνία.

Ο πατριωτισμός είναι έννοια συνυφασμένη με ηρωικές πράξεις σαν αυτές του Παπαφλέσσα στο Μανιάκι, του Διάκου στην Αλαμάνα, του Καραϊσκάκη στο Φάληρο, του Μάρκου Μπότσαρη στο Μεσολόγγι και του Ανδρούτσου στο Χάνι της Γραβιάς. Είναι συνυφασμένος με τις μάχες των ανταρτών της Εθνικής Αντίστασης κόντρα σε απίστευτα πιο πολυάριθμο αντίπαλο, στον Φαρδύκαμπο, στην Αράχωβα, στον Αχλαδόκαμπο, στη Στυμφαλία αλλά και στο Κάστρο του Υμηττού, στο σπιτάκι της οδού Μπιζανίου στη Καλλιθέα και στην Ηλεκτρική στο Κερατσίνι και σε δεκάδες άλλους τόπους. Ανθρώπων που μπροστά στο γενικό καλό αψήφησαν τον θάνατο. Ο πατριωτισμός είναι έννοια που σχετίζεται με την ασίγαστη πάλη «για όλου του κόσμου το ψωμί, το φως και το τραγούδι», χωρίς εκπτώσεις και υποχωρήσεις, χωρίς συμμαχίες, ασταθείς ή σταθερές, μ’ εκείνους που νοιάζονται μόνο για τις δικές τους πισίνες και τα γιωτ.

Κάτι ακόμα:

Γράφει η κυρία Γιαννακά ότι: «Από τον Γιάννη Κορδάτο ως σήμερα, η Αριστερά παλεύει (μάταια, όπως αποδεικνύεται) να βάλει στο ’21 έναν ταξικό χαρακτήρα, αφαιρώντας τον εθνικό, θέλοντας να επιβάλλει, στην πραγματικότητα, τη στρατηγική της για την κατάληψη της εξουσίας από το Κομμουνιστικό Κόμμα.»

Να της πούμε ότι η Επανάσταση του 1821, από τα ίδια τα χείλη των πρωτεργατών της (Ρήγας, Φιλικοί κλπ.) έβαζε διπλό στόχο. Τη διενέργεια εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα και παράλληλα την κοινωνική απελευθέρωση του λαού από κάθε λογής δυνάστες. Ο Θούριος φωνάζει στους σκλαβωμένους:

Ανδρείοι καπετάνιοι, παπάδες, λαϊκοί,
σκοτώθηκαν, κι αγάδες, με άδικον σπαθί·
κι αμέτρητ’ άλλοι τόσοι, και Τούρκοι και Ρωμιοί,
ζωήν και πλούτον χάνουν, χωρίς καμιά ΄φορμή.

Σ’ Ανατολή και Δύσι και Νότον και Βοριά,
για την Πατρίδα όλοι να `χωμεν μια καρδιά·
στην πίστιν του καθένας ελεύθερος να ζη,
στην δόξαν του πολέμου να τρέξωμεν μαζί.
Βουλγάροι κι Αρβανίτες, Αρμένοι και Ρωμιοί,
αράπηδες και άσπροι, με μια κοινή ορμή,
για την Ελευθερίαν να ζώσωμεν σπαθί,
πως είμασθ’ αντρειωμένοι, παντού να ξακουσθή.

Ο Ρήγας, που βροντοφώναζε: ”Καλλιό ΄ναι μιας ώρας ελεύθερη ζωή“, δεν το ΄λεγε μόνο στους σκλαβωμένους Έλληνες. Ούτε υπηρετούσε κάποιον στείρο «εθνικισμό», τα μηνύματα στον Θούριο του είναι ξεκάθαρα. Ο ίδιος, όπως και οι περισσότεροι Φιλικοί, ήταν έντονα επηρεασμένος από τις ιδέες του ευρωπαϊκού διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης, που ήταν η εμβληματικότερη από όλες τις κοινωνικές επαναστάσεις του 19ου αιώνα. Μια επανάσταση βαθιά ταξική, που σημάδευε την πάλη του καινούργιου απέναντι στο παλιό και ξεπερασμένο. Το ίδιο και την υπόδουλη Ελλάδα, που σημειωτέον μέχρι τότε δεν είχε στοιχεία κράτους, έστω κράτους υπόδουλου σε ξένον κατακτητή. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία, χτισμένη πάνω σε φεουδαρχικές σχέσεις, απλώνονταν σε μια τεράστια έκταση, που εκτός από ολόκληρη τη βαλκανική χερσόνησο, κυριαρχούσε σε εκτάσεις στην Ασία και στη Αφρική, ενώ τα σύνορά της έφταναν μέχρι τις σημερινές χώρες της κεντρικής Ευρώπης.

Αυτές οι σχέσεις είχαν αρχίσει να φθίνουν και να βρίσκονται αντιμέτωπες με το καινούργιο που ξεπεταγόταν ανεξέλεγκτα παντού, απ’ άκρου σ’ άκρο, μέσα στην αυτοκρατορία. Και δημιουργούσε αντιφάσεις, κοινωνικές και οικονομικές, που μοιραία οδηγούσαν σε συγκρούσεις. Αντικειμενικά, όταν οι αντιφάσεις αυτές οξύνθηκαν σε σημείο μη ελεγχόμενο, το έδαφος για την επανάσταση είχε ήδη στρωθεί. Έλειπε η οργάνωση και η σπίθα, που δεν άργησαν να κάνουν την εμφάνισή τους. Ωστόσο, ο δρόμος που περπάτησε η επανάσταση ΔΕΝ ήταν ευθύς, ούτε στρωμένος με λουλούδια. Στους κόλπους της και όσο αυτή ακόμα διαρκούσε, ξετυλίχθηκαν δυο εμφύλιοι πόλεμοι, που αντικατόπτριζαν τις αντιθέσεις ανάμεσα στις κοινωνικές ομάδες που συμμετείχαν σ’ αυτήν και που προσπαθούσαν, η κάθε μια από την πλευρά της, να υπερισχύσουν απέναντι στις άλλες ανταγωνίστριες ομάδες, με σκοπό τον έλεγχο της επανάστασης και στη συνέχεια τον έλεγχο του κυοφορούμενου νέου κράτους που θα προέκυπτε μετά από αυτήν. Ανάμεσα και σε άλλα, αυτό καταρρίπτει με πάταγο τον μύθο περί εθνικής ομοψυχίας. Ακόμα, δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η επέμβαση των τότε μεγάλων δυνάμεων, τις οποίες εξυμνεί η κυρία Γιαννακά, δεν έγινε λόγω «αγνών φιλελληνικών» προθέσεων. Η κάθε μια από αυτές ξεχωριστά και για τα δικά της συμφέροντα, επενέβη στη διαμάχη μεταξύ των επαναστατών και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, προκειμένου να ελέγξει και στη συνέχεια να επιβάλλει με τον τρόπο της την επικυριαρχία της πάνω στο αναμενόμενο νεοσύστατο κράτος, που θα προέκυπτε. Ταυτόχρονα, πάλι η κάθε μια ξεχωριστά, προσέβλεπε με τη βοήθειά της στους επαναστατημένους Έλληνες τον διαμελισμό της Αυτοκρατορίας και μετά τον έλεγχο των εδαφών, των εμπορικών, χερσαίων και θαλάσσιων, οδών και σε κάθε είδους όφελος που θα μπορούσε να προκύψει από αυτόν τον διαμελισμό.

Τα έχουν πει κι άλλοι αυτά, ο καθένας με τον δικό του τρόπο.

Ο Γιάννης Σκαρίμπας (Το 21 και η αλήθεια)

«Το είπα και το ξαναλέω: Το 21 δεν ήταν όμοιο με καμία επανάσταση του κόσμου. Το ότι, παρά τον Μέττερνιχ και το Συνέδριο της Βιέννης, παρά τον Ιμπραήμ και τον Ιγνάτιο, παρά τον Κοραή και το Βρυώνη, παρά την αντίδραση του Ιερατείου και των Προκρίτων, μπόρεσε και να εκραγεί και να σταθεί, αυτό δεν ήταν θαύμα – γιατί το θαύμα είναι μια παραβίαση της φυσικής διαδικασίας της ύλης (πράγματα της δικαιοδοσίας των Αγίων μας).

 Το 21, ήταν μια Εθνικο-Κοινωνική επανάσταση, η πρώτη και η τελευταία της Ιστορίας. Χτύπησε τον Κιουταχή και τον Δράμαλη, όσο και το ντόπιο τσορμπατζή και το δυνάστη. Αποθέωσε τον Κανάρη, ενώ κατέλαβε την Καγκελαρία της Ύδρας εξ εφόδου. Κήδεψε το Μάρκο Μπότσαρη και τον Μπάυρον, ενώ στα Βέρβαινα θα ’σφαζε τον Παλαιών Πατρών και τους Προκρίτους…»

Ο Βάρναλης

«…

— Λαός δεν είν’ αυτό που βλέπετε, είναι πολιτεία.
Θα τονε βρείτε δουλευτή κι αγωνιστή σε κάμπο,
σε θάλασσα, σε φάμπρικα, σε κάτεργα, σε τάφους…
… Κι είναι μαζί του όλ’ οι λαοί του κόσμου αναστημένοι
κι «όθε χαράζει, ώσπου βυθά», του ηλιού το δρόμο παίρνουν
για σε, Αρετή και Λευτεριά, με το σπαθί στο χέρι…»

Ο Σεφέρης

«Όταν κατά τα μέσα του 19ου αιώνα ο ελληνικός λαός ετοιμαζότανε να σπάσει τα δεσμά του, η χώρα που βρέθηκε πολύ φυσικά στο πλευρό του για να του δώσει τα φώτα της ήταν η Γαλλία … Είναι γνωστό ότι την ιδεολογική δομή της Επανάστασης του ’21 την έδωσαν οι ιδέες που προετοίμασαν τη Γαλλική Επανάσταση … Γιατί πράγματι, δεν υπάρχει απελευθερωτικό κίνημα, εκτός αν εννοούμε μ’ αυτή την έκφραση πραξικοπήματα υποκινούμενα από ξένα συμφέροντα, δεν υπάρχει αληθινό απελευθερωτικό κίνημα που να μην έχει γαλουχηθεί με ιδέες, που να μην έχει γίνει από λαό άξιο να αποδεχτεί και να εφαρμόσει τις ιδέες για τις οποίες αγωνίζεται…»

Ο Δημήτρης Φωτιάδης:

«…Δύο είταν τα Εικοσιένα: Το ένα του λαού και των πιο προοδευτικών ανθρώπων εκείνου του καιρού, το άλλο των κοτζαμπάσηδων και των πολιτικάντηδων. Του πρώτου οι ρίζες αντλούνε τους χυμούς τους από τα “Δίκαια του ανθρώπου” του Ρήγα Βελεστινλή, πάνω στ’ άλλο πέφτει βαρύς ο ίσκιος της “Πατρικής Διδασκαλίας” του Μακαριωτάτου Πατριάρχη της Αγίας Πόλης Ιερουσαλήμ Κυρ-Άνθιμου – ή πιο σωστά του Γρηγορίου».

αλλά και άλλοι σύγχρονοι μελετητές και ιστορικοί.

Αν έχουν λοιπόν κάποιοι μίσος για την Επανάσταση, αυτοί βρίσκονται έξω από αυτούς που κατονομάζει η κυρία Γιαννακά. Και κυρίως έξω από το ΚΚΕ. Της συνιστούμε να ξαναδιαβάσει προσεκτικά την διακήρυξη, στην οποία αναφέρεται με τέτοιον ξεδιάντροπο τρόπο. Και να δει ότι στην αρχή της, ως προμετωπίδα, υπάρχει απόσπασμα από το γραπτό του Ρήγα, ενώ αμέσως μετά αναφέρεται ότι:

Η Επανάσταση του 1821 ήταν αστική εθνικοαπελευθερωτική επανάσταση, γνήσιο «τέκνο» της εποχής της. Προέκυψε ως συνέπεια των κοινωνικοοικονομικών αντιθέσεων που οξύνθηκαν την περίοδο μετάβασης από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό. Αποτέλεσε μία από τις κοσμογονικές αλλαγές που συντελούνταν εκείνη την περίοδο, έναν από τους πολλούς κρίκους των αστικών επαναστάσεων, που πραγματοποιήθηκαν στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα: στη Βόρεια Αμερική (1775), στη Γαλλία (1789), στην Ιταλία, την Ισπανία και την Πορτογαλία (1820), στη Λατινική Αμερική (1811-1830), στο Βέλγιο (1830), κλπ.

Σε αυτά, η κυρία Γιαννακά «ανακαλύπτει» μίσος για την 25η Μαρτίου. Πιστεύουμε ότι συνειδητά γράφει αυτά που γράφει. Και γι’ αυτό, επαναλαμβάνω: Άξιος ο μισθός της.

Αλλιώς
«Μη προτρεχέτω η γλώττα του νοός»

Παναγιώτης Μελάς
Συνταξιούχος Α’ Μηχανικός Ε.Ν.
Γραμματέας Παραρτήματος Καλλιθέας ΠΕΑΕΑ-ΔΣΕ