Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

1821 – Β’ Μέρος – Η επανάσταση έπρεπε να ξεσπάσει

Γράφει ο Γιάννης Βεντούρας //

Η ελληνική επανάσταση του 1821 υπήρξε η πρώτη αστική επανάσταση στην Ανατολική Ευρώπη ενάντια στους γαιοκτήμονες φεουδάρχες, η οποία είχε σαν κατάληξη την ίδρυση του πρώτου αστικού κράτους στην περιοχή. Βέβαια είχε προηγηθεί η επανάσταση των Σέρβων το 1804 με τον Καραγεώργη Πέτροβιτς (γνωστό ως Καραγεώργη Σερβίας) η οποία όμως έφτασε μέχρι το βαθμό της αναγνώρισης της Σερβίας σε αυτόνομη ηγεμονία, που πλήρωνε φόρους στην Πύλη. Οι τελευταίες αστικές επαναστάσεις στην Ανατολική Ευρώπη ξέσπασαν έναν αιώνα αργότερα, η Ρώσικη (1905 και Φλεβάρης 1917) και η Τούρκικη με τον Κεμάλ Ατατούρκ (1919).

Με την αποτυχία των Οθωμανών να καταλάβουν την Βιέννη το 1682, σταμάτησαν και οι ληστρικές τους επιθέσεις για την κατάκτηση νέων εδαφών. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα την στέρηση εσόδων για το κράτος. Ειδικά μετά τις ήττες στους Ρωσοτουρκικούς πολέμους του 1768 και 1792 (συνθήκες Κιουτσούκ-Καϊναρτζή και Ιάσιου) το πρόβλημα έγινε τεράστιο. Για να αναπληρώσουν τα κενά στα κρατικά ταμεία αύξησαν υπέρογκα την φορολογία, όχι μόνο στους αλλόθρησκους πληθυσμούς αλλά και στους μουσουλμάνους.

Μέσα σε αυτή την κατάσταση, διαδόθηκε ευρέως η εκμίσθωση δημοσίων θέσεων στους πλειοδότες ώστε να αυξηθούν τα έσοδα του κράτους! Οι πλειοδότες με την σειρά τους επέβαλαν τοπικούς φόρους, ενώ πολλοί συγγενείς και αυλικοί του σουλτάνου διόριζαν χριστιανούς και άλλους ως τοπικούς υπαλλήλους έναντι αδράς αμοιβής. Στο τέλος της σειράς αυτής ήταν οι κοτζαμπάσηδες, οι οποίοι κυριολεκτικά λήστευαν τους χωρικούς. Ειδικά η θέση των χριστιανών υπαλλήλων στις οικονομικές υπηρεσίες του Οθωμανικού κράτους, τους επέτρεπε να αγοράζουν πολιτικές και διπλωματικές θέσεις, να γίνονται διερμηνείς, δραγουμάνοι έως και ηγεμόνες στην Μολδαβία και Βλαχία. Οι περισσότεροι από αυτούς προήρχοντο από την αριστοκρατία των Φαναριωτών.

Με ανάλογο τρόπο λειτουργούσε το σύστημα και στην χριστιανική ιεραρχία. Ο πατριάρχης, για να εγκατασταθεί στο αξίωμά του, πλήρωνε στο Διβάνι (ανώτατο συμβούλιο) έναν μεγάλο φόρο. Με την σειρά του, αυτός πουλούσε στους κληρικούς τις αρχιεπισκοπίες και τις επισκοπίες. Αρχιεπίσκοποι και Επίσκοποι πουλούσαν κατώτερα αξιώματα, ενώ εισέπρατταν και κάποια τέλη από τους παπάδες. Οι παπάδες πουλούσαν «λιανικώς» τις εξουσίες που αγόραζαν, και εμπορεύονταν πράξεις όπως διαθήκες, γάμοι, βαφτίσια, κηδείες. Ειδική κατηγορία της εκκλησίας αποτελούσαν οι μοναχοί (ιδίως στο Άγιον όρος) οι οποίοι σύμφωνα με τον ανώνυμο συγγραφέα της Ελληνικής Νομαρχίας «εκατό χιλιάδες και πλέον μαυροφορεμένοι … τρέφονται από τον ιδρώτα των ταλαίπωρων και πτωχών Ελλήνων», τους στηλίτευε δε, για την εμπορία λειψάνων αγίων που έκαναν, χαρακτηρίζοντάς τους ως «κοκκαλοπωλητές»!

Η διαρκής αύξηση της φορολογίας τις τελευταίες δεκαετίες πριν την επανάσταση του 1821, αποτέλεσε «το θερμοκήπιο της τοκογλυφίας» (χαρακτηρισμός του Λ. Παπανικολάου), με αποτέλεσμα οι χωρικοί να χρεώνονται διαρκώς και αναγκαστικά να πουλάνε τα χωράφια τους έναντι πινακίου φακής ή να τα παραδίδουν στους γαιοκτήμονες και να μπαίνουν στην δούλεψή των τσιφλικάδων, μετατρεπόμενοι σε δουλοπάροικους. Τσιφλικάδες, κοτζαμπάσηδες, αγάδες, πασάδες, «σεβάσμιοι δεσποτάδες», έπαιρναν με την βία το 35% έως 70% της αγροτικής παραγωγής. Η φορολογία (δεκάτη, γαιοπρόσοδος κ.λπ.), η πληρωμή για παροχή προστασίας από τους κλέφτες, τα παρασπόρια (η αναγκαστική αγγαρεία στα χωράφια των γαικτημόνων), εξαθλίωνε τα αγροτικά νοικοκυριά. Την τελευταία «μαχαιριά» έδινε ο κεχαγιάς του τσιφλικιού (ο επιστάτης), που άρπαζε το δικό του μερτικό αφήνοντας τελικά στα χέρια του αγρότη το 20% της παραγωγής.
Στους ορεινούς όγκους του Ελλαδικού χώρου (Πίνδος, Ρούμελη, Μάνη κ.λπ.) υπήρχαν ορεσίβιες φυλετικές κοινότητες, οι οποίες ασχολούντο με την κτηνοτροφία και ήταν χωρισμένοι σε τσελιγκάτα και καπετανάτα, δηλαδή συγγενικές ομάδες πολεμιστών. Στα μέρη αυτών των κοινοτήτων υπήρχε διαδεδομένη η ληστεία και η κλοπή ζώων, ενώ δραστηριοποιούνταν και ομάδες κλεφτών οι οποίες ακολουθούσαν τις μετακινήσεις των ποιμενικών πληθυσμών. Ιδίως η επιβολή ποιμενικού φόρου μόνο στους ραγιάδες, έκανε πολλά τσελιγκάτα να στραφούν προς την ληστεία. Πλήθος βοσκών των ορεινών περιοχών, παρείχαν τις υπηρεσίες τους στους πασάδες, στρατολογούμενοι κατά διαστήματα στα στρατιωτικά τους τμήματα, έναντι αμοιβής (π.χ. Σουλιώτες στην αυλή του Αλή Πασά). Πολλοί κλέφτες υπηρετούσαν για ένα διάστημα ως αρματολοί στην δούλεψη των Τούρκων, και στη συνέχεια επέστρεφαν στην παλιά τους «εργασία». Αυτοί αποτέλεσαν και το έμπειρο στρατιωτικό τμήμα της επανάστασης του 1821.

Η Γαλλική Επανάσταση το 1789, έφερε τις ιδέες της «πατρίδας» και του «πατριωτισμού» στο προσκήνιο. Οι νέοι αστοί διανοητές με τα έργα τους, βγάζουν στο προσκήνιο τις νέες ριζοσπαστικές αστικές ιδέες της «ατομικής ελευθερίας», της «ισότητας» και εγκωμιάζουν την δυνατότητα της «απελευθέρωσης του γένους», δημιουργώντας ένα κίνημα που ονομάστηκε «Ελληνικός Διαφωτισμός». Μια ζύμωση πάνω σε αυτές τις ιδέες άρχισε να αναπτύσσεται τόσο στον πληθυσμό του Ελλαδικού χώρου, όσο και στους Έλληνες των παροικιών του εξωτερικού. Κινητήρια δύναμη αυτών των καινοτόμων ιδεών (όπως είπαμε και στο προηγούμενο σημείωμά μας), υπήρξε η νεαρή αστική τάξη αλλά και η λαϊκή αγανάκτηση (κυρίως των κτηνοτρόφων) που εκφραζόταν με τον «κλεφτοπόλεμο» εναντίον της Οθωμανικής διοίκησης, φυσικά και εναντίον των Ελλήνων κοτζαμπάσηδων που αποτελούσαν μέρος της.

Οι πρώτοι μεγάλοι εκφραστές της μελλούμενης κοινωνίας, όπως ο Ρήγας Φεραίος, ο Αδαμάντιος Κοραής και άλλοι, ήρθαν σε αντιπαράθεση όχι μόνο με το Οθωμανικό κράτος αλλά εναντιώθηκαν και στο Ορθόδοξο Πατριαρχείο, που συνεργαζόταν στενά με την Πύλη. Παντού, όπου υπήρχαν Έλληνες αστοί, άρχισαν να δημιουργούνται μυστικές και συνωμοτικές οργανώσεις, όπως η μυστική εταιρεία του Ρήγα Φεραίου, το Ελληνόγλωσσον Ξενοδοχείον, η Φιλόμουσος Εταιρεία των Αθηνών (υπό την αιγίδα των Άγγλων με πρόεδρο τον Γκίλφορντ), η Φιλόμουσος Εταιρεία της Βιέννης (υπό την αιγίδα των Ρώσσων και επικεφαλής τον Καποδίστρια) και τελικά το 1814, η Φιλική Εταιρεία.

Η Φιλική Εταιρεία ιδρύθηκε από τους έμπορους (και μασόνους) Νικόλαο Σκουφά, Αθανάσιο Τσακάλωφ και Εμμανουήλ Ξάνθο και εξαπλώθηκε πολύ γρήγορα. Διαφωνώντας με τις απόψεις του Κοραή ότι το γένος έπρεπε πρώτα να μορφωθεί, συγκρότησε παντού επαναστατικές οργανώσεις. Σύμφωνα με τον μελετητή Γ. Φράγκο, ανάμεσα στα 911 μέλη με γνωστό επάγγελμα, οι 445 ήταν έμποροι, οι 117 επιστήμονες, και μόνο 24 πλοιοκτήτες. Οι πλοιοκτήτες, παρά του ότι ήταν το πιο δυναμικό και πρωτοπόρο τμήμα της αστικής τάξης και παρά τον μεγάλο ρόλο που έπαιξαν στις διαδικασίες συγκρότησης του Ελληνικού αστικού κράτους, δεν συμμετείχαν δραστήρια στις επαναστατικές οργανώσεις.

Η Φιλική Εταιρεία κατάφερνε να συγκεντρώνει οικονομικούς πόρους και να προπαγανδίζει την ιδέα της εθνικής απελευθέρωσης, προετοιμάζοντας, όσο κανένας άλλος, τον επαναστατικό αγώνα, τόσο υλικά όσο και ιδεολογικά. Αντιμετώπισε ως ένα βαθμό τις αντιδράσεις των κοτζαμπάσηδων και των λοιπών προεστών, αλλά και του υψηλόβαθμου κλήρου. Για να διασφαλίσει την Ρώσικη ανοχή και να επεκταθεί ελεύθερα στις εκεί παροικίες, διαμόρφωσε ένα πρόγραμμα λιγότερο ριζοσπαστικό από αυτό του Ρήγα Φεραίου. Προσπάθησε να καμουφλάρει τον Αστικό χαρακτήρα της επερχόμενης επανάστασης (για να μην έχει αντιδράσεις από τον Τσάρο και τους Ρώσσους φεουδάρχες), ενώ έδωσε έμφαση στο θρησκευτικό της περιεχόμενο (για να περιορίσει τις αντιδράσεις του Πατριαρχείου). Στο πρόγραμμά της δεν υπήρχαν αναφορές στα κοινωνικά προβλήματα και δεν ξεκαθάριζε ότι στους σκοπούς τής επανάστασης θα ήταν η δημιουργία ανεξάρτητου κράτους, με δική του διοίκηση, και δικό του στρατό. Η σημασία του τελευταίου (μαζί με την έλλειψη προγράμματος για την χρήση της γης), φάνηκε στην διάρκεια της επανάστασης, αλλά και μετά από αυτήν, όταν έπρεπε να πάρουν τις σχετικές αποφάσεις, πράγμα που οδήγησε στον αλληλοσπαραγμό των ηγετικών ομάδων.

Όσο πλησιάζαμε στην κρίσιμη χρονιά του 1821, τόσο και ωρίμαζαν οι συνθήκες της επανάστασης. Η Ελληνική αστική τάξη είχε οργανωθεί, είχε κάνει συμφωνίες με άλλες αστικές τάξεις των Βαλκανίων, είχε φροντίσει να έχει την στήριξη ή έστω την ανοχή της Ρωσίας. Ο σουλτάνος Μαχμούτ Β’ προσπαθώντας να ανασυγκροτήσει το κράτος του, αύξησε την φορολογία στους μουσουλμάνους με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με πασάδες που αντιδρούσαν (π.χ. Αλή Πασάς Ιωαννίνων). Για να μπορέσει να αντιμετωπίσει τα έξοδα των πολέμων, αύξησε την φορολογία στην εκκλησία, τους Φαναριώτες, αλλά επέβαλε και νέους δασμούς (όπως ο φόρος βοσκής) που έπληξαν τους Έλληνες φτωχούς αγρότες και κτηνοτρόφους. Αποτέλεσμα ήταν να αναστατωθεί η ηγεσία της εκκλησίας και να δημιουργηθεί, όπως είπαμε παραπάνω, μεγάλη αγανάκτηση στον φτωχό λαό.

Ο τερματισμός των Ναπολεόντειων πολέμων το 1815, μείωσε το εμπόριο και συρρίκνωσε τα κέρδη των Ελλήνων πλοιοκτητών, με αποτέλεσμα μεγάλη κρίση στον κλάδο της εμπορικής ναυτιλίας και την εμφάνιση ανέργων ναυτικών στα νησιά. Οι κοτζαμπάσηδες που τα προηγούμενα χρόνια είχαν γίνει αρκετά ισχυροί με την ιδιοποίηση του αγροτικού υπερπροϊόντος και την εκμετάλλευση των χωρικών, τώρα άρχισαν να εποφθαλμιούν τα απέραντα τουρκικά κτήματα.

Μπαίνοντας το 1821 όλα συναινούσαν στο ότι είχε πλέον διαμορφωθεί επαναστατική κατάσταση. Οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής είχαν αναπτυχθεί μέσα στο φεουδαρχικό οθωμανικό σύστημα. Η τάξη που θα ηγείτο, η αστική, είχε σχηματισθεί. Η ιδεολογία της, ο Ελληνικός Διαφωτισμός, έδειχνε ότι κυριαρχούσε. Οι συμμαχίες με τμήματα κοτζαμπάσηδων, προεστών και κληρικών, είχαν κάνει βήματα. Ο φτωχός λαός αγανακτισμένος από την εκμετάλλευση, ήταν έτοιμος να ακολουθήσει όποιον του έταζε καλύτερες μέρες.
Οι συνθήκες είχαν ωριμάσει. Η επανάσταση έπρεπε να ξεσπάσει!

ΕΔΩ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

«Στην εποχή της Ηούς», του Γιάννη Βεντούρα