Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Όταν οι πρόσφυγες της Μικράς Ασίας και του Πόντου ήταν «τουρκόσποροι» και «όψιμοι Έλληνες»

Γράφει ο Νίκος Μόττας //

Πέρασε σχεδόν ένας αιώνας. Τότε ήταν οι πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία και τον Πόντο. Θύματα της ιμπεριαλιστικής «Μεγάλης Ιδέας» και του κεμαλικού εθνικισμού διέσχιζαν το Αιγαίο για να σωθούν.

Όσοι κατάφερναν να πατήσουν σε ελληνικό έδαφος, στο έδαφος της «μητέρας πατρίδας», έρχονταν αντιμέτωποι με το ρατσισμό των ελλαδιτών. «Τουρκόσπορους» τους ανέβαζαν, «όψιμους έλληνες» τους κατέβαζαν. Πρωτοστατούντες στο ρατσισμό αυτό ήταν όσοι παρίσταναν τους υπερπατριώτες, τους «ελληναράδες» της εποχής.

Διαβάζουμε στην εφημερίδα «Μακεδονία» στις 21/4/1932: «Κατά την άθλιαν των λογικήν οι βουλευταί του Λαϊκού κόμματος θεωρούν πότε τους Πόντιους ως απογόνους των Σελτζούκων, άλλοτε υβρίζουν τους Μικρασιάτας και τους Θράκας ως Τουρκόσπορους και τώρα τους εκ του Βορρά πρόσφυγας ως Βουλγάρους»!

Ο Γ. Σεφέρης, γεννημένος στα Βουρλά της Μικρασίας, σημείωνε: «Για τους ανθρώπους του Κωνσταντίνου εμείς που είχαμε ανατραφεί μόνο με μια μεγάλη λαχτάρα, την Ελλάδα, ήμασταν οι Τουρκόσποροι…» (Γ. Σεφέρης, Χειρόγραφο Σεπτ. ΄41, Αθήνα 1972, σ. 10-11).

Για τα ελλαδίτικα ρατσιστόμουτρα της εποχής, οι ένοχοι για την φτώχεια και την ανέχεια που είχε επιβάλλει στη χώρα η αστοτσιφλικάδικη ολιγαρχία ήταν οι πρόσφυγες. Χαρακτηριστική η φράση που αποτυπώνεται στο βιβλίο του Θέμου Κορνάρου «Το ξεκίνημα μιας γενιάς»: «Εμείς δεν έχουμε να φάμε, δε χωράμε στην ψωροκώσταινα, κι ορίστε κι ενάμιση εκατομμύριο τουρκόσποροι να σου παρασταίνουνε τους ρωμηούς και να γυρεύουνε μερτικό από τη γη μας» (Θ. Κορνάρος, Το ξεκίνημα μιας γενιάς. Από τα βαλτονέρια της Μεγάλης Ιδέας, εκδ. Χρόνος, Αθήνα, σ. 73.).

Ακόμη κι’ όταν έβρισκαν προσωρινή εγκατάσταση κάπου, οι πρόσφυγες της Μικρασίας και του Πόντου αντιμετωπίζονταν με ρατσιστική χολή. «Τα πάντα παρεδόθησαν εις τους κύνας και ουδείς εσκέφθη ποτέ να εγείρη την χείρα με την κατάλληλον ράβδον ίνα εγκαταλείψωσι ούτοι τα ιερά και άσυλα εις α τόσον θρασέως εγκατεστάθησαν. Το ανάκτορον του Αγγέλου Μιχαήλ μετετράπη εις κοιτώνας προωρισμένους να στεγάζωσι τους αστέγους της φατρίας» σημείωνε στις 25/9/1924 άρθρο στην εφημερίδα «Πρόσκοπος του Ιονίου» (Σπ. Μουρατίδης, Πρόσφυγες της Μικράς Ασίας, Πόντου και Ανατολικής Θράκης στην Κέρκυρα (1922-1932), Αθήνα, εκδ. Θεμέλιο, 2005, σ. 169-171).

Οι ομόδοξοι και ομοεθνείς ξεριζωμένοι της Μικράς Ασίας ήταν «σκύλοι» που δεν δικαιούνταν ούτε μισό μέτρο της «ιερής» ελληνικής γης. Ένα μέρος του πληθυσμού τους είδε σαν «εισβολείς» που ήρθαν να τους πάρουν τη γη, τα σπίτια, τις δουλειές.

Στον Τύπο της εποχής υπάρχει πληθώρα αναφορών για κάταχρηση εξουσίας και βιαιοπραγίες «παλαιοελλαδιτών» ανώτερων κρατικών υπαλλήλων σε βάρος προσφύγων. Σε άρθρο της εφημερίδας «Παμπροσφυγική», στις 2 Νοέμβρη 1924, περιγράφονταν οι αυθαιρεσίες ενός συνταγματάρχη στη Δράμα ο οποίος «κατελάμβανε βιαίως τας προσφυγικάς οικίας και διέσυρε εις τας οδούς τα γυναικόπαιδα» (Πηγή: Κατσάπης Κ, «Αντιπαραθέσεις μεταξύ Γηγενών και Μικρασιατών Προσφύγων στην Ελλάδα», 2002, Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία).

Τον ίδιο Νοέμβρη του 1924, στο Κιούπκϊοι της Μακεδονίας (η σημερινή Πρώτη Σερρών), οπλισμένες ομάδες γηγενών, δρώντας σαν τάγματα εφόδου, επιτέθηκαν σε οικισμό προσφύγων «ετραυμάτισαν 17 πρόσφυγας, το πλείστον γυναίκας, πυρπολήσαντες τας σκηνάς, τους σταύλους, τους αχυρώνας, λεηλατήσαντες και τας αποσκευάς…» (Εφ. «Παμπροσφυγική», 9 Νοέμβρη 1924).

100 χρόνια μετά…

Πέρασε σχεδόν ένας αιώνας. Σήμερα είναι οι πρόσφυγες και οι μετανάστες από την Συρία, το Ιράκ, το Αφγανιστάν και άλλες χώρες της Μέσης Ανατολής. Θύματα των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ εγκατέλειψαν τις εστίες τους, έπεσαν θύματα δουλεμπόρων, στοίβαξαν τα κορμιά τους, τις οικογένειες και τα παιδιά τους σε βάρκες, σαπιοκάραβα, φορτηγά και ότι άλλο βρήκαν, με κίνδυνο της ζωής τους, για να γλυτώσουν από τη βαρβαρότητα των πολέμων. Όπως οι μικρασιάτες και οι πόντιοι πρόσφυγες πριν από έναν αιώνα.

prosfyges 2

Το σάπιο καπιταλιστικό σύστημα, που αποτελεί πηγή των πολέμων και της δυστυχίας, είναι αυτό που ευθύνεται για το ξερίζωμα των ανθρώπων. Τους οποίους, αφού τους ξεριζώσει από τις εστίες τους, στην συνέχεια τους στιγματίζει ως αποδιοπομπέους τράγους για τα δεινά της κοινωνίας. Πριν έναν αιώνα ο «εχθρός» ήταν οι «τουρκόσποροι» της Μικρασίας και του Πόντου, σήμερα είναι οι «λαθροεισβολείς» από τη Μέση Ανατολή.

Εκείνοι που σήμερα καμώνονται τους «υπερπατριώτες», πρωτοστατώντας στις εκδηλώσεις ρατσισμού και μίσους για τους «βρωμιάρηδες λαθρομετανάστες» που «εισβάλλουν στην πατρίδα μας», είναι οι ίδιοι που αν ζούσαν τη δεκαετία του 1920 θα κυνηγούσαν τους «τουρκόσπορους» και «σελτζούκους» ομογενείς του Πόντου και της Σμύρνης.

Για να τελειώνουμε: Ιδεολογικό όπλο της αστικής τάξης, ο ρατσισμός είχε και έχει πάντοτε το ίδιο απεχθές, απάνθρωπο πρόσωπο. Η μήτρα που τον γεννά δεν είναι άλλη από το άδικο, σάπιο και ιστορικά ξεπερασμένο εκμεταλλευτικό σύστημα – τον καπιταλισμό. Γι’ αυτό και η πάλη ενάντια στο ρατσισμό, την ξενοφοβία, τον φασισμό δε μπορεί παρά να είναι αναπόσπαστα ενταγμένη στον συνολικό αγώνα για την ανατροπή του συστήματος που τους γεννά και τους αναπαράγει.

Νίκος Μόττας Γεννήθηκε το 1984 στη Θεσσαλονίκη. Είναι υποψήφιος διδάκτορας (Phd) Πολιτικής Επιστήμης, Διεθνών Σχέσεων και Ιστορίας. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Westminster του Λονδίνου και είναι κάτοχος δύο μεταπτυχιακών τίτλων (Master of Arts) στις διπλωματικές σπουδές (Παρίσι) και στις διεθνείς διπλωματικές σχέσεις (Πανεπιστήμιο Τελ Αβίβ). Άρθρα του έχουν δημοσιευθεί σε ελληνόφωνα και ξενόγλωσσα μέσα.