Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

12 Μαΐου: Γιορτή της Μητέρας _Η προστασία της μητρότητας εξασφαλισμένη μόνο στο σοσιαλισμό ‑Φωτο

Μια ακό­μη Παγκό­σμια Ημέ­ρα, όπου ανα­φο­ρι­κά με το περιε­χό­με­νο, όχι μόνο είναι στη λάθος πλευ­ρά της ιστο­ρί­ας, αλλά  και 100% εμπο­ρι­κο­ποι­η­μέ­νη _κάτι σαν θηλυ­κός (άγιος) Bαλε­ντί­νος της συφο­ράς από τη βιο­μη­χα­νία του ψεύ­δους (με μπου­κέ­τα λου­λου­διών _συνήθως πλα­στι­κών), που βρή­κε μία ακό­μη ευκαι­ρία να αυξή­σει τους τζί­ρους της… χλευά­ζο­ντας και την πλέ­ον τρα­γι­κή σήμε­ρα μάνα: την Παλαιστίνια

Η προστασία της μητρότητας 
εξασφαλισμένη μόνο στο σοσιαλισμό

Η σοσια­λι­στι­κή εξου­σία έθε­σε τις βάσεις για την κατάρ­γη­ση της κατα­πί­ε­σης της γυναί­κας. Το σοσια­λι­στι­κό κρά­τος πάντο­τε θεω­ρού­σε σαν ένα από τα βασι­κά του καθή­κο­ντα την προ­στα­σία της μητέ­ρας και του παι­διού και την εξα­σφά­λι­ση στη γυναί­κα εκεί­νων των συν­θη­κών, που θα της επι­τρέ­πουν να συν­δυά­ζει την παρα­γω­γι­κή και κοι­νω­νι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα, με τη μητρό­τη­τα και την ανα­τρο­φή των παι­διών της. Η εργα­τι­κή νομο­θε­σία προ­έ­βλε­πε την εξα­σφά­λι­ση της εργα­σί­ας των γυναι­κών, ιδιαί­τε­ρα στην περί­ο­δο της εγκυ­μο­σύ­νης. Οι έγκυ­ες απαλ­λάσ­σο­νταν από τις υπε­ρω­ρί­ες και τη νυχτε­ρι­νή εργα­σία και μετα­τί­θο­νταν σε πιο ελα­φριές δουλειές.

 

Στη Σοβιετική Ένωση

Στα χρό­νια της σοβιε­τι­κής εξου­σί­ας, οργα­νώ­θη­κε δίκτυο ιατρεί­ων για την παρα­κο­λού­θη­ση των γυναι­κών στα μαιευ­τή­ρια και τα γυναι­κο­λο­γι­κά τμή­μα­τα των νοσο­κο­μεί­ων. Παρό­μοιο δίκτυο λει­τουρ­γού­σε στα χωριά και στα κολ­χόζ. Το πρό­βλη­μα της εξα­σφά­λι­σης νοσο­κο­μεια­κής περί­θαλ­ψης κατά τον τοκε­τό για όλες τις γυναί­κες είχε λυθεί ολοκληρωτικά.
Η συστη­μα­τι­κή παρα­κο­λού­θη­ση της υγεί­ας της γυναί­κας επέ­τρε­πε την πρό­λη­ψη πολ­λών παθή­σε­ων της μητέ­ρας και του μωρού, την απο­φυ­γή περι­πλο­κών κατά τη γέν­να. Η οργά­νω­ση της φρο­ντί­δας για τις έγκυ­ες περι­λάμ­βα­νε στε­νή παρα­κο­λού­θη­σή τους με εξε­τά­σεις και ιατρι­κές συμ­βου­λές και εξα­σφά­λι­ση ειδι­κής ιατρι­κής βοή­θειας κατά και μετά τον τοκε­τό, με απο­τέ­λε­σμα να μειω­θεί σημα­ντι­κά η θνη­σι­μό­τη­τα των μητέ­ρων και των βρεφών.

Την προ­στα­σία της υγεί­ας των παι­διών ανα­λάμ­βα­ναν τα ιδρύ­μα­τα για τη θερα­πεία και την πρό­λη­ψη παι­δι­κών ασθε­νειών, τα νοσο­κο­μεία παί­δων, πολυ­κλι­νι­κές, παι­δι­κά τμή­μα­τα των γενι­κών νοσο­κο­μεί­ων, σανα­τό­ρια, βρε­φι­κοί και παι­δι­κοί σταθ­μοί, τμή­μα­τα σχο­λι­κής υγιει­νής, υγειο­νο­μι­κοί σταθ­μοί κ.ά. Βασι­κό ρόλο στην ιατρι­κή περί­θαλ­ψη των παι­διών έπαι­ζαν οι παι­δι­κές πολυ­κλι­νι­κές και τα εξω­τε­ρι­κά ιατρεία. Για πρώ­τη φορά στον κόσμο καθιε­ρώ­θη­κε η γενι­κή υπο­χρε­ω­τι­κή ιατρι­κή παρα­κο­λού­θη­ση των παι­διών από παι­διά­τρους και μόνι­μες νοσοκόμες.
Χαρα­κτη­ρι­στι­κό γνώ­ρι­σμα αυτής της φρο­ντί­δας ήταν η αύξη­ση του αριθ­μού των μαιευ­τή­ρων και των γυναι­κο­λό­γων, των παι­δι­κών πολυ­κλι­νι­κών, του αριθ­μού των κλι­νών για τις έγκυ­ες, τις λεχώ­νες και για εκεί­νες που πάσχουν από γυναι­κο­λο­γι­κές παθή­σεις, καθώς και των ιατρεί­ων που παρα­κο­λου­θούν τις γυναί­κες. Το 1987, στην ΕΣΣΔ λει­τουρ­γού­σε το κρα­τι­κό σύστη­μα προ­στα­σί­ας της μητέ­ρας και του παι­διού, στο οποίο εντάσ­σο­νταν, ανά­με­σα στ’ άλλα, πάνω από 28 χιλιά­δες γυναι­κεία ιατρεία και παι­δι­κές πολυκλινικές.

 

Μέσα στη χρο­νι­κή περί­ο­δο 1940 — 1974, οι μαιευ­τή­ρες — γυναι­κο­λό­γοι αυξή­θη­καν περί­που κατά 400% (από 10.600 φτά­νουν τους 47.400). Την ίδια περί­ο­δο, στα σχε­τι­κά Κέντρα Υγεί­ας, οι μαί­ες αυξά­νο­νται γύρω στο 350% (από 68.100 στις 244.100). Τα κρε­βά­τια για γυναι­κο­λο­γι­κές αρρώ­στιες και για εγκύ­ους γυναί­κες και λεχώ­νες γύρω στο 200% (από 180.700 σε 388.200). Τα ιατρεία για γυναι­κο­λο­γι­κές συμ­βου­λές και οι παι­δι­κές κλι­νι­κές κατά 250% (από 8.600 σε 22.100). Οι παι­δί­α­τροι, πάνω από 450% (από 19.400 σε 91.500).

Η προ­σο­χή του σοβιε­τι­κού συστή­μα­τος Πρό­νοιας ήταν η σοβα­ρή στή­ρι­ξη στους εργα­ζό­με­νους γονείς, στην ανα­τρο­φή και δια­παι­δα­γώ­γη­ση ενός παι­διού. Το 1987 πάνω από 16 εκα­τομ­μύ­ρια Σοβιε­τι­κά παι­διά πήγαι­ναν σε 140 χιλιά­δες παι­δι­κούς σταθ­μούς. Το κρά­τος κάλυ­πτε τα 4/5 των εξό­δων συντή­ρη­σής τους: Το ποσόν που πλή­ρω­ναν οι γονείς δεν κάλυ­πτε ούτε καν το κόστος δια­τρο­φής των παι­διών, ενώ ορι­σμέ­νες οικο­γέ­νειες — οι πολύ­τε­κνες ή με χαμη­λά εισο­δή­μα­τα — απαλ­λάσ­σο­νταν από κάθε πλη­ρω­μή. Τα παι­διά μέχρι την ηλι­κία των 3 χρό­νων δικαιού­νταν δωρε­άν φάρμακα.
Στην ΕΣΣΔ, το προ­σω­πι­κό στο προ­σχο­λι­κό σύστη­μα Εκπαί­δευ­σης (για παι­διά μέχρι 3 ετών) απο­τε­λού­σαν επι­στή­μο­νες ειδι­κά εκπαι­δευ­μέ­νοι για την απο­στο­λή τους: Δάσκα­λοι, ιατρι­κοί εργά­τες, εκπαι­δευ­τι­κοί βοη­θοί. Το πρό­γραμ­μα και τα γεύ­μα­τα ήταν επι­στη­μο­νι­κά προ­γραμ­μα­τι­σμέ­να. Για τους μαθη­τές υπήρ­χαν τα οικο­τρο­φεία. Εκεί, στις «ομά­δες μεγα­λύ­τε­ρης διάρ­κειας παρα­μο­νής», το παι­δί γευ­μά­τι­ζε, ξεκου­ρα­ζό­ταν, πήγαι­νε βόλ­τα, ετοί­μα­ζε τα μαθή­μα­τά του, ασχο­λού­νταν με τον αθλη­τι­σμό, μέχρι οι γονείς του να σχο­λά­σουν από τη δουλειά.

Στην DDR
Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία

Στη Γερ­μα­νι­κή Λαο­κρα­τι­κή Δημο­κρα­τία, το πυκνό δίκτυο εξω­νο­σο­κο­μεια­κών μονά­δων Υγεί­ας εξα­σφά­λι­ζε την προ­στα­σία της μητρό­τη­τας και της ανα­πα­ρα­γω­γι­κής ικα­νό­τη­τας της γυναί­κας σε όλα τα σχε­τι­κά στά­δια. Δηλα­δή, πριν τη σύλ­λη­ψη του εμβρύ­ου, κατά τη διάρ­κεια της κυο­φο­ρί­ας αλλά και μετά τον τοκε­τό. Η πλή­ρης ιατρι­κή εξέ­τα­ση της γυναί­κας ήταν υπο­χρε­ω­τι­κή, γινό­ταν του­λά­χι­στον μια φορά το χρό­νο, με εκτε­νή γυναι­κο­λο­γι­κή εξέ­τα­ση. Ακό­μα πιο τακτι­κές ήταν οι ιατρι­κές συμ­βου­λές, ειδι­κά προς τις μητέ­ρες. Σε κάθε περί­πτω­ση, το δημό­σιο και δωρε­άν σύστη­μα Υγεί­ας κάλυ­πτε οποια­δή­πο­τε ανάγκη.
Αν μια εργα­ζό­με­νη είχε δύο παι­διά, δια­τη­ρού­σε δικαί­ω­μα μειω­μέ­νου ωρα­ρί­ου μέχρι τα παι­διά της να συμπλη­ρώ­σουν τα 16 τους χρό­νια. Το φαγη­τό που σερ­βί­ρο­νταν στις τρα­πε­ζα­ρί­ες των εργο­στα­σί­ων για τις έγκυ­ες εργά­τριες ήταν ειδι­κό για την περί­πτω­σή τους και εντε­λώς δωρε­άν (όταν οι υπό­λοι­ποι πλή­ρω­ναν 2–3 μάρ­κα για 5–6 ποι­κι­λί­ες φαγητών).
Ιδιαί­τε­ρη κρα­τι­κή στή­ρι­ξη απο­λάμ­βα­ναν οι μητέ­ρες χωρίς σύζυ­γο, όπως και οι πολύ­τε­κνες οικο­γέ­νειες. Μετα­ξύ άλλων, είχαν προ­τε­ραιό­τη­τα στις θέσεις των παι­δι­κών σταθ­μών και των νηπια­γω­γεί­ων, σε προ­λη­πτι­κές άδειες και δια­κο­πές. Στα τέλη της δεκα­ε­τί­ας του 1970, το 60% των βρε­φών στη ΓΛΔ πήγαι­νε σε βρε­φι­κούς σταθ­μούς και το 86% των λίγο μεγα­λύ­τε­ρων σε παι­δι­κούς σταθμούς.

Πηγή Ριζο­σπά­στης

Μπέρτολτ Μπρεχτ: “Τραγούδι για τη μητέρα μου” 

1

Τη μορ­φή της δεν τη θυμά­μαι πια πώς ήταν πριν οι πόνοι της
αρχί­σουν. Απο­κα­μω­μέ­νη, ανα­σή­κω­νε τα μαύ­ρα τα μαλ­λιά της
απ’ το ξεσαρ­κω­μέ­νο μέτω­πό της – το βλέ­πω ακό­μα κεί­νο το
χέρι να σαλεύει.

2

Χει­μώ­νες είκο­σι τη φοβε­ρί­σαν, τα βάσα­νά της δεν είχαν σωσμό,
κι ο θάνα­τος ντρε­πό­ταν σαν τη ζύγω­σε. Και τότε πέθα­νε, και
το κορ­μί της ήτα­νε σαν παι­διού κορμί.

3

Στο δάσος είχε μεγαλώσει.

4

Πέθα­νε ανά­με­σα σε πρό­σω­πα που ‘χαν τρα­χύ­νει βλέποντάς
την τόσο και­ρό να ξεψυ­χά­ει. Τη συγ­χω­ρέ­σα­με που έτσι βασανίστηκε,
μα κεί­νη είχε χαθεί ανά­με­σα στα πρό­σω­πά μας, προτού
να σβή­σει ολότελα.

5

Τόσοι και τόσοι μας αφή­νου­νε, χωρίς να τους κρατήσουμε.
Έχου­με πει το καθε­τί, τίπο­τα πια δεν έχει απο­μεί­νει ανά­με­σα σε
μας κι εκεί­νους, σκλη­ραί­νου­νε τα πρό­σω­πά μας σαν χωρίζουμε.
Κι όμως, το πιο σπου­δαίο δεν το είπα­με, τόσο ανα­μα­σού­σα­με τ’
ασήμαντα.

6

Ω, για­τί τα πιο σπου­δαία να μην τα πού­με, ήτα­νε τόσο εύκολο,
και τώρα θα κολα­στού­με για τη σιω­πή μας. Εύκο­λες ήταν λέξεις,
σφίγ­γο­νταν πίσω από τα δόντια μας. Καθώς γελού­σα­με έπεσαν,
και τώρα το λαι­μό μας πνίγουν.

7

Το δεί­λι, χτες, πρω­το­μα­γιά, πέθα­νε η μητέ­ρα μου! Και δε
μπο­ρώ, από τη γη να τήνε ξερι­ζώ­σω με τα νύχια μου!
1920 _ Μτφ Μάριου Πλωρίτη

Η μάνα και ο πόλεμος

Το μυα­λό και η καρ­διά μας δεν μπο­ρεί να μην τρέ­ξει πάλι στην εικό­να της Μάνας μέσα στη δίνη του πολέ­μου. Η εισβο­λή του Ισρα­ήλ στην πολύ­πα­θη Παλαι­στί­νη _που μπή­κε στον 7ο μήνα έρχε­ται να επι­βε­βαιώ­σει για μια ακό­μα φορά πως οι απώ­λειες των αμά­χων _ειδικά γυναι­κών και παι­διών στους σύγ­χρο­νους πολέ­μους είναι υπερ­πολ­λα­πλά­σιες _χιλιάδες φορές παρα­πά­νω από αυτές των στρα­τιω­τών — και μάλι­στα των επιτιθέμενων…

«Εκσυγ­χρο­νι­σμέ­νος» και ο θάνα­τος, μηχα­νεύ­ε­ται περί­τε­χνους τρό­πους για να είναι πιο απο­τε­λε­σμα­τι­κός… Παι­διά που συχνά μόλις πρό­λα­βαν να δουν το φως της ύπαρ­ξης, πριν επι­στρέ­ψουν βίαια και οδυ­νη­ρά στο σκο­τά­δι, χωρίς να έχουν δια­νύ­σει παρά ελά­χι­στα το φυσι­κό τους κύκλο… μετά τα πάνω από ένα εκα­τομ­μύ­ριο παι­διά νεκρά στο Ιράκ τους 3.000 νεκρούς του πολέ­μου στη Γιου­γκο­σλα­βία με 30% παι­διά το Αφγα­νι­στάν, την Αφρι­κή …πόσα μικρά χάθη­καν στους βομ­βαρ­δι­σμούς, πόσα σακα­τεύ­τη­καν, πόσα κινού­νται με τεχνη­τά μέλη; Εκα­τομ­μύ­ρια μητέ­ρες στον πλα­νή­τη βλέ­πουν τα παι­διά τους να σταυ­ρώ­νο­νται. Ανώ­νυ­μες Πανα­γί­ες, άγνω­στες πρω­τα­γω­νί­στριες χιλιά­δων τρα­γω­διών! Ποιος Αισχύ­λος, ποιος Σοφο­κλής, ποιος Ευρι­πί­δης θα γρά­ψει για τις Τρω­α­δί­τισ­σες του 21ου αιώ­να; Ποιος θα θρη­νή­σει τους νέους μικρούς Αστυά­να­κτες που δεν γκρε­μί­ζο­νται από τα τεί­χη της Τροί­ας, αλλά βομ­βαρ­δί­ζο­νται από τους ανάλ­γη­τους εχθρούς;

Εικό­νες που ανα­κα­λούν στη μνή­μη εμπει­ρί­ες από έναν πόλε­μο που επέ­βα­λαν στη χώρα μας οι Αγγλο­α­με­ρι­κα­νοί ιμπε­ρια­λι­στές. Μαρ­τυ­ρί­ες που αφο­ρούν την άφα­τη οδύ­νη της μητέ­ρας που χάνει το σπλά­χνο της, χωρίς να μπο­ρεί να κάνει τίπο­τα για να το σώσει.

Απρί­λης του 1949 και οι άμα­χοι γέρο­ντες, τραυ­μα­τί­ες, γυναι­κό­παι­δα τρέ­χουν να σωθούν από το στρα­τό. Η Ολγα, η μάνα, διη­γεί­ται: «Τρέ­χου­με λοι­πόν κατα­γδαρ­μέ­νοι, ματω­μέ­νοι, αλα­φια­σμέ­νοι και πανι­κό­βλη­τοι ν’ αντα­μώ­σου­με την ελπί­δα: και βρί­σκε­ται μπρο­στά μας ένα κατε­βα­σμέ­νο ποτά­μι, θολό κι αντα­ρια­σμέ­νο, να βουί­ζει απει­λη­τι­κό κι επι­κίν­δυ­νο! Λυθή­κα­νε τα γόνα­τά μας. Κόπη­κε η πνοή μας: Αυτή την “ελπί­δα” — κατα­δί­κη — όρι­ζε η μοί­ρα μας; (μαρ­τυ­ρί­ες στο βιβλίο της Νατα­λί­ας Απο­στο­λο­πού­λου «Για έναν κόσμο καλύ­τε­ρο και δικαιό­τε­ρο» _εκδόσεις «Εντός»).

Πάρε με μαζί σου, μαμά!

»Εκεί, φάτσα με το χάρο που μας καρ­τε­ρεί, βλέ­πω ένα γνω­στό μου αντάρ­τη, υπεύ­θυ­νο κάποιας σοβα­ρής απο­στο­λής, τον Κώστα. Στέ­κει κι αυτός αλλο­παρ­μέ­νος μπρο­στά στη φοβε­ρή κατε­βα­σιά. Πέφτου­με μαζί, σχε­δόν, στο νερό. Στην πλά­τη μου έχω δεμέ­νη με τις φασκιές της τη μικρή μου Μαί­ρη, δυο χρο­νών. Το νερό με κόβει ως το στή­θος! “Δώσ’ μου το χέρι σου”, λέω στον αντάρ­τη. Μου προ­τεί­νει την κάν­νη του του­φε­κιού του. Κι όπως είναι κάτα­σπρος σαν χαρ­τί, μου δίνει την τελευ­ταία του — θαρ­ρείς — εντο­λή. “Μη σηκώ­σεις καθό­λου τις πατού­σες σου από τον πάτο του ποτα­μιού. Μόνο σουρ­τά — σουρ­τά! Να προ­χω­ρείς. Πρόσεχε!!!”.

Κι όπως ρίχνω τη ματιά μου αρπα­χτά πίσω μου, παίρ­νει το μάτι μου τη Βάσω μου — το μεγα­λύ­τε­ρο κορι­τσά­κι μου να ικε­τεύ­ει: “Πάρε με και μένα μαζί σου, μαμά”! Κι εγώ η πικρή: “Περί­με­νε. Περί­με­νε­ε­εε!”. Μα δεν μπο­ρώ να ξέρω, αν μέσα σε κεί­νη τη βουή και τον τάρα­χο, άκου­σε τίπο­τα το παι­δί! Και το βλέ­πω — μοί­ρα μου κακή! — να ρίχνε­ται μέσα στην κατε­βα­σιά, να σέρ­νε­ται σαν ξερό φύλ­λο, να στρο­βι­λί­ζε­ται και να χάνε­ται από τα μάτια μου! Κι εγώ η μαύ­ρη να κρα­τιέ­μαι ακό­μη από την κάν­νη τ’ αντάρ­τι­κου του­φε­κιού και τα πόδια μου σουρ­τά — σουρ­τά να με οδη­γούν στη στε­ριά!!! Δεν μπο­ρώ να ξέρω αν ζω ή αν πέθα­να! “Μακε­λά­ρη­δες του πολέ­μου! Ανύ­παρ­κτοι θεοί! Χάος και έρε­βος! Θέλω να πεθάνω!”».

Η μελλοθάνατη, πανώρια κόρη μου

Τέλη του 1947, στο Κιλ­κίς. Η Μαρί­τσα, 19 χρο­νών, σύν­δε­σμος και αρρα­βω­νια­σμέ­νη με αντάρ­τη, κατα­δι­κά­ζε­ται «πεντά­κις» σε θάνα­το με του­φε­κι­σμό. Είχαν προη­γη­θεί φρι­κτά βασα­νι­στή­ρια. Οι μακε­λά­ρη­δες δεν ανα­κοι­νώ­νουν την ημε­ρο­μη­νία της εκτέ­λε­σης, για να σπά­σουν το ηθι­κό όχι μόνο της οικο­γε­νεί­ας της, αλλά και του αγω­νι­ζο­μέ­νου λαού του Κιλ­κίς. Υστε­ρα από χρό­νια, η μητέ­ρα της εκτε­λε­σμέ­νης — για­γιά πια — δίνει τη μαρ­τυ­ρία της στην εγγο­νή που την καταγράφει:

«Έπε­φτα να κοι­μη­θώ το βρά­δυ» συνε­χί­ζει η για­γιά «και το πρωί μ’ έβρι­σκε με τα ματιά ορθά­νοι­χτα, την καρ­διά βου­τηγ­μέ­νη στον πόνο, το μυα­λό γεμά­το σκέ­ψεις και κακά ενδε­χό­με­να. Τέσ­σε­ρα μερό­νυ­χτα κρά­τη­σε το μαρ­τύ­ριο. Κάποιο απ’ αυτά τα ατε­λεί­ω­τα βρά­δια ο ήχος της μηχα­νής και σε συνέ­χεια το φρε­νά­ρι­σμα ενός αυτο­κί­νη­του έσκι­σε στα δυο τη σιγα­λιά της νύχτας. Το τεντω­μέ­νο μου αυτί αφου­γκρά­στη­κε: Μάνα­α­αα! η φωνή του λατρε­μέ­νου μου παι­διού μού τρύ­πη­σε την καρ­διά. Σαν τρε­λή πετά­χτη­κα έξω, ανα­μαλ­λια­σμέ­νη και ξυπό­λυ­τη. Αγά­ντα, καρ­διά μου. Στην καρό­τσα του στρα­τιω­τι­κού αυτο­κί­νη­του, που ήταν στα­μα­τη­μέ­νο μπρο­στά στην πόρ­τα της αυλής μας, ήταν το κορι­τσά­κι μου ή του­λά­χι­στον ό,τι είχε απο­μεί­νει απ’ αυτήν την πανώ­ρια κοπέλα.

Με ματιά γεμά­τα λαχτά­ρα, άπλω­νε τα χέρια της προς τα μένα, φωνά­ζο­ντας “Μάνα­αα”! Με δυο δρα­σκε­λιές έφτα­σα κοντά της και άπλω­σα με την ίδια λαχτά­ρα τα χέρια να την αγγί­ξω, να τη σφί­ξω στην αγκα­λιά μου, να την προ­στα­τέ­ψω, να την κρα­τή­σω, μη μου την πάρουν, μη μου ξερι­ζώ­σουν τα σπλά­χνα. Δεν πρό­λα­βα. Με ένα από­το­μο γκά­ζι το αυτο­κί­νη­το έφυ­γε σαν βολί­δα. Δε μ’ άφη­σαν ούτε καν να την απο­χαι­ρε­τή­σω, να τη φιλή­σω για τελευ­ταία φορά. Δεν επέ­τρε­ψαν ούτε μια τελευ­ταία αγκα­λιά στη μάνα και στη μελ­λο­θά­να­τη κόρη. Έμει­να εκεί, κατα­με­σής του δρό­μου, βου­βή, να βλέ­πω το αυτο­κί­νη­το — νεκρο­κρέ­βα­το να παίρ­νει μακριά μου το παι­δί μου, το αίμα μου, το σπλά­χνο μου, τη ζωή μου. Κόρη μου! Λατρε­μέ­νη μου κόρη!

Πήρα να κυνη­γώ το αυτο­κί­νη­το από πίσω. Δεν το προ­λά­βαι­να, τα χαλί­κια μάτω­ναν τα γυμνά μου πόδια, μα εγώ συνέ­χι­ζα να τρέ­χω ξοπί­σω του. Τρια­κό­σια μέτρα μακριά, στο νεκρο­τα­φείο, στα­μά­τη­σε και έσβη­σε τη μηχα­νή του. Το σκο­τά­δι αραιό, μόλις που άρχι­ζε να αχνο­φέγ­γει και η ησυ­χία νεκρική!

Και τότε, μέσα στη σιγα­λιά, βρό­ντη­ξε ο πρώ­τος πυρο­βο­λι­σμός. Και ύστε­ρα και δεύ­τε­ρος και τρί­τος. 11 Νοεμ­βρί­ου 1947! Τα βόλια των άναν­δρων φονιά­δων καρ­φώ­θη­καν στο κορ­μά­κι του παι­διού μου. Μαρ­μά­ρω­σα! Αγά­ντα, καρ­διά μου! Πώς και δε στα­μα­τάς τους χτύ­πους σου. Πώς και αντέ­χεις ακό­μα και τρέ­χεις προς το νεκρό σου παιδί;».

Ατέ­χνως: ΜΑΝΑ ΚΟΥΡΑΓΙΟ:
Γράμ­μα φυλα­κι­σμέ­νων της Γιού­ρας των Μάη του 1960

Ένα από τα πιο συγκινητικά ποιήματα
που έχουν γραφτεί για τη μάνα
_               
του Φώτη Αγγουλέ

Τότε και τώρα

Τότε:

Εσύ: με νεκρή την καρ­διά και τα μάτια κλεισμένα
στης ζωής μας μπρο­στά την ασκήμια
κι εγώ: με σφαγ­μέ­νη καρ­διά και με σπλά­χνα σκισμένα
με του πόνου ντυ­μέ­νος τη γύμνια.
Εσύ: δίχως βάσα­να πια και με χέρια σφι­χτά σταυρωμένα,
στα που πόνους δε νιώ­θου­νε στήθια
κι εγώ: με τα χέρια παντού της ψυχής απλωμένα,
ζητια­νεύ­ο­ντας κάποια βοήθεια
Εσύ: μέσ’ στην πρώ­τη χαρά τρι­σμα­κά­ριος μιας χώρας,
μια ψυχή που πετά μαγεμένη
κι εγώ: του γκρε­μού το δεντρί μιας ακρά­τη­της μπόρας
η μανία, φρι­χτά που το δέρνει.

Και τώρα

Εσύ: Μια ψυχή το κορ­μί της που λιώ­νει στον τάφο
προ­σφο­ρά στη γιγά­ντια φρίκη
Κι εγώ: του καη­μού βασι­λιάς, μοι­ρο­λό­για που γράφω
της ψευ­τιάς δια­λα­λώ­ντας τη νίκη.
Ένα από τα τέσ­σε­ρα ποι­ή­μα­τα που έγρα­ψε ο Φώτης Αγγου­λές συγκλο­νι­σμέ­νος από το θάνα­το της μητέ­ρας του.
(Περισ­σό­τε­ρα στο βιβλίο του Ηρα­κλή Κακα­βά­νη— μονο­γρα­φία «Φώτης Αγγου­λές ο προ­λε­τά­ριος ποιητής»).

Για την ιστο­ρία είναι μέρα εορ­τα­σμού της μητρό­τη­τας και των ευχα­ρι­στιών προς τη μητέ­ρα, μια γιορ­τή με αρχαιο­ελ­λη­νι­κές ανα­φο­ρές στην λατρεία της θεάς Κυβέ­λης, της μητέ­ρας των θεών, όπως την προ­σφω­νεί ο Πίν­δα­ρος («Κυβέ­λα, Μάτερ θεών») και κάποια στιγ­μή, η αμε­ρι­κα­νί­δα ακτι­βί­στρια Άννα Μαρία Τζάρ­βις (1864–1948) έρι­ξε την ιδέα να καθιε­ρω­θεί μια ιδιαί­τε­ρη ημέ­ρα προς τιμή της μητέ­ρας και οι προ­σπά­θειές της «ευο­δώ­θη­καν» τελι­κά στις 9 Μαΐ­ου 1914, όταν ο τότε αμε­ρι­κα­νός πρό­ε­δρος Γουίλ­σον υπέ­γρα­ψε προ­κή­ρυ­ξη, σύμ­φω­να με την οποία «η Ημέ­ρα της Μητέ­ρας καθιε­ρω­νό­ταν ως εθνι­κή εορ­τή τη δεύ­τε­ρη Κυρια­κή του Μαΐ­ου» H Τζάρ­βις επέ­λε­ξε το λευ­κό γαρί­φα­λο ως το λου­λού­δι-σύμ­βο­λο της Ημέ­ρας της Μητέ­ρας, επει­δή «το λευ­κό του χρώ­μα συμ­βο­λί­ζει την αλή­θεια, την αγνό­τη­τα και τη φιλευ­σπλα­χνία της μητρι­κής αγά­πης· το άρω­μά του, τη μνή­μη και τις προ­σευ­χές της».

Έκτο­τε, πολ­λές χώρες, συμπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης και της Ελλά­δας, ⏫ ⏫ την γιορ­τά­ζουν δεύ­τε­ρη Κυρια­κή του Μαΐ­ου (φέτος 12 Μαΐ­ου δλδ σήμε­ρα) με λου­λου­δά­κια κλπ
Εμείς το χαβά μας: στο ΙΕΡΟ ΠΕΖΟΔΡΟΜΙΟ

 

Μοι­ρα­στεί­τε το:

Μετάβαση στο περιεχόμενο