Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

1821 – Μέρος Γ’ – Η φωτιά ανάβει

Γράφει ο Γιάννης Βεντούρας //

Οι Φαναριώτες, δηλαδή μια ομάδα πλούσιων Ελλήνων που κατοικούσαν στη συνοικία Φανάρι πέριξ του Πατριαρχείου, είχαν καλές σχέσεις με τον Σουλτάνο, απολαμβάνοντας πολλά προνόμια και καταλαμβάνοντας υψηλές διοικητικές θέσεις στο Οθωμανικό κράτος. Είναι χαρακτηριστικό ότι, για πολλές δεκαετίες πριν την επανάσταση του 1821, μονοπωλούσαν τις θέσεις ηγεμόνα στην Μολδοβλαχία. Νικόλαος Μαυρογένης, Μιχαήλ Δράκος-Σούτσος, Αλέξανδρος Σούτσος, Ιωάννης Καρατζάς, Αλέξανδρος Μουρούζης και άλλοι, διορίσθηκαν κατά διαστήματα ως βασιλιάδες – ηγεμόνες σε Μολδαβία και Βλαχία.

Στις 18 Γενάρη του 1821, πεθαίνει ο ηγεμόνας της Βλαχίας Αλέξανδρος Ν. Σούτσος (πιθανότατα τον δηλητηρίασαν μέλη της Φιλικής Εταιρείας) και αρχίζει μια σκληρή διαμάχη για την κατάληψη του στέμματος, και την εκμετάλλευση του αγροτικού πληθυσμού. Για τα θλιβερά εκείνα γεγονότα μας δίνουν πληροφορίες ο Η. Φωτεινός και ο ιστορικός απολογητής των Υψηλάντηδων, Φιλήμονας, ενώ ο ιστορικός Κ. Παπαρηγόπουλος αναρωτιόταν για αυτήν την διαμάχη: «είναι ήδη άραγε αναγκαίον να διέλθωμεν δια μακρών την ελεεινήν εκείνην ιστορίαν;».

Hgemones

Σκαρλάτος Καλλιμάχης, Μιχαήλ Σούτσος και άλλοι Φαναριώτες συμμετείχαν στην διεκδίκηση του θρόνου. Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, πρίγκηπας και υποστράτηγος του Τσάρου, εποφθαλμιούσε τους θρόνους Μολδαβίας και Βλαχίας για λογαριασμό του. Υπήρχε όμως και το ντόπιο εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα, με ηγέτη τον Τούντορ Βλαντιμιρέσκου, που ήθελε να λυτρώσει τις παραδουνάβιες χώρες από την μάστιγα των Φαναριωτών. Ο Αλ. Υψηλάντης έρχεται σε συμφωνία με τον Βλαντιμιρέσκου, και ελπίζοντας στην υποστήριξη των Ρώσων, στις 22 Φλεβάρη του 1821 εκδίδει προκήρυξη ανεξαρτησίας των παραδουνάβιων χωρών και σηκώνει την σημαία της επανάστασης στο Ιάσιο. Ήδη από τις 23 του Γενάρη, ο Βλαντιμιρέσκου είχε κάνει την δική του διακήρυξη και ζητούσε από την Πύλη μεταξύ άλλων, μείωση φόρων και την εξορία πολλών Φαναριωτών. Ταυτόχρονα συγκέντρωσε στρατό και προέλαυνε προς το Βουκουρέστι.

Στις 21 Μαρτίου 1821 ο Βλαντιμιρέσκου κατέλαβε το Βουκουρέστι όπου ήρθε και τον συνάντησε ο Υψηλάντης. Εκεί συνήψαν νέα συμβιβαστική συμφωνία, αλλά σύντομα ο Βλαντιμιρέσκου αντιλήφθηκε ότι ο Υψηλάντης ήθελε τους θρόνους της Μολδοβλαχίας για δικό του λογαριασμό και η συμμαχία τους δεν κράτησε για πολύ. Τα στρατεύματα του σουλτάνου, με την συγκατάθεση του Τσάρου, προχωρούσαν να κτυπήσουν τους εξεγερμένους και τον Μάιο ανακατέλαβαν το Βουκουρέστι, ενώ στις 7 Ιουνίου 1821 συντρίβουν τα στρατεύματα του Υψηλάντη στο Δραγατσάνι και καταστέλλουν την επανάσταση.

Μερικούς μήνες νωρίτερα είχαν ξεσπάσει συγκρούσεις του τούρκικου στρατού με τον πασά των Ιωαννίνων Αλή, τον οποίον είχαν συντρέξει να βοηθήσουν οι παλαιοί εχθροί του, οι Σουλιώτες. Η πολιορκία των Ιωαννίνων συνεχιζόταν μέχρι τα τέλη του 1821, με αποτέλεσμα να απασχολούνται εκεί ικανές στρατιωτικές μονάδες.
Οι ταυτόχρονες πολεμικές συγκρούσεις των τούρκων στην Μολδοβλαχία και την Ήπειρο, έδωσαν την δυνατότητα στην απομακρυσμένη Πελοπόννησο να ξεσηκωθεί. Παρά την εσφαλμένη εντύπωση στην οποία μας έχουν υποβάλλει, ότι δήθεν η επανάσταση του 1821 άρχισε στις 25 Μαρτίου στην Αγία Λαύρα, το λάβαρο της επανάστασης σηκώθηκε στις 17 Μαρτίου 1821 στην Αρεόπολη της Λακωνίας.

Στις 18 ή 20 Μαρτίου, οι Πετμεζαίοι χτυπούν στρατιωτική ομάδα του βοεβόδα Καλαβρύτων και στη συνέχεια αρχίζει η πολιορκία της πόλης και η κατάληψή της. Στις 21 ή 23 Μαρτίου ο οπλαρχηγός Παναγιώτης Καρατζάς πολιορκεί τους τούρκους στο κάστρο της Πάτρας. Ο Καρατζάς ήταν δημοφιλής στον λαό με αποτέλεσμα να προκαλέσει τον φθόνο των κοτζαμπάσηδων, οι οποίοι στις 4 Σεπτεμβρίου 1821 όπλισαν το χέρι του Θάνου Κουμανιώτη και τον δολοφόνησαν.

Στις 22 Μαρτίου 1821 ολοκληρώνεται η περικύκλωση της Καλαμάτας και την επόμενη ο αγάς Αρναούτογλου παραδίδει την πόλη, ενώ την ίδια μέρα ο Ανδρέας Λόντος κηρύσσει την επανάσταση στην Βοστίτσα (το σημερινό Αίγιο). Στις 24 Μαρτίου 1821 ο Πανουργιάς και ο δεσπότης Σαλώνων Ησαΐας κηρύσσουν την επανάσταση στην Στερεά Ελλάδα.

Στις επόμενες μέρες, μία-μία οι πόλεις της Στερεάς Ελλάδας (Λαμία, Λιδωρίκι, Λειβαδιά, Αγρίνιο κ.λπ) ξεσηκώνονται και ταυτόχρονα Ύδρα, Σπέτσες, Ψαρά, Σάμος, μπαίνουν στο αγώνα, ενώ οι Τούρκοι για αντίποινα, απαγχονίζουν μερικούς Φαναριώτες και τον πατριάρχη Γρηγόριο Ε’ (ο οποίος εν τω μεταξύ, είχε προλάβει να αφορίσει τους επαναστάτες). Σκληρές μάχες, με νίκες αλλά και ήττες διεξάγονται σε όλο τον Ελλαδικό χώρο αλλά και στην θάλασσα.

Σημαντικότατος σταθμός για την επιτυχία της επανάστασης ήταν η άλωση της Τριπολιτσάς στις 23 Σεπτέμβρη του 1821. Μέσα στα τείχη της Τρίπολης είχαν συγκεντρωθεί περίπου 30.000 άμαχοι Τούρκοι και Εβραίοι καθώς και χιλιάδες ένοπλοι. Επί μήνες οπλαρχηγοί από όλη την Πελοπόννησο όλο και πλησίαζαν την Τρίπολη λεηλατώντας τούρκικες περιουσίες, συγκροτώντας μικρά στρατόπεδα για να σταματούν τις εξόδους των Τούρκικων στρατευμάτων. Μην ξεχνάμε ότι στην πλειοψηφία τους οι επαναστάτες ήταν επαγγελματίες αρματολοί και κλέφτες. Όσο έσφιγγε ο κλοιός, τόσο οι πλούσιες οικογένειες Τούρκων προσέγγιζαν τους Έλληνες οπλαρχηγούς και με πλουσιοπάροχα ανταλλάγματα διαπραγματευόντουσαν την ασφαλή τους αναχώρηση, κουβαλώντας ολόκληρη την κινητή τους περιουσία. Ο Ρεϊμπώ αναφέρει ότι, με εξαίρεση τον Νικηταρά, οι οπλαρχηγοί (Μαυρομιχαλαίοι, Μπουμπουλίνα κ.λπ) θησαύρισαν, ενώ ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης “αρίστευσε” σε αυτό το όργιο χρηματισμού.

Στις 23 Σεπτέμβρη, ενώ οι θάνατοι από πείνα και αρρώστιες ήταν εκατοντάδες, και ενώ συνεχιζόντουσαν οι διαπραγματεύσεις για την παράδοση της πόλης, οι Έλληνες επαναστάτες κατορθώνουν να μπουν μέσα και να την αλώσουν στην κυριολεξία. Επί τρεις ημέρες τα στρατεύματα του Κολοκοτρώνη σφαγίαζαν αμάχους, γυναίκες, παιδιά, Τούρκους και Εβραίους, ενώ ταυτόχρονα βασάνιζαν, έκαιγαν, σούβλιζαν και λεηλατούσαν. Στα απομνημονεύματά του ο Μακρυγιάννης, αναφέρεται με αποτροπιασμό στην βάρβαρη σφαγή, λέγοντας ότι όλοι οι λιθόκτιστοι δρόμοι της Τριπολιτσάς είχαν μετατραπεί σε ρυάκια με αίμα αμάχων, ενώ τα άλογα περπατούσαν πάνω στα πτώματα. Παρόμοιες είναι οι αφηγήσεις των Κολοκοτρώνη, Φωτάκου, Φιλήμωνα, Τερτσέτη και άλλων. Πάνω από 10.000 (ίσως και 30.000) υπολογίζονται τα θύματα αυτής της αχρείαστης βαρβαρότητας, που αμαύρωσε την εικόνα των επαναστατημένων, ενώ όλο το Εβραϊκό στοιχείο σχεδόν εξαφανίστηκε. Οι μόνοι που γλύτωσαν σχεδόν ανέπαφοι, ήταν οι ένοπλοι Αρβανίτες, οι οποίοι είχαν έρθει σε προσωπική συμφωνία με τον Κολοκοτρώνη και τους επέτρεψε, έναντι αδράς αμοιβής, να φύγουν ανενόχλητοι.Μετά την άλωση της Τριπολιτσάς και την εδραίωση της επανάστασης στην Πελοπόννησο, οι επαναστάτες ήταν έτοιμοι να αρχίσουν τις μεταξύ τους συζητήσεις για το πώς θα διοικηθούν οι απελευθερωμένες περιοχές, τι θα αλλάξει στον τρόπο φορολογίας, πώς θα διανεμηθεί η γη που ερχόταν στα χέρια τους.

Η αδύναμη, και σχετικά ολιγάριθμη αστική τάξη, η οποία είχε και την πρωτοβουλία της επανάστασης, επιθυμούσε ένα συγκεντρωτικό κράτος, με σύνταγμα και κοινοβούλιο, με κατάργηση των τοπικών αγορών και την δημιουργία ενιαίας εθνικής αγοράς. Την βόλευε να υπάρχει ισχυρή κεντρική εξουσία ή οποία θα έχει την δυνατότητα να συγκεντρώνει κρατικά έσοδα, με τα οποία θα στήριζε την διεθνή κίνηση του εμπορικού στόλου. Ταυτόχρονα το εφοπλιστικό κεφάλαιο διεκδικούσε μέρος των τούρκικων κτημάτων που θα εθνικοποιούντο, ώστε να αποζημιωθούν για την συμμετοχή τους στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα.

Από την άλλη μεριά, οι αρματολοί και οι προεστοί, ήταν αντίθετοι με την δημιουργία ισχυρού συγκεντρωτικού κράτους, επειδή δεν ήθελαν να χάσουν τα τοπικά προνόμια που είχαν. Αντίθετα ήθελαν να αυξήσουν την κατά τόπους εξουσία τους και τα προνόμιά τους, τόσο στην φορολογία των αγροτών, όσο και στο τοπικό εμπόριο.
Οι φτωχοί ιδιοκτήτες γης και οι ακτήμονες αγρότες, μετά την κατάργηση του κεφαλικού φόρου που έγινε με το ξέσπασμα της επανάστασης, προσδοκούσαν να αποκτήσουν πολιτικά δικαιώματα, να περιοριστούν τα προνόμια του κλήρου και των προεστών και να καταφέρουν έστω μια μικρή διανομή γης. Αυτοί, παρόλο που αποτελούσαν την πλειοψηφία του πληθυσμού, δεν μπορούσαν να διαμορφώσουν έναν ισχυρό πόλο με καθαρά πολιτικά αιτήματα.

Οι Φαναριώτες και ο ανώτερος κλήρος είχαν παραμείνει στην ουτοπική προσδοκία να συστήσουν ξανά μια πολυεθνική Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Αυτό τον σκοπό πίστευαν ότι θα τον πετύχαιναν με μεταρρυθμίσεις μέσα στο Οθωμανικό κράτος και όχι με την δημιουργία ενός ανεξάρτητου Ελληνικού κράτους.

Με αυτές τις διαφορετικές προθέσεις και προσδοκίες, οι επαναστατημένοι Έλληνες προσήλθαν στην Α’ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου.

Τα προηγούμενα Α ΜΕΡΟΣ / Β ΜΕΡΟΣ

«Στην εποχή της Ηούς», του Γιάννη Βεντούρα