• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

100 χρόνια ΚΚΕ. Η σφραγίδα της Μακρόνησου

Γράφει ο Πάνος Αλεπλιώτης //

Ήρθαν ξεριζωμένοι από ένα χωριό της Αδριανούπολης και τους άδειασαν σένα χωριό του Κιλκίς. Εκεί γεννήθηκε.

Ήθελε να σπουδάσει. Τάπαιρνε τα γράμματα. Περίμενε όμως ο πατέρας του να τελειώσει το Δημοτικό να τον πάρει στα πρόβατα. Δεν άκουσε τους δάσκαλους που λέγαν, κρίμα το παιδί. Τον βρήκε το ΕΑΜ το 43. «Μικρός είσαι, περνάτε τα μπλόκα με τα πρόβατα, σας ξέρουν οι Γερμανοί. Θα κρύβεις μηνύματα  για τους αντάρτες. Θα σαι Αετόπουλο για να βοηθήσεις να διώξουμε τους  Γερμανούς».

Έφυγαν οι Γερμανοί διωγμένοι και βρέθηκε στα 17 πρόωρα και προληπτικά  στρατολογημένος χωρίς όπλο να κατεβαίνει από το μεταγωγικό στη Μακρόνησο γιά αναμόρφωση, με τρία νούμερα μεγαλύτερη στολή. Οι φρουροί σε παράταξη με τις ζωστήρες στο χέρι τους περίμεναν. «Πες  ρε ότι δεν είσαι κομμουνιστής». «Δεν ξέρω» αποκρινόταν γιατί δεν ήξερε. Δεν είχε προλάβει να μάθει γιατί μπήκε στο χωριό ο Παπαδόπουλος του Κιλκίς με την ταγματαλήτικη συμμορία του και το κρατούσε όμηρο.

Αφού πέρασαν από τις ζωστήρες τον περιέλαβε ένας Δεκανέας που ήταν συντοπίτης.

« Αν τον βρω έξω θα τον σκοτώσω» σκεφτόταν. Τον είχε στο μάτι και τον τυραννούσε να κουβαλάει πέτρες, αφάνες τις έλεγαν. Αφάνες, αφάνες, αφάνες. Χωρίς νόημα να τις κουβαλά από στοίβα σε στοίβα. « Ήμουν μια σταλιά αδύνατος σαν σκελετός».

«Τις πιο μεγάλες το πατριωτάκι μου» έλεγε ο Δεκανέας και γελούσε. «Έμεινα εκεί κοντά τέσσαρα χρόνια μέχρι που τελείωσε ο εμφύλιος και μετά. Έφυγα σχεδόν 21 χρονών με άσπρα μαλλιά. Γνώρισα μεγάλους ανθρώπους εκεί που πίστευαν αληθινά. Εγώ ήμουν πάντα ο μικρός για τα θελήματα. Είμασταν ορντινάντσες του Σαράφη εγώ κιο Βέγγος και έτσι για λίγο γλύτωσα τις αφάνες και τα άλλα. Τι ποιά άλλα; Ε δεν θα μιλάμε γιαυτά. Έμαθα και για τον κομμουνισμό. Η Μακρόνησος μούβαλε την σφραγίδα της. Δεν μπήκα στο κόμμα αλλά αποφάσισα να το ακολουθώ».

«Χρόνια μετά έφτιαχναν την δεύτερη σιδηροδρομική γραμμή από Θεσσαλονίκη για τα σύνορα. Ξεφόρτωναν μεγάλες πέτρες τα φορτηγά και εργάτες με τις βαριοπούλες τις έσπαγαν και έστρωναν τα μικρότερα κομμάτια ανάμεσα στις ράγες. Σκληρή δουλειά. Εγώ έπαιρνα το Ωτομοτρίς για να πάω στην δουλειά και τον είδα. Ιδρωμένος, βρώμικος καθόταν πάνω σε μια μεγάλη πέτρα με την βαριοπούλα δίπλα του και ξαπόσταινε. Ήταν ο Δεκανέας! Είπα να κατέβω να τον αρπάξω και στο λεπτό ξαναγύρισε το μυαλό μου. Αυτή την δουλειά του έδωσαν για βραβείο που βασάνιζε κομμουνιστές σκέφτηκα. Να σπάει πέτρες! Όλος ο θυμός και η εκδίκηση που σκεφτόμουν έφυγε από μέσα μου. Αυτός θα ζει την δική του Μακρόνησο σε όλη του την ζωή και θα σπάει πέτρες, σκέφτηκα. Σχεδόν τον λυπήθηκα, αυτή θάταν η τιμωρία του, μονολόγησα και γύρισα αλλού το βλέμμα».

Το σπίτι δύο δωμάτια και τουαλέτα έξω, τόχτισε μόνος του με τούβλα από την παλιά κερκίδα ενός γηπέδου. Τον απέλυαν τον Δεκέμβρη και τον ξαναέπαιρναν τον Γενάρη στην καλύτερη. 17 χρόνια αγωνία κάθε χρόνο. Λόγω Μακρόνησου. Η χούντα τον έδιωξε για τον ίδιο λόγο. Η δημοκρατία τον ξαναπήρε πάλι προσωρινό, τρίμηνα, εξάμηνα, χρόνο βαριά-βαριά μέχρι την σύνταξη. Δεν ήταν δικός τους. Είχε κάνει στην Μακρόνησο. Ψωμί δεν είχε πολλές φορές το σπίτι. Είχε όμως Τολστόι, Ντοστογιέφσκι, Καζαντζάκη, Λουντέμη και Εγκυκλοπαίδεια.  Έθαψε τα «ύποπτα», μια νύχτα σ ένα διπλανό χωράφι όταν ήρθε η χούντα. Κάθε βδομάδα έδινε παρών στο τμήμα και έβγαινε με πιό άσπρα μαλλιά κάθε φορά.  Είχε για πάντα την σφραγίδα της Μακρόνησου.

Έτρεμε από την εξάντληση και τα χημικά. Επέμενε όμως να τον πάω. «Όχι μέχρι μέσα. Δεν θέλω να με λυπηθούν» και τραβήχτηκε από το χέρι μου που τον στήριζε. Βγήκε από το παραβάν, έριξε τον φάκελο στην κάλπη  και τον πήγα στο αμάξι. «Ευτυχώς δεν χάσαμε τον ψήφο» είπε φωναχτά στον εαυτό του. Μετά από  λίγους μήνες πέθανε ο πατέρας μου, ο Μακρονησιώτης.

________________________________________________________________________________________________

Πάνος Αλεπλιώτης Δημοτικός σύμβουλος Πυλαίας Θεσσαλονίκης 87/90 και 99/2002. Αντιδήμαρχος Πυλαίας από το 1987 έως και το 1990 και από το 1999 έως και το 2000. Εργάστηκε σαν γεωλόγος, περιβαλλοντολόγος και χωροτάκτης. Από το 2011 διαμένει στην Σουηδία στην πόλη Σβεγκ του δήμου Χεργιεντάλεν και εργάζεται ως διευθυντής τεχνικών και κοινωνικής υποδομής.