Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

1821 – Μέρος Δ’ – Η «φαγωμάρα» των Ελλήνων

Γράφει ο Γιάννης Βεντούρας //

Μέσα στις πρώτες βδομάδες της Ελληνικής επανάστασης, άρχισαν να πραγματοποιούνται οι πρώτες μεταρρυθμίσεις και οι αναγκαίες τομές στις ξεπερασμένες φεουδαρχικές σχέσεις γαιοκτησίας. Αυτές βέβαια δεν έγιναν χωρίς αντιδράσεις από τους εκπροσώπους του παλιού, και χωρίς την σκληρή αντιπαράθεση των αντίπαλων τάξεων και ομάδων, πράγμα που συμβαίνει σε κάθε επαναστατικό μετασχηματισμό της κοινωνίας.

Στις 20-26 Μαΐου του 1821, διεξήχθη στις Καλτεζές Αρκαδίας η πρώτη συνέλευση των επαναστατημένων. Η μαζική συμμετοχή των αγροτών στον ένοπλο αγώνα, είχε σαν αποτέλεσμα να αποφασισθεί η κατάργηση των προσωπικών φόρων (όπως ο κεφαλικός), καθώς και οι πολυάριθμοι τοπικοί φόροι που είχαν σχέση με την αγοραπωλησία των δημόσιων θέσεων. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, τα χωράφια που είχε ο κάθε αγρότης στην δούλεψή του, να περάσουν στην κατοχή τους με πλήρη κυριότητα. Διατηρήθηκε μόνο ο έγγειος φόρος (η δεκάτη) και το γεώμορο, δηλαδή ο φόρος στα πρώην τουρκικά κτήματα που χαρακτηρίσθηκαν «εθνικά κτήματα».

Τα μέτρα όμως αυτά δεν ικανοποιούσαν την αγροτιά που απαιτούσε να γίνει διανομή των απέραντων «εθνικών κτημάτων». Ειδικά οι ακτήμονες, που εργάζονταν στα κτήματα αυτά, και που αποτελούσαν το μεγαλύτερο τμήμα των επαναστατών, απαιτούσαν, ώσπου να έρθει ο καιρός για να γίνει η διανομή, να απαλλαγούν από το γεώμορο, ως αντάλλαγμα για την στρατιωτική τους υπηρεσία.

Οι καπεταναίοι και οι κοτζαμπάσηδες, αν και υπόσχονταν ότι όλα θα γίνουν μετά την απελευθέρωση, δεν είχαν όμως καθόλου σκοπό να ικανοποιήσουν τους πόθους των αγροτών. Οι καπεταναίοι που νέμονταν τα εισοδήματα των επαρχιών, ήθελαν να συνεχίσουν να τα εισπράττουν, με πρόσχημα τις πολεμικές ανάγκες. Οι κοτζαμπάσηδες από την μεριά τους, ανταγωνιζόντουσαν τους καπεταναίους για την αρχηγία των στρατιωτικών σωμάτων, επειδή οι αρχηγοί ήταν αυτοί που εισέπρατταν τα εισοδήματα των επαρχιών. Ο Ν. Σπηλιάδης (Φιλικός και αγωνιστής) στα απομνημονεύματά του, μας πληροφορεί ότι οι στρατιώτες του Φαναριού (Ολυμπίας) λιποτάκτησαν επειδή οι αρχηγοί τους δεν τήρησαν την συμφωνία για την μη είσπραξη του φόρου.

Για να μπορέσουν να επιβληθούν στους ανεξέλεγκτους οπλαρχηγούς, η συνέλευση των Καλτεζών συγκρότησε μια προσωρινή διοίκηση, γνωστή ως γερουσία των Καλτεζών. Η γερουσία αυτή αποτέλεσε το έμβρυο μιας κεντρικής εξουσίας και η οποία ανέλαβε την συγκέντρωση των δημόσιων εσόδων. Με τα έσοδα αυτά εξασφαλίσθηκε η κίνηση του στόλου (επειδή οι νοικοκυραίοι των νησιών δεν ήθελαν να κινούν τα πλοία με δικά τους έξοδα) και η τακτική μισθοδοσία των Μανιατών του Πετρόμπεη, επειδή αυτοί δεν ήθελαν να πολεμούν έξω από την Μάνη χωρίς μισθό. Ο Πετρόμπεης ήθελε να καταλάβει και την θέση του αρχιστράτηγου, αλλά αυτή την ορεγόταν και ο Κολοκοτρώνης. Στο τέλος αποδέχθηκε την θέση του Πρόεδρου της γερουσίας, θυσιάζοντας το μπεηλίκι της Μάνης.

Στην ίδρυση της πρώτης γερουσίας πρωτοστάτησε το κόμμα των Δεληγιανναίων (προύχοντες Καρύταινας, Μεσσηνίας) οι οποίοι ήθελαν στην κυριολεξία να διαρπάξουν την εθνική γη, και για αυτό δεν ήθελαν να υπάρχει ισχυρή κεντρική εξουσία η οποία θα τους σταματούσε. Η γερουσία των Καλτεζών ήρθε αμέσως σε ρήξη με τον Δ. Υψηλάντη (ο οποίος ήθελε να γίνει αρχιστράτηγος και να συγκεντρώσει στα χέρια του όλην την εξουσία), καθώς και με το αχαϊκό κόμμα, το οποίο αποτελούσαν κυρίως προεστοί που είχαν σχέσεις με τους Υψηλάντηδες. Ο Υψηλάντης απαιτούσε την οργάνωση τακτικού στρατού, πράγμα που ερχόταν σε σύγκρουση με τα συμφέροντα των οπλαρχηγών και των τοπικών αρχόντων, εφόσον θα περιόριζε την εξουσία τους.

Ταυτόχρονα στην ηπειρωτική Ελλάδα τα καπετανάτα, που συνδεόντουσαν με τον εξεγερμένο Αλή πασά, είχαν κινηθεί μόνο αφού έμαθαν ότι ο σουλτάνος θα τα κτυπούσε και όχι για να συμμετέχουν στον ξεσηκωμό της Πελοποννήσου. Στη διοικητική της οργάνωση πρωτοστάτησαν οι προύχοντες, δημιουργώντας τον Νοέμβρη του 1821 την «Γερουσία» της Δυτικής χέρσου Ελλάδας (με τους Αλεξ. Μαυροκορδάτο και Χρηστάκη Στάικο) και τον «Άρειο Πάγο» της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδας (με τους Θεόδωρο Νέγρη και Άνθιμο Γαζή). Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα τον περιορισμό, ως ένα βαθμό, της δύναμης των οπλαρχηγών, αλλά και να απομακρυνθεί ο αγώνας από την επιρροή του Αλή πασά και να συνδεθεί με το υπόλοιπο Ελληνικό κίνημα. Βρισκόμαστε λίγες βδομάδες μετά την άλωση της Τροπολιτσάς και υπήρχε επιτακτική η ανάγκη να δημιουργηθούν διοικητικές δομές στις ελευθερωμένες περιοχές.

Οι εξελίξεις όμως στην ηπειρωτική Ελλάδα, έδωσαν την δυνατότητα στους δευτεροκλασάτους προύχοντες και προεστούς της Πελοποννήσου, σε συνεργασία με το στρατιωτικό κόμμα και τον Δ. Υψηλάντη, να ανασυστήσουν την 1η Δεκέμβρη 1821 την «πελοποννησιακή γερουσία». Αυτοί οι μικρότεροι προεστοί, εναντιωνόντουσαν στην εκποίηση της γης, επειδή θα κατέληγε στα χέρια των μεγάλων αρχόντων και αρνιόντουσαν να διατεθούν τα πλούσια εισοδήματα της Πελοποννήσου για τις ανάγκες της υπόλοιπης χώρας και των πλοιοκτητών. Με την εκλογή του Δ. Υψηλάντη στην προεδρία της πελοποννησιακής γερουσίας, οι νησιώτες, οι οποίοι είχαν δηλώσει απαιτήσεις πάνω στις «εθνικές γαίες», παραγκωνίσθηκαν, και αυτοί στράφηκαν με το μέρος των μεγάλων αρχόντων της Πελοποννήσου.

Η ενοποίηση όμως των επί μέρους διοικήσεων σε εθνικό επίπεδο ήταν τελείως απαραίτητη, έτσι αποφασίσθηκε να πραγματοποιηθεί στις 20 Δεκέμβρη και 16 Γενάρη στην Επίδαυρο η πρώτη Εθνοσυνέλευση. Σε αυτήν πήραν μέρος αντιπρόσωποι από τις τρεις γερουσίες και από μερικά νησιά και αποτέλεσε ορόσημο στην πορεία του αγώνα επισφραγίζοντας την μετεξέλιξή του από ανταρσία σε επανάσταση. Πάνω από το ένα τρίτο των αντιπροσώπων ήταν προεστοί, οι οποίοι σε συνεργασία με τους κληρικούς, προκειμένου να μην χάσουν τα προνόμιά τους, στόχευαν να εγκαθιδρύσουν ένα ολιγαρχικό σύστημα με στοιχεία του οθωμανικού μηχανισμού διοίκησης. Οι Φιλικοί και οι αστοί διανοούμενοι από την χέρσο Ελλάδα σε συνεργασία με οπλαρχηγούς που αναδείχθηκαν στις μάχες ζητούσαν πιο ριζοσπαστικές αλλαγές. Στην πρώτη εκτελεστική κυβέρνηση συμμετείχαν 3 γαιοκτήμονες (Δεληγιάννης, Κανακάρης, Λογοθέτης), 1 πλοιοκτήτης (Ορλάνδος) και 1 αστός πολιτικός (Μαυροκορδάτος). Οι εκπρόσωποι των λαϊκών στρωμάτων παραμερίστηκαν εντελώς.

Το Σύνταγμα της Επιδαύρου που ψηφίστηκε καταργούσε τα φεουδαρχικά προνόμια, απαγόρευε την δουλεία και τα βασανιστήρια, αναγνώριζε την ισονομία, απαγόρευε την εκποίηση των «εθνικών κτημάτων» χωρίς συγκατάθεση του κοινοβουλίου. Διακήρυξε ως επικρατούσα θρησκεία αυτήν της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας καθώς και την ανοχή σε κάθε άλλη θρησκεία. Δεν προέβλεπε τον θεσμό του αρχηγού κράτους, ενώ διακήρυξε την αιρετότητα των δημόσιων θέσεων καταργώντας την αγοραπωλησία τους. Το πρώτο σύνταγμα ήταν αποτέλεσμα συμβιβασμού των διαφορετικών πολιτικών τάσεων και κοινωνικών συμφερόντων, ενώ έστειλε στις καλένδες το αίτημα των λαϊκών στρωμάτων για διανομή της γης. Η αντικατάσταση των εμβλημάτων της Φιλικής εταιρείας και των Υψηλάντηδων με την γαλανόλευκη σημαία, εξέφραζε τις κοινωνικές δυνάμεις που συνδεόντουσαν με την θάλασσα και το εμπόριο. Παρά του ότι διατηρήθηκαν οι τοπικές διοικήσεις (για να συγκρατηθούν οι οπλαρχηγοί με τις απαιτήσεις τους), μπήκαν τα θεμέλια μιας κεντρικής εξουσίας, προϋπόθεση ενός ενιαίου εθνικού κράτους.

Στις 29 Μαρτίου 1823 και εν μέσω μαχών, συνήλθε στο Άστρος η Β’ εθνοσυνέλευση με 230 εκλέκτορες. Εκεί έγινε προσπάθεια να συγκεντρωθεί η Διοίκηση, καταργώντας τις επιμέρους διοικήσεις και γερουσίες. Υπέρ της ενίσχυσης της εκτελεστικής εξουσίας τάχτηκαν οι Παπαφλέσσας, Νέγρης, Πετιμεζάς, δηλαδή τα πιο ριζοσπαστικά στοιχεία της επανάστασης, αλλά και μερικοί που ήθελαν να επιβάλλουν τα ιδιοτελή συμφέροντά τους. Στην εθνοσυνέλευση είχαν την πλειοψηφία οι κοτζαμπάσηδες και επικράτησαν στο Εκτελεστικό (δηλαδή την κυβέρνηση). Οι Φιλικοί όμως συμμάχησαν με τους οπλαρχηγούς (Υψηλάντης, Ανδρούτσος, Πλαπούτας, Νέγρης, Κολοκοτρώνης, Πετμεζάς, Σισίνης και άλλοι) και το Φθινόπωρο του 1823 συγκεντρώθηκαν και αποφάσισαν να αντισταθούν στο εκτελεστικό. Αυτοί αρνιόντουσαν να πουληθούν οι «εθνικές γαίες» που ήταν το μόνο περιουσιακό στοιχείο του νέου κράτους το οποίο μπορούσε να μπει ενέχυρο για την λήψη δανείων από τις δυνάμεις της Ιεράς Συμμαχίας. Ο Κολοκοτρώνης όμως, παίρνοντας ως αντάλλαγμα την θέση του αντιπροέδρου στο Εκτελεστικό, πέρασε στο στρατόπεδο των κοτζαμπάσηδων και αφού ήρθε σε σύγκρουση με τον Μαυροκορδάτο, τον ανάγκασε να ζητήσει την προστασία του Κουντουριώτη και να καταφύγει στην Ύδρα για να σωθεί.

Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός που στις 28 Νοέμβρη 1823 ο Πάνος Κολοκοτρώνης και ο Νικηταράς με 200 αρματωμένους, εισέβαλαν στην συνεδρίαση του βουλευτικού σώματος και απειλώντας με πραξικόπημα, τους ανάγκασαν να διαλυθούν. Στην συνέχεια δημιουργούνται δύο κυβερνήσεις η μία στο Κρανίδι και η άλλη στο Ναύπλιο. Ο Μιαούλης στις 2 Μαρτίου 1824 πολιορκεί το Ναύπλιο, ενώ στις 31 Μαρτίου Λόντος και Ζαΐμης πολιορκούν την Τρίπολη και υποχρεώνουν τον Κολοκοτρώνη να την εγκαταλείψει. Στην συνέχεια, επειδή οι Κοτζαμπάσηδες αθέτησαν τις συμφωνίες με τον Θ. Κολοκοτρώνη, αυτός δίνει εντολή στον Πάνο Κολοκοτρώνη να πολιορκήσει το Άργος. Να σημειώσουμε ότι επειδή σε κάθε φάση τα οικονομικά συμφέροντα της κάθε μιας ομάδας ήταν διαφορετικά, οι αλλαγές στρατοπέδων και συμμάχων ήταν συνεχείς.

Σύντομα όμως άρχισε ο δανεισμός και μεγάλα τμήματά του κατέληγαν στις τσέπες των ηγετών, ενώ μεγάλο τμήμα του πρώτου δανεισμού δεν έφθασε ποτέ στην Ελλάδα. Η κυβέρνηση που εκλέχθηκε στις εκλογές του 1824 πέρασε στα χέρια των Στερεοελλαδιτών και των νησιωτών. Οι κοτζαμπάσηδες αρνήθηκαν να πληρώνουν φόρο και δήλωσαν ότι δεν την αναγνωρίζουν. Ταυτόχρονα επειδή ο δανεισμός απέκλειε την διανομή γης, οι στρατιωτικοί και οι αγρότες εναντιώθηκαν στην κυβέρνηση. Μέσα στην κατάσταση αυτή άρχισαν (Οκτώβρης 1824 – Γενάρης 1825) αιματηρές συγκρούσεις μεταξύ των υποστηρικτών της κυβέρνησης και των εχθρών της. Στρατεύματα του Καραϊσκάκη, Μακρυγιάννη, Γκούρα και Παπαφλέσσα κατέλαβαν την Αρκαδία πολεμώντας τους Κολοκοτρώνη, Λόντο, Νικηταρά. Πολλές πόλεις σε Αρκαδία, Ηλεία, Αχαΐα λεηλατήθηκαν από τα κυβερνητικά στρατεύματα, ενώ πολλοί λιποτακτούσαν από τον στρατό των Πελοποννησίων λόγω χρημάτων που τους έταζαν οι αντίπαλοι. Σε αυτό τον εμφύλιο κατόρθωσε να επικρατήσει η κεντρική εξουσία, η οποία έχοντας το χρήμα των δανείων, έκανε ένα βήμα προς τον αστικό συγκεντρωτισμό, παρατάσσοντας τακτικό στρατό έναντι σε ατάκτους. Κολοκοτρώνης, Σισίνης, Νοταράς και Δεληγιανναίοι φυλακίστηκαν στην Ύδρα, ενώ ο Παλαιών Πατρών Γερμανός συνελήφθη στην Γαστούνη Ηλείας.

Ο εμφύλιος της περιόδου 1823-1825, που διεξήχθη ταυτόχρονα με τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα, καθώς και οι αμέσως επόμενοι, δεν ήταν μία ιδιαίτερη Ελληνική περίπτωση, αλλά αποτελούσε το γενικό χαρακτηριστικό μιας τάξης που αγωνίζεται να καταλάβει την εξουσία. Συνεπώς η ελληνική επανάσταση του 1821, δεν ήταν μόνο εθνικοαπελευθερωτική, αλλά και βαθιά κοινωνική – ταξική. Η ανερχόμενη αστική τάξη ήθελε να ξεμπερδεύει με τους φεουδαρχικούς θεσμούς και τους εκφραστές τους (Τούρκους και Έλληνες), και να προχωρήσει στον καπιταλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Ήταν μια προοδευτική επανάσταση, επειδή προχωρούσε την κοινωνία σε ένα υψηλότερο κοινωνικό στάδιο ανάπτυξης και ο εμφύλιος δεν ήταν «φαγωμάρα», αλλά η αντικειμενική ανάγκη της διαπάλης διαφορετικών τάξεων και ομάδων συμφερόντων για την εξουσία.

Τα προηγούμενα Α ΜΕΡΟΣ / Β ΜΕΡΟΣ / Γ ΜΕΡΟΣ

«Στην εποχή της Ηούς», του Γιάννη Βεντούρα