• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

2 Φεβρουαρίου 1947: Φωταγωγείται η Ακρόπολη: «Να φύγουν οι Αγγλοι» – Ένας εκ των πρωταγωνιστών αφηγείται

Φλεβάρης του 1947. Η Αθήνα κάτω από την μπότα των νέων κατακτητών, των Αγγλων και των Αμερικανών. Το κράτος και το παρακράτος της Δεξιάς υπό την καθοδήγησή τους τρομοκρατεί, συλλαμβάνει, εκτοπίζει, βασανίζει, δολοφονεί. Μια από τις πιο σκοτεινές περιόδους της νεοελληνικής ιστορίας.

Μέσα στο σκοτάδι της νέας τυραννίας, το βράδυ της 2ης του Φλεβάρη του 1947, η Αθήνα «φωτίζεται» από μια επιγραφή που εμφανίζεται στη βορινή μετόπη της Ακρόπολης και γράφει: «Να φύγουν οι Αγγλοι»!

Ηταν το αποτέλεσμα μιας παράτολμης επιχείρησης, που οργανώθηκε από το ΚΚΕ και αναπτέρωσε το φρόνημα του λαού.

Ενας από τους «δράστες», ο Μαρίνος Πετρούνιας, περιγράφει στο «Ριζοσπάστη» της 26ης του Γενάρη 2001 ως εξής εκείνη την επιχείρηση:

Για την τοποθέτηση της επιγραφής είχε καταστρωθεί ειδικό επιτελικό σχέδιο και συγκεκριμένα: Πριν μια βδομάδα, τότε, το Φλεβάρη του 1947, πήγαμε δύο μέλη του κόμματος, όπως δείχνει η σχετική φωτογραφία, επάνω στην Ακρόπολη σε ώρα επισκεπτηρίου. Αφού διερευνήσαμε και αναγνωρίσαμε το χώρο καταλήξαμε στη θέση που έπρεπε να τοποθετηθεί η φωτεινή πινακίδα, ώστε να φαίνεται καλύτερα. Η θέση αυτή ήταν στη βορινή μετόπη της Ακρόπολης- δεξιά του Ερεχθείου. Κρίναμε ότι ήταν το πιο κατάλληλο μέρος ώστε να φανεί από όλη, σχεδόν, την Αθήνακαι ιδιαίτερα από το επίσημο κέντρο, τις πλατείες Συντάγματος και Ομόνοιας. Επισημάναμε από πού θα γινόταν η άνοδος και το μπάσιμο στο χώρο που είχαμε επιλέξει. Η όλη «επιχείρηση» θα γινότανε ιχνηλατώντας, να μη μας πάρει κανένας χαμπάρι. Και, όλα αυτά, έπρεπε να γίνουν με απόλυτη ακρίβεια. Αφού έγινε αυτή η προετοιμασία, αποχωρήσαμε από την Ακρόπολη απόλυτα ευχαριστημένοι, αφού είχαμε και τη φωτογραφία μας, ενθύμιο!

Αρχίζοντας αμέσως, συνεχίσαμε την προετοιμασία για την επιχείρηση. Επιλέξαμε τους πιο κατάλληλους αγωνιστές για τη συγκεκριμένη αποστολή. Βρήκαμε τους ειδικούς τεχνίτες αγωνιστές (μαραγκούς, ηλεκτρολόγους και τους χώρους που θα κάναμε την τεχνική κατασκευή κοντά στην Ακρόπολη, ώστε να μας εξυπηρετήσει και στη μεταφορά της) και σε μερικές μέρες είμαστε έτοιμοι να δράσουμε.

Ξεκινήσαμε απογευματάκι. Είχε σχεδόν σκοτεινιάσει. Είχαμε πάρει αρκετούς αγωνιστές, άντρες και κοπέλες, ο καθένας στη θέση του. Μαζί μας είχαμε και τους τεχνικούς για ό,τι χρειαζότανε. Η επιγραφή ήταν μεγάλη και βαριά, είχε μεγάλο μάκρος. Το κάθε γράμμα της είχε ένα μέτρο ύψος και, περίπου, 120 λαμπτήρες. Ηθελε μεγάλη προσοχή στη μεταφορά της. Μάλιστα, όταν ο δρόμος που κάναμε ήταν ανηφορικός και πολλές φορές είχε μεγάλο ανέβασμα, περνούσαμε μέσα από δέντρα μέχρι να φτάσουμε την άσφαλτο στους πρόποδες της Ακρόπολης κάτω από το Ερέχθειο. Μπροστά πήγαινε ο σ. Στάθης. Οταν φτάσαμε στην άσφαλτο σταθήκαμε και γίναμε όλοι ζευγάρια. Είχα την ευθύνη της περιφρούρησης της συνοδείας. Ημουνα «ζευγάρι» με τη σ. Γιούλα και ελέγχαμε την κάθε κίνηση που μπορούσε να παρουσιαστεί. Είμαστε αρκετά ζευγάρια πάνω στο δρόμο σκόρπια, ενώ προχωρούσαμε ανεβάζοντας την επιγραφή στην Ακρόπολη από το πέρασμα που είχαμε υπόψη μας.

Οι τεχνικοί ακολουθούσαν την επιγραφή. Τα ζευγάρια στο δρόμο είχαν σκορπίσει και το καθένα, σε απόσταση από το άλλο στις παρυφές του δρόμου, είχε πιάσει το πόστο του. Το δικό μας ζευγάρι είχε πιάσει θέση στην άκρη δεξιά προς την είσοδο της Ακρόπολης. Περνούσε η ώρα και η δουλιά ώσπου, κάποια στιγμή, σε απόσταση είδα να προβάλει κάποιος αστυφύλακας. Τότε, κάθισα ήσυχα πάνω σε μια πέτρα και πήρα στα γόνατά μου τη συντρόφισσα που κάναμε το ζευγάρι σαν κοπέλα μου. Το ίδιο έκαναν και τα άλλα… ζευγαράκια και το περιστατικό πέρασε, έληξε χωρίς να συμβεί τίποτα.

Σε λίγο η επιγραφή είχε μπει στη θέση της. Ο σ. ηλεκτρολόγος έκανε τη σύνδεση με ηλεκτροφόρο σύρμα μιας κολόνας του ηλεκτρικού και, στη συνέχεια, τον παρατήρησα να περνάει το καλώδιο που έρχονταν από την επιγραφή σ’ ένα πεύκο και να βάζει διακόπτη στο καλώδιο. Στο σημείο αυτό, άρχισαν να αποχωρούν οι δυνάμεις μας, να κατεβαίνουν χωρίς θόρυβο στην πόλη. Μόλις αποχώρησαν όλοι, έτρεξα έστριψα το διακόπτη και είδαμε την επιγραφή να ανάβει. Τότε, αυθόρμητα, φώναξα: Αναψε, άναψε και θυμήθηκα, από το γυμνάσιο, την Κύρου ανάβαση του Ξενοφώντα, όταν φώναξε με αγωνία: Θάλαττα – θάλαττα! Δεν κράτησε όμως πολύ, έσβησε το σύνθημα… Τότε έτρεξε ο ένας ηλεκτρολόγος, κάτι έφτιαξε και άναψε σταθερά.

Εφυγα με το Στάθη και περπατώντας βιαστικά φτάσαμε στο Σύνταγμα. Πήγαμε προς τη Μ. Βρετάνια και σταθήκαμε πάνω στα σκαλιά της εισόδου του ξενοδοχείου, ξεχειλίζοντας από χαρά, καθώς βλέπαμε την όμορφη επιγραφή μας να λάμπει και καμαρώναμε.

Τη φωτεινή επιγραφή -όπως μου είπε- την είχε δει και ο σ. Ν. Κυριακίδης, βαδίζοντας την οδό Αιόλου.

Αναμμένη η επιγραφή έμεινε αρκετή ώρα, γιατί όπως μάθαμε εκ των υστέρων οι αξιωματικοί της Αστυνομίας δεν πλησιάσανε αμέσως να τη σβήσουν, φοβούμενοι ότι την είχαμε παγιδευμένη με ηλεκτρικό.