Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

21ο Συνέδριο του ΚΚΕ: Το πρώτο κείμενο των Θέσεων της ΚΕ

Θέσεις της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ για το 21ο Συνέδριο

Πρώτο κείμενο

Το Κόμμα ως καθοδηγητής του επαναστατικού εργατικού κινήματος, της Κοινωνικής Συμμαχίας στην πάλη για τον Σοσιαλισμό – Κομμουνισμό. Ο απολογισμός και τα συμπεράσματα από τη δράση της Κεντρικής Επιτροπής και όλου του Κόμματος από το 20ό στο 21ο Συνέδριο.

Εισαγωγή

1. Το Κόµµα, στο πεδίο της ιδεολογικής – πολιτικής πάλης και της παρέµβασης στους εργατικούς – λαϊκούς αγώνες, έχει συγκεντρώσει µια τεράστια πείρα άνω των 100 χρόνων. Είναι εµπειρία που αποκρυσταλλώθηκε πιο αποτελεσµατικά και ουσιαστικά την τελευταία 30ετία, όταν το ΚΚΕ για πρώτη φορά από τη στιγµή της ίδρυσής του το 1918, στηριζόµενο στις δικές του δυνάµεις, έδωσε τη µάχη για τη διατήρηση της κοµµουνιστικής του ταυτότητας. Κλήθηκε να ανασυγκροτηθεί, να αναδιοργανωθεί, να αναπτυχθεί παραπέρα, σε συνθήκες συνολικής νίκης της αντεπανάστασης στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης και στην ίδια την ΕΣΣΔ, το πρώτο εργατικό κράτος στον 20ό αιώνα. Το ΚΚΕ έδωσε τη µάχη για την επαναστατική προγραµµατική και οργανωτική του ανασυγκρότηση, τη συγκρότηση µαχητικών πυρήνων και εστιών στο εργατικό – συνδικαλιστικό και τα άλλα κοινωνικά κινήµατα, που, είτε είχαν πλήρως ενσωµατωθεί στο σύστηµα, είτε είχαν διαλυθεί.

Το ΚΚΕ έχει ισχυρές ιστορικές παρακαταθήκες. Δεν χάθηκε η συνέχεια της πείρας, µπόρεσε να αντέξει, να σταθεί ξανά στα πόδια του, να κάνει νέα βήµατα µπροστά, στη µελέτη και ανάπτυξη της θεωρίας, της επεξεργασίας της επαναστατικής στρατηγικής µέσα στις νέες συνεχώς µεταβαλλόµενες συνθήκες στον 21ο αιώνα, µελετώντας βαθιά και πατώντας σταθερά στη συσσωρευµένη πείρα των 102 χρόνων του.

Επεξεργάστηκε το Πρόγραµµά του. Πλούτισε τις προγραµµατικές του αντιλήψεις για τον σοσιαλισµό – κοµµουνισµό. Μελέτησε κι έβγαλε συµπεράσµατα από την πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόµησης µε επίκεντρο κυρίως την ΕΣΣΔ, ανίχνευσε τις αιτίες της αντεπαναστατικής ανατροπής. Προσπάθησε και προσπαθεί να διευρύνει την ιδεολογική – πολιτική επιρροή του στον λαό. Ανέπτυξε και αναπτύσσει τη δραστηριότητά του στο διεθνές κοµµουνιστικό, εργατικό, αντιιµπεριαλιστικό κίνηµα, επιδιώκει να ανοίξει νέους δρόµους.

Από πολλές απόψεις, η πείρα όλης αυτής της τελευταίας 30ετίας είναι πολύτιµη και γι’ αυτό η µελέτη της και η ενσωµάτωσή της στην καθηµερινή δουλειά όλου του Κόµµατος, σήµερα που όλο και νεότερες γενιές έχουν µπει και συνεχίζουν να µπαίνουν στην επαναστατική ταξική πάλη, είναι όρος αναντικατάστατος για µια µεγάλη πολύµορφη και πολύπλευρη ισχυροποίησή του, τουλάχιστον στο µέτρο που του αναλογεί η υποκειµενική ιστορική ευθύνη για την εργατική τάξη και τον λαό στη χώρα µας, αλλά και µε αντίκρισµα και σε αλληλεπίδραση µε το κοµµουνιστικό κι εργατικό κίνηµα στην περιοχή µας, στην Ευρώπη, διεθνώς.

Η ύπαρξη πρωτοπόρου Προγράµµατος κι επεξεργασιών, µε θέσεις που εµπλουτίζονται συνεχώς µε βάση τις σύγχρονες εξελίξεις και την πείρα της επαναστατικής ταξικής πάλης, είναι σηµαντική προϋπόθεση για την ιδεολογική – πολιτική – οργανωτική ενότητα και αποτελεσµατική ισχυροποίηση του Κόµµατος. Η πείρα από την οργανωτική µας ανασυγκρότηση στα 30 τελευταία χρόνια στηρίχτηκε στην προσπάθεια δηµιουργικής εφαρµογής των λενινιστικών θέσεων για το Κόµµα νέου τύπου, το Κοµµουνιστικό Κόµµα. Στηρίχτηκε στη θετική και αρνητική πείρα από τη δράση του σε συνθήκες παρανοµίας ή νοµιµότητας κ.λπ. Ωστόσο, δεν έγινε δυνατό να συνδυαστεί ολοκληρωµένα η επίµονη προσπάθεια για αποκατάσταση του επαναστατικού χαρακτήρα του Κόµµατος µε τη βαθιά µελέτη ζητηµάτων καθοδήγησης και ποιότητας δεσµών του Κόµµατος µε τις εργατικές – λαϊκές δυνάµεις, στις νέες, πρωτόγνωρες ως ένα µεγάλο βαθµό, συνθήκες.

Από το Προγραµµατικό και Καταστατικό µας Συνέδριο το 2013 είχε τεθεί ως κεντρικό πρόβληµα και όρος, για να µπορέσει το Κόµµα να ανταποκριθεί επάξια στο επαναστατικό του καθήκον, να γίνει αυτό που ονοµάσαµε «Κόµµα παντός καιρού», το ζήτηµα της κοµµατικής οικοδόµησης, της ισχυροποίησης του Κόµµατος, των καθοδηγητικών επιτελείων και Κοµµατικών Οργανώσεων Βάσης, της ΚΝΕ.

Βρισκόµαστε πλέον περίπου 8 χρόνια µετά το 19ο Συνέδριο και µε τη νέα διάταξη των κοµµατικών δυνάµεων, µετά και την ψήφιση του νέου Καταστατικού, όπως και 4 χρόνια µετά το 20ό Συνέδριο όπου εντοπίσαµε προβλήµατα καθοδηγητικής δουλειάς, καταλήξαµε σε προτάσεις κι έναν µακροπρόθεσµο σχεδιασµό για την αναβάθµισή της. Είναι αρκετός χρόνος για να εξετάσουµε πού βρισκόµαστε, µέχρι πού έχουµε προχωρήσει τους στόχους που θέσαµε, ν’ αξιολογήσουµε τη θετική ή αρνητική πείρα που συγκεντρώθηκε.

Σε ποιες συνθήκες δρα το Κόμμα σήμερα

2. Το Κόµµα, ως µέρος του Διεθνούς Κοµµουνιστικού Κινήµατος (ΔΚΚ), διατρέχει µια από τις πιο δύσκολες περιόδους της Ιστορίας του. Είναι περίοδος κατά την οποία –30 χρόνια µετά την επικράτηση της αντεπαναστατικής ανατροπής του πρώτου ιστορικού εγχειρήµατος περάσµατος από τον καπιταλισµό στον σοσιαλισµό – κοµµουνισµό– συνεχίζει να υφίσταται και να βαθαίνει η εξής µεγάλη αντίφαση:

Από τη µια µεριά, η αντίθεση ανάµεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της εργασίας και στην καπιταλιστική ιδιοποίηση µεγάλου µέρους των αποτελεσµάτων της να οδηγεί σε καταστροφή σηµαντικού µέρους των παραγωγικών δυνάµεων, µε εκδήλωση νέας οικονοµικής κρίσης πριν η φάση της ανάκαµψης πλησιάσει το προ κρίσης παραγωγικό επίπεδο. Η καπιταλιστική οικονοµία διατηρεί υψηλά ποσοστά ανεργίας, µερικής απασχόλησης, γενικότερα υποαπασχόλησης και σε φάση ανάκαµψης. Οδηγεί σε µαζική καταστροφή ανθρώπινου και υλικού δυναµικού, λόγω έλλειψης των αναγκαίων υποδοµών προστασίας από φυσικά φαινόµενα, λόγω έλλειψης υποδοµών και άλλων µέτρων προστασίας της υγείας, παρά τις µεγάλες τεχνολογικές δυνατότητες. Η τεχνολογική ανάπτυξη, η ψηφιοποίηση, η τηλεργασία κ.ά., αντί να οδηγούν στη γενική µείωση του εργάσιµου χρόνου, χρησιµοποιούνται για την εντατικοποίηση και αύξηση του βαθµού εκµετάλλευσης, για νέες µορφές χειραγώγησης. Δηµιουργούνται εκρηκτικά προβλήµατα από τις ισχυρές προσφυγικές ροές, λόγω µακροχρόνιων εστιών ιµπεριαλιστικών πολέµων, όξυνσης των ανταγωνισµών µεταξύ ιµπεριαλιστικών κρατών, ενώ εµφανής είναι πλέον η τάση ανακατατάξεων στην ιµπεριαλιστική πυραµίδα.

Από την άλλη µεριά, συνεχίζεται η µεγάλη υποχώρηση του εργατικού κινήµατος –και του κοµµουνιστικού– η οποία κατά διαστήµατα παρουσιάζει εξάρσεις µαζικότερων αντιδράσεων, αρκετές φορές µε αποπροσανατολιστικά ή αντιδραστικά αιτήµατα. Καθυστερεί σε διεθνές επίπεδο, στις πιο σηµαντικές χώρες του διεθνούς καπιταλιστικού συστήµατος, η ανασυγκρότηση του εργατικού – συνδικαλιστικού κινήµατος, πολύ περισσότερο καθυστερεί η επαναστατική, ιδεολογική – πολιτική ανασυγκρότηση του κοµµουνιστικού κινήµατος, ακόµα και σε χώρες µε µακροχρόνιο ιµπεριαλιστικό πόλεµο, µε όξυνση των προβληµάτων στα όρια της επιβίωσης. Ταυτόχρονα, η αντιδραστικοποίηση όλου του αστικού εποικοδοµήµατος (στην εκπαίδευση, στη µαζική πληροφόρηση –έντυπη, τηλεοπτική, διαδικτυακή– στην εκδοτική και καλλιτεχνική παρέµβαση κ.λπ.), µε κυρίαρχο στοιχείο τον αντικοµµουνισµό, καθώς και η εργοδοτική χειραγώγηση εµποδίζουν την ανάπτυξη µιας πιο διακριτής επαναστατικής, ιδεολογικής – πολιτικής, δηλαδή κοµµουνιστικής πρωτοπορίας.

3. Και στο διάστηµα από το 20ό Συνέδριο το 2017, το Κόµµα µας έδωσε και δίνει τη µάχη να διατηρηθούν τα κατακτηµένα επαναστατικά χαρακτηριστικά του σε πολύ δυσµενείς διεθνείς και εγχώριες συνθήκες. Είναι συνθήκες που συνεχώς επιδεινώνονται και λόγω της πανδηµίας, που λειτούργησε σαν καταλύτης της νέας οικονοµικής κρίσης, και λόγω της µεγάλης προσφυγικής – µεταναστευτικής εισροής που προκαλούν οι ιµπεριαλιστικοί πόλεµοι και τροφοδοτούνται από την πολιτική του τουρκικού κράτους. Σηµαντικός παράγοντας στην επιδείνωση των συνθηκών είναι η ισχυροποίηση της οικονοµικής και στρατιωτικής παρουσίας των ΗΠΑ που επιδιώκουν να φράξουν την κεφαλαιακή διείσδυση των Κίνας – Ρωσίας στην Ελλάδα ως πύλης προς την Ευρώπη, καθώς και τη συµµαχική προσέγγιση της Τουρκίας. Ενισχύεται η ένταση των ανταγωνισµών και αντιθέσεων στην περιοχή µε τη συγκέντρωση πολεµικών µέσων στη Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή, η ένταση των τουρκικών διεκδικήσεων έναντι και ελληνικών κυριαρχικών δικαιωµάτων, ακόµα και η αµφισβήτηση νησιωτικής ελληνικής επικράτειας, στις οποίες συµβάλλει και η ΝΑΤΟική και ευρωενωσιακή στήριξη της Τουρκίας. Είναι φανερή η επιδίωξη των αστικών τάξεων Ελλάδας και Τουρκίας να αναβαθµίσουν, η κάθε µια για λογαριασµό της, το ρόλο τους στην περιοχή, γεγονός που οξύνει τον µεταξύ τους ανταγωνισµό.

Περνάμε σε νέα πιο δύσκολη φάση

4. Περνάµε σε µια νέα, πιο σύνθετη και δύσκολη φάση. Σε αυτές τις συνθήκες αυξάνεται η αστική και οπορτουνιστική πίεση για «εθνική οµοψυχία και ενότητα» κάτω από τη σηµαία της αστικής τάξης για τη στήριξη της γεωστρατηγικής αναβάθµισής της. Σε αυτήν την επιδίωξη χρησιµοποιούνται και ο ακραίος αστικός εθνικισµός, ιδιαίτερα σε σχέση µε την τουρκική προκλητικότητα, αλλά και ο κοσµοπολιτισµός ή η οπορτουνιστική του έκφραση «τι µε νοιάζει ο πόλεµός τους», «ας τα βρούνε µε τη συνεκµετάλλευση». Ως πρόσχηµα της «εθνικής οµοψυχίας και ενότητας» χρησιµοποιήθηκε και η πανδηµία, η οικονοµική καπιταλιστική κρίση που δήθεν αφορά το ίδιο όλους: Και τους µονοπωλιακούς οµίλους, και την εργατική τάξη, τις λαϊκές οικογένειες. Ταυτόχρονα, ιδιαίτερα µετά την καταδίκη της ΧΑ ως εγκληµατικής ναζιστικής οργάνωσης, πυκνώνουν οι φωνές στο αστικό στρατόπεδο, που προβάλλουν πως «αφού ξεµπερδέψαµε µε τον µαύρο φασισµό, τώρα ήρθε η ώρα να ξεµπερδέψουµε µε τον κόκκινο φασισµό». Ιδιαίτερα ο γιορτασµός του Πολυτεχνείου τον Νοέµβρη του 2020 πυροδότησε νέο κύµα αντικοµµουνιστικής επίθεσης, επανήλθε η θεωρία για τα «συνταγµατικά όρια της νοµιµότητας», κλιµακώνεται η επίθεση ενάντια στο Κόµµα και στο ταξικά προσανατολισµένο συνδικαλιστικό – εργατικό κίνηµα, δυναµώνουν η κρατική βία και καταστολή.

Παράλληλα, ο ανταγωνισµός µεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ στην κυβερνητική εναλλαγή είναι µια πηγή ιδεολογικής – πολιτικής ρεφορµιστικής και οπορτουνιστικής πίεσης προς τον περίγυρο του Κόµµατος, σε συνθήκες µακροχρόνιας νοµιµότητας για το Κόµµα και υποχώρησης του επαναστατικού κινήµατος, ανατροπής του πρώτου ιστορικού κύκλου σοσιαλιστικής οικοδόµησης.

Αυτή η πίεση ταυτόχρονα ασκείται και στο επίπεδο του διεθνούς κινήµατος, αφού σε αυτό υπερισχύει η στρατηγική των µεταρρυθµίσεων µε τη µια ή την άλλη µορφή της («αντινεοφιλελεύθερη», «αντιφασιστική – δηµοκρατική» ή και σε συνδυασµό τους), ή ακόµα και ως επιλογή ενός άλλου «κέντρου», π.χ. Κίνας ή Ρωσίας, υποβαθµίζοντας τον καπιταλιστικό χαρακτήρα τους. Κι όλα αυτά παρά τις σηµαντικές προσπάθειες του Κόµµατος σε διεθνές επίπεδο, τη διαπάλη στο πλαίσιο των Διεθνών Συναντήσεων Κοµµουνιστικών και Εργατικών Κοµµάτων, την Ευρωπαϊκή Κοµµουνιστική Πρωτοβουλία, την Διεθνή Κοµµουνιστική Επιθεώρηση, τις περιφερειακές συναντήσεις, κυρίως τις διµερείς σχέσεις.

Ταυτόχρονα, οι συνθήκες της Covid-19 επέδρασαν παραπέρα αρνητικά, αφού χρειάστηκε και χρειάζεται µεγαλύτερη και πιο σταθερή προσπάθεια για να µην παραλύσουν οι µαζικές οργανώσεις, να διατηρήσουν λειτουργία και δράση, εφαρµόζοντας επιστηµονικά τεκµηριωµένα µέτρα προστασίας της δηµόσιας υγείας.

Σε αυτές τις συνθήκες συνολικά αποδεικνύεται πολύ πιο σύνθετο και απαιτητικό από το προβλεπόµενο το καθήκον που καθόρισε το 20ό Συνέδριο ως «το ολόπλευρο ατσάλωµα του Κόµµατος και της ΚΝΕ».

21ο Συνέδριο ΚΚΕ 21 synedrio KKE poster Ριζοσπάστης Rizospastis

Το Κόμμα ανταποκρίθηκε στις σύνθετες συνθήκες από το 20ό Συνέδριο

5. Εκτιµάµε ότι γενικά το Κόµµα µας ανταποκρίθηκε, υπό την καθοδήγηση της ΚΕ που εκλέχτηκε στο 20ό Συνέδριο, καθώς και του ΠΓ που έχει την ευθύνη της καθοδήγησης ανάµεσα στις συνεδριάσεις της. Σε αυτήν την κατεύθυνση, η ΚΕ οργάνωσε πλούσια ιδεολογικοπολιτική παρέµβαση µε επίκεντρο τα 100 χρόνια του ΚΚΕ, τα 100 χρόνια της Οκτωβριανής Επανάστασης, της Κοµµουνιστικής Διεθνούς. Εκδόθηκαν ανάλογα βιβλία, συλλογές άρθρων, ντοκουµέντα κ.λπ. και κυρίως οι 4 τόµοι του Δοκιµίου Ιστορίας του ΚΚΕ, από την ίδρυσή του έως τη λήξη του Εµφυλίου και την ήττα του ΔΣΕ το 1949, που συζητήθηκαν κι εγκρίθηκαν από διαδικασία Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης (2018), µε βάση την Απόφαση του 20ού Συνεδρίου.

Δηµιουργήθηκε ένα ευρύ δίκτυο διαφύλαξης της ιστορικής µνήµης µε µουσεία και µνηµεία για τα πιο σηµαντικά γεγονότα της ταξικής πάλης στην Ελλάδα, της Ιστορίας του Κόµµατος, κυρίως της δεκαετίας του ’40 και του ΔΣΕ. Έγιναν πλήθος εκδόσεων, κεντρικών και τοπικών, καθώς και πολλές εκδηλώσεις που συνέβαλαν στη διεύρυνση των δεσµών του Κόµµατος µε νέες δυνάµεις και ιδιαίτερα µε απογόνους αντιστασιακών, µαχητών του ΔΣΕ, πολιτικών προσφύγων, ανεξάρτητα από τη σηµερινή τους πολιτική τοποθέτηση.

Όλη αυτή η δραστηριότητα συνοδεύτηκε από ηµερίδες, τα Φεστιβάλ ΚΝΕ – Οδηγητή και παρεµβάσεις ιδεολογικού – πολιτικού χαρακτήρα µε επίκεντρο την αναγκαιότητα του σοσιαλισµού – κοµµουνισµού, το οικονοµικό – κοινωνικό – πολιτικό περιεχόµενό του, την ερµηνεία τού ιστορικά πρώτου εγχειρήµατός του στον 20ό αιώνα, ενώ παράλληλα συνεχίστηκε και η διερεύνησή του.

Η πολιτιστική δραστηριότητα έπαιξε σπουδαίο ρόλο στο ανέβασµα του επιπέδου αλλά και στο ίδιο το πλάτεµα των εκδηλώσεων, δηµιουργώντας υποδοµή. Σηµαντική και ξεχωριστή ποιοτική δραστηριότητα ήταν τα σχετικά Επιστηµονικά Συνέδρια. Ωστόσο, η ανάλογη δραστηριότητα σε περιφερειακό ή και τοπικό επίπεδο είχε σε µεγάλο βαθµό την από τα πάνω παρέµβαση ή τουλάχιστον την κεντρική υποστήριξη, ενώ ήταν περιορισµένη και όχι σταθερή και συνεχής η αναπαραγωγή της σε επίπεδο ΚΟΒ.

Η ΚΝΕ έδωσε παλικαρίσια τις µάχες στο πλευρό του Κόµµατος. Επεξεργάστηκε παραπέρα θέσεις και στόχους µε την πραγµατοποίηση του 12ου Συνεδρίου της το 2018, στο οποίο εξειδικεύτηκε η ολόπλευρη παρέµβασή της στη νεολαία, αξιοποιώντας και την τεράστια πείρα που έχει αποκοµίσει παλεύοντας στο πλευρό του Κόµµατος επί µισόν αιώνα.

Συνολικά, στα χρόνια αυτά οργανώθηκε ένα πιο εντατικό πρόγραµµα πολιτικής δουλειάς, µε περιοδείες, συσκέψεις, συγκεντρώσεις. Δόθηκε η µάχη για τα οικονοµικά του Κόµµατος, µε χρονιάτικες οικονοµικές εξορµήσεις, ενώ το 2020, λόγω των ειδικών συνθηκών, δώσαµε τρεις µάχες οικονοµικής εξόρµησης µε επιτυχία. Μπήκε τάξη στα οικονοµικά, µε επίµονη δουλειά εδώ και 8 χρόνια από το 19ο Συνέδριο, λύθηκαν ή βρίσκονται σε δρόµο επίλυσής τους χρονίζοντα προβλήµατα. Δόθηκε η µάχη για την αντιµετώπιση των απαγορεύσεων, των αντιδραστικών νόµων για τα οικονοµικά των κοµµάτων.

Το Κόµµα, µε την καθοδήγηση της ΚΕ, έδωσε ταυτόχρονα σηµαντικές πολιτικές µάχες, όπως αυτή των τριπλών εκλογών (δηµοτικές – περιφερειακές, ευρωεκλογές, βουλευτικές) µε ενιαίο περιεχόµενο που ήταν ένα σηµαντικά ποιοτικό βήµα.

Έδωσε, επίσης, σηµαντικές µάχες σε φάσεις όξυνσης του προσφυγικού προβλήµατος, αποκάλυψε τις αιτίες και τους υπεύθυνους. Πρότεινε λύσεις από τη σκοπιά των αναγκών των προσφύγων αλλά και του ελληνικού λαού.

6. Το Κόµµα µας πάλεψε για την ανασύνταξη του εργατικού – συνδικαλιστικού κινήµατος και οι δυνάµεις του όξυναν την αντιπαράθεση µε τις δυνάµεις του εργοδοτικού συνδικαλισµού, ενάντια στα φαινόµενα εκφυλισµού και νοθείας, στις δικαστικές και άλλες κατασταλτικές επεµβάσεις στο συνδικαλιστικό κίνηµα (Πάτρα, Τρίκαλα, ΠΟΕΜ, Συνέδριο ΓΣΕΕ κ.α.).

Στις συνθήκες της πανδηµίας, οι οποίες αξιοποιήθηκαν από την κυβέρνηση και το κράτος για το χτύπηµα του κινήµατος και του Κόµµατος, πρωτοστάτησε να περάσει το µήνυµα της αντίστασης, του αγώνα, της «οργανωµένης απειθαρχίας», µε σηµαντικές παρεµβάσεις και κινητοποιήσεις του µαζικού κινήµατος όπως των υγειονοµικών, των εµποροϋπαλλήλων, των ταξικά προσανατολισµένων συνδικάτων που συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ, ιδιαίτερα µε το συλλαλητήριο της 1ης Μάη 2020, αλλά και τις εκδηλώσεις για την 47η επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου και την πανελλαδική πανεργατική απεργία της 26ης Νοέµβρη κ.ά.

Από το ΠΓ και τη Γραµµατεία έγινε προσπάθεια να εξειδικευτούν οι Αποφάσεις της ΚΕ για τα ζητήµατα της δράσης του Κόµµατος στο κίνηµα σε αυτές τις συνθήκες. Υπήρξε άνοδος της πρωτοβουλίας και της σχεδιασµένης παρέµβασης στο κίνηµα για λαϊκά προβλήµατα, όπως στην Αττική, στη Δυτική Θεσσαλονίκη, στην Καρδίτσα, στην Εύβοια, για τη ΛΑΡΚΟ.

Δεν έγινε κατορθωτό να πραγµατοποιηθεί η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη για τη δουλειά στην εργατική τάξη, παρόλο που η δράση του Κόµµατος στο διάστηµα από το 20ό Συνέδριο έχει συσσωρεύσει και νέα δεδοµένα στην πάλη για την αλλαγή του συσχετισµού δυνάµεων σε Εργατικά Κέντρα και Οµοσπονδίες, στην όξυνση της πάλης για την αποκάλυψη του εργοδοτικού – κυβερνητικού συνδικαλισµού στη ΓΣΕΕ κ.ά. Έτσι η ΚΕ αποφάσισε η δουλειά µας στην εργατική τάξη και το κίνηµά της να αποτελέσει βασικό αντικείµενο προβληµατισµού και παραπέρα επεξεργασίας στο 21ο Συνέδριο.

7. Και σε αυτήν την τετραετία, τα µέλη και στελέχη του Κόµµατος πρωτοστάτησαν στην οργάνωση αγροτικών αγώνων και αγώνων των αυτοαπασχολουµένων των πόλεων ενάντια στις ευρωενωσιακές, κυβερνητικές και εργοδοτικές επιθέσεις, αγώνων µαθητικών και φοιτητικών καθώς και του ριζοσπαστικού γυναικείου κινήµατος. Σε αρκετές περιπτώσεις συνέβαλαν στη συσπείρωση και νέων δυνάµεων, σε διεργασίες βελτίωσης του συσχετισµού σε πρωτοβάθµια σωµατεία, Οµοσπονδίες κι Εργατικά Κέντρα, στο αγροτικό κίνηµα επίσης, στο µαθητικό – φοιτητικό και λιγότερο στο κίνηµα των αυτοαπασχολουµένων. Συνέβαλαν στην αύξηση κατά τι των δυνάµεων που συσπειρώνονται στο ριζοσπαστικό γυναικείο κίνηµα, αν και αυτό δεν εκφράζεται ούτε σε όλους τους συλλόγους – οµάδες, ούτε σε όλες τις περιοχές και νοµούς της χώρας, ενώ από την περίοδο του lockdown και µετά υπάρχουν εµφανή σηµάδια υπολειτουργίας ΔΣ και συνελεύσεων των συλλόγων.

Ειδικότερα στο αγροτικό, ως ένα βαθµό, τα µέλη και στελέχη του Κόµµατος συνέβαλαν ώστε να σταθεροποιηθεί η Πανελλαδική Επιτροπή των Μπλόκων (ΠΕΜ) ως µορφή πανελλαδικού συντονισµού στην οποία αντιπροσωπεύονται οµοσπονδίες και αγροτικοί σύλλογοι.

Σε αυτήν την τετραετία πραγµατοποιήθηκαν η συνεδριακή µας Απόφαση για Πανελλαδική Συνδιάσκεψη για τη δουλειά του Κόµµατος στους αυτοαπασχολούµενους της πόλης και η Διευρυµένη Ολοµέλεια της ΚΕ για την εξέταση της δουλειάς στους βιοπαλαιστές αγρότες. Αυτά τα Σώµατα, καθώς και η διαδικασία εσωκοµµατικής συζήτησης που προηγήθηκε ή ακολούθησε, βοηθούν στη διαµόρφωση ενιαίας και κυρίως συνειδητής αντίληψης για την αναγκαιότητα παρέµβασής µας στις λαϊκές, σύµµαχες δυνάµεις της εργατικής τάξης, για τον ακριβέστερο προσδιορισµό τους, τον εµπλουτισµό των θέσεών µας για την προοπτική τους στη σοσιαλιστική κοινωνία, για ζητήµατα τρέχουσας διαπάλης, την επεξεργασία πλαισίου και στόχων πάλης, την προώθηση κοινής δράσης στην προοπτική διαµόρφωσης κοινωνικής συµµαχίας σε αντικαπιταλιστική – αντιµονοπωλιακή κατεύθυνση.

8. Αν και η πιο αναλυτική τοποθέτηση για τα κινήµατα θα γίνει σε χωριστό κείµενο, ως γενική εκτίµηση ισχύει ότι το κύρος, η επιρροή του Κόµµατος ως πρωτοπόρας και συνεπούς δύναµης στην πάλη για τα οξυµένα λαϊκά προβλήµατα, σε σηµαντικό µέρος µαχόµενων δυνάµεων, είναι αυξηµένο. Κατά περίπτωση, σηµειώνεται και διεύρυνση δυνάµεων κι επιρροής του Κόµµατος και της ΚΝΕ. Συνολικά, δεν σηµειώθηκε ουσιαστική αλλαγή ως προς τη συµµετοχή στα κινήµατα και εµφανής µαχητικοποίηση διαθέσεων, ή τουλάχιστον, όπου αυτή πραγµατοποιείται, είναι εύθραυστη, µε τάσεις πισωγυρίσµατος. Εξακολουθεί να κυριαρχεί µαζικά στους εργαζόµενους, σε λαϊκά στρώµατα, η λογική της «ανάθεσης», της µοιρολατρίας και του φόβου και όχι της άµεσης δικής τους συµµετοχής στο κίνηµα, στους αγώνες, παρά την εκτίµηση που τρέφουν για το Κόµµα για την πάλη υπεράσπισης των συµφερόντων τους. Ένα µέρος των εργαζοµένων, παρόλο που συµµετέχει στην πάλη και αναγνωρίζει τη δράση του Κόµµατος, παραµένει επηρεασµένο από τη λογική ότι «δεν υπάρχει διέξοδος», οι θέσεις του Κόµµατος δεν κατανοούνται ως «ρεαλιστικές».

Αυτή η κατάσταση είναι και αντανάκλαση του γεγονότος ότι από το 20ό έως το 21ο Συνέδριο και προς τιµήν των 100 χρόνων του Κόµµατος, ούτε το Κόµµα ούτε η ΚΝΕ κατόρθωσαν να διευρύνουν διακριτά τις δυνάµεις τους και να συσπειρώσουν γύρω τους ένα, όσο γίνεται στις σηµερινές συνθήκες, µεγαλύτερο τµήµα της εργατικής τάξης και των συµµάχων της. Αυτός όµως ο παράγοντας είναι αποφασιστικός και για τη διακριτή στροφή στη µαζικοποίηση και µαχητικοποίηση του εργατικού και λαϊκού κινήµατος.

Ο στόχος που έθεσε το 20ό Συνέδριο, της θεµελίωσης του Κόµµατος στις παραγωγικές ηλικίες στη βιοµηχανία και στους χώρους συγκέντρωσης µισθωτών, παραµένει. Τα βήµατα που έγιναν το διάστηµα αυτό δείχνουν δυνατότητες. Όµως η διευρυµένη αξιοποίηση αυτών των δυνατοτήτων απαιτεί πιο στοχευµένη προσπάθεια προετοιµασίας νέων κοµµουνιστικών δυνάµεων, µε πιο σχεδιασµένη και συστηµατική ιδεολογική, πολιτική, οργανωτική προσπάθεια, προκειµένου να εξουδετερώνονται αναστολές από τις δυσκολίες της καθηµερινότητας, από το γενικό παθητικό κλίµα, από τον φόβο της ανεργίας, της ανασφάλειας κ.λπ.

Το κεντρικό ζήτημα που πρέπει να έχουμε
στραμμένη την προσοχή μας στην καθημερινή καθοδηγητική μας δουλειά

9. Το κεντρικό ζήτηµα επεξεργασίας του 21ου Συνεδρίου είναι να γίνεται ακόµα πιο διακριτός στις πλατιές εργατικές – λαϊκές δυνάµεις ο ρόλος του ΚΚΕ ως ισχυρής οργανωµένης ιδεολογικοπολιτικής εργατικής – λαϊκής πρωτοπορίας, ως ο φορέας νέων ιδεών της επαναστατικής κοινωνικής προοπτικής, απάντησης στα µεγάλα ζωτικά προβλήµατα που έχουν συσσωρευτεί και απαιτούν επιτακτικά τη λύση τους τον 21ο αιώνα. Αυτό απαιτεί ανώτερη ποιοτικά καθοδηγητική δουλειά, ιδεολογική – πολιτική µορφωτική αναβάθµιση της δουλειάς όλου του Κόµµατος, από την ΚΕ µέχρι τις ΚΟΒ, από το ΚΣ της ΚΝΕ µέχρι τις ΟΒ.

Κεντρικό στοιχείο εδώ είναι ότι η καθοδήγηση και δράση ξεκινούν από τη στρατηγική. Αυτό σηµαίνει ότι χρειάζεται εξειδίκευση της στρατηγικής σε κάθε φάση, στον καθηµερινό αγώνα, όπως σε µεγάλο βαθµό το κάναµε πετυχηµένα την περίοδο της προηγούµενης καπιταλιστικής κρίσης, κατά τη φάση της ασθενικής ανάκαµψης της οικονοµίας και σήµερα µε τη νέα κρίση που επιτάχυνε και επιδείνωσε η πανδηµία του κορονοϊού. Στο πλαίσιο αυτό, εξάγονται πείρα και γνώση που πρέπει να αφοµοιώνονται συλλογικά σε όλα τα επίπεδα. Σε αυτό το ζήτηµα είναι ιδιαίτερα αξιοποιήσιµη η πείρα από το πρόβληµα της ανάδειξης των σύγχρονων λαϊκών αναγκών –ζήτηµα που τέθηκε µε έµφαση στο 20ό Συνέδριο– που ανοίγει τον δρόµο για την αντικαπιταλιστική – αντιµονοπωλιακή κατεύθυνση της πάλης, ανοίγει τη συζήτηση για την αναγκαιότητα της πάλης της εργατικής τάξης για τη δική της εξουσία. Συµβάλλουν, επίσης, τα θέµατα που επεξεργαστήκαµε στη Συνδιάσκεψη για τους αυτοαπασχολούµενους της πόλης και στην Ευρεία Ολοµέλεια για τους βιοπαλαιστές αγρότες. Συµβάλλουν οι επεξεργασίες και τα αιτήµατα που θέσαµε σε συνθήκες πανδηµίας για την επίταξη του ιδιωτικού τοµέα Υγείας κ.λπ., βοηθούν στην αποκάλυψη του χαρακτήρα του καπιταλιστικού συστήµατος, στο άνοιγµα του προβληµατισµού για την ανάγκη κοινωνικοποίησης των συγκεντρωµένων µέσων παραγωγής, της γης και του κεντρικού σχεδιασµού που προτείνει το ΚΚΕ ως βασικό στοιχείο µιας άλλης, ανώτερης οργάνωσης της κοινωνίας.

10. Πρέπει να κάνουµε σηµαντική ακόµα καθοδηγητική δουλειά στον ιδεολογικό – πολιτικό – µαζικό αγώνα της εργατικής τάξης και των συµµάχων της, αφοµοιώνοντας τις νοµοτέλειες του καπιταλισµού. Έτσι θ’ απαλλαγούµε από γνωστές αδυναµίες, άλλοτε να συνδέουµε τεχνητά τα αιτήµατα της καθηµερινής πάλης µε την προοπτική, καταλήγοντας µε ένα σύνθηµα «για την εργατική εξουσία» και άλλοτε, άθελά µας, να καλλιεργούµε αντιλήψεις ότι µπορεί να υπάρξουν και λύσεις – νησίδες σοσιαλιστικές µέσα στον καπιταλισµό, ζήτηµα που οδηγεί στην επιλογή κάποιου κυβερνητικού δήθεν µικρότερου κακού, για την απόσπαση κάποιων πρόσκαιρων µέτρων. Αυτό δεν σηµαίνει ότι δεν παλεύουµε σε δύσκολες συνθήκες για απόσπαση έστω κάποιων µέτρων ανακούφισης για τον λαό, ανάλογα µε την εξέλιξη του συσχετισµού δυνάµεων και της ταξικής πάλης. Η σωστή ιδεολογική – πολιτική αποτύπωση αυτών των ζητηµάτων, πολύ περισσότερο η συζήτησή τους µέσα στα όργανα, τις ΚΟΒ και τις Κοµµατικές Οµάδες των µαζικών φορέων, δεν συνιστούν χάσιµο χρόνου αλλά διαδικασία εξάλειψης συγχύσεων. Πρέπει να συνειδητοποιηθεί συνολικά ότι έχει ειδικές απαιτήσεις η πάλη µέσα στον καπιταλισµό και µάλιστα σε συνθήκες συνολικής αντεπανάστασης και υποχώρησης του κινήµατος, όπου δεν είναι ρεαλιστικό να ανατραπούν οι στρατηγικές επιλογές του καπιταλισµού χωρίς να έχουν δηµιουργηθεί οι προϋποθέσεις επαναστατικής κατάστασης. Ταυτόχρονα, χωρίς µοιρολατρία, οφείλουµε να δείχνουµε ότι η ορµητική άνοδος της ταξικής πάλης µπορεί να φέρνει σε δυσκολία το σύστηµα, άρα το εργατικό κίνηµα να καθυστερεί ή ν’ αποτρέπει αντιλαϊκές επιλογές, να κερδίζει και κάτι, ως µικρό βήµα για την άνοδο της ταξικής πάλης, µέχρι τη συνολικότερη αντεπίθεση. Η στρατηγική µας, συνεπώς, αφορά και την καθηµερινότητα, την πάλη για διάφορα άµεσα ζητήµατα, έχοντας θέσει τις καθοδηγητικές µας απαιτήσεις σε αυτά, που δεν είναι άλλες από την ανάγκη της πάλης για την εξουσία, χωρίς «σταδιοποίηση» ή συµµετοχή σε κυβερνήσεις στο έδαφος του καπιταλισµού, θέµατα που αποτελούν κρίσιµα ζητήµατα της στρατηγικής, του Προγράµµατός µας, βασισµένα στην 100χρονη µελετηµένη πείρα µας.21ο Συνέδριο ΚΚΕ 21 synedrio KKE

Επιβεβαιώνεται
η καθοριστική σημασία
της ιδεολογικής-μορφωτικής δουλειάς
& προετοιμασίας των δυνάμεών μας

11. Σε αυτές τις αντικειµενικές συνθήκες παρουσιάζεται µαζικά το φαινόµενο ο νέος κοµµουνιστής και η νέα κοµµουνίστρια να µη διαθέτουν αρκετά ισχυρό µαρξιστικό ιδεολογικό υπόβαθρο κι ένα ευρύ µορφωτικό πολιτιστικό επίπεδο που βοηθάνε ώστε η γραµµή συσπείρωσης για τα οξυµένα καθηµερινά προβλήµατα να µην επηρεάζεται από την αστική ιδεολογία και προπαγάνδα και τη λογική της αστικής διαχείρισης, των µεθόδων και των ελιγµών της αστικής τάξης, η οποία έτσι κι αλλιώς µαζικά διοχετεύεται, αναπαράγεται, ανανεώνεται και προωθείται µε τα πιο σύγχρονα µέσα. Εποµένως, και η ικανότητα του κάθε κοµµουνιστή/στριας να απορρίπτει αυτήν την επίδραση απαιτεί διαρκή ατοµική και συλλογική προσπάθεια. Αυτό ασφαλώς είναι αποφασιστικής σηµασίας καθήκον για την ανάπτυξη της προσωπικής ευθύνης και πρωτοβουλίας και για την ικανότητα διεξαγωγής της διαπάλης στα κινήµατα, στα µέτωπα πάλης, µε επιχειρήµατα και πειστική εκλαΐκευση.

Αντανάκλαση αυτού του προβλήµατος είναι ότι και στην τετραετία, µετά το 20ό Συνέδριο δεν έχουµε θεαµατική βελτίωση στη διακίνηση του καθηµερινού Ριζοσπάστη και στο ιδεολογικό – πολιτικό – ιστορικό – λογοτεχνικό βιβλίο, παρά τα όποια βήµατα έγιναν στη βελτίωση του περιεχοµένου τους, συµπεριλαµβάνοντας και τη µελέτη νέων θεµάτων, νέες θεωρητικές επεξεργασίες.

Παρά το γεγονός ότι έχουµε δείγµατα επεξεργασµένης εκλαϊκευτικής παρέµβασης και µαζικής διαφώτισης, αυτά ακόµα είναι µεµονωµένα, δεν έχουν αγκαλιάσει όλο το στελεχικό δυναµικό, όλες τις Οργανώσεις, δεν στηρίζονται πάντα σ’ ένα στέρεο επαναστατικό ιδεολογικό – θεωρητικό υπόβαθρο.

12. Επιδιώξαµε να συστηµατοποιήσουµε τη µαρξιστική µόρφωση µε σχολές, σεµινάρια, διαλέξεις, όµως όλα αυτά τα συστήµατα δεν αγκαλιάζουν σταθερά το σύνολο των δυνάµεων και κυρίως δεν εξασφαλίζουν την επαναληπτικότητα που απαιτείται να έχουν ανελλιπώς όλο τον χρόνο.

Παρά τα θετικά βήµατα, παραµένει ως βασικό πρόβληµα ότι το σύστηµα εσωκοµµατικής µόρφωσης, και κατά συνέπεια της αυτοµόρφωσης, εξακολουθεί να λειτουργεί ως ένα «παράλληλο πρόγραµµα», που δεν συνδέεται ουσιαστικά και οργανικά µε το περιεχόµενο της καθηµερινής δράσης των Οργανώσεων. Κατανοείται ως ένα συµπληρωµατικό, ειδικό καθήκον και όχι ως βασικό στοιχείο της προσπάθειας να εναρµονίζεται η καθηµερινή δράση µε το κύριο πολιτικό καθήκον. Λείπει η καθοδηγητική βοήθεια για τη συνέχιση της µαρξιστικής αυτοµόρφωσης και την αξιοποίησή της στην τρέχουσα πολιτική δράση. Στην ουσία, το πρόβληµα αυτό αφορά τις καθοδηγητικές µας αδυναµίες στο να µπαίνουν στη ζωή συγκεκριµένα και να διαδίδονται οι σύγχρονες επεξεργασίες µας, το Πρόγραµµά µας, η στρατηγική µας για τον σοσιαλισµό – κοµµουνισµό, να ξεπερνιούνται συγχύσεις και λαθεµένες αντιλήψεις.

Ως ένα µεγάλο βαθµό, η καθοδηγητική δουλειά από πάνω µέχρι κάτω δεν βελτιώθηκε και δεν αντιστοιχήθηκε µε τις στρατηγικές µας επεξεργασίες, ιδιαίτερα στον κρίκο των τοµεακών οργάνων, όπως είχε εντοπίσει το 20ό Συνέδριο. Παραµένει ζητούµενο το να σχεδιάζουµε και να υλοποιούµε στον καθηµερινό αγώνα µε σταθερό εργαλείο τα ντοκουµέντα µας.

Ταυτόχρονα, δεν έχουµε ξεπεράσει µια «τσιγκουνιά» που µας διακρίνει στη συλλογική απόφαση που έχουµε πάρει για να κατανέµεται ο χρόνος των στελεχών, να παρακολουθούν τα συστήµατα οργανωµένης κοµµουνιστικής µόρφωσης και επιµόρφωσης, µέσα και από τη διαδικασία αποδέσµευσης ανώτερων στελεχών, της ΚΕ, ακόµα και του ΠΓ, για την εκπλήρωση αυτού του καθήκοντος. Ο αναγκαίος χρόνος διαρκούς αυτοµόρφωσης είναι αναπόσπαστο στοιχείο βελτίωσης και αποτελεσµατικότητας της καθοδήγησης, της οργανωτικής δουλειάς, της µελέτης των προβληµάτων και της πείρας της ταξικής πάλης. Είναι υποχρέωση ατοµική του στελέχους αλλά και συλλογική των Οργάνων.

Κατά περιόδους, ακόµα κι όταν πετυχαίναµε έναν ευρύτερο κύκλο συζήτησης ιδεολογικών ζητηµάτων σε όλο το Κόµµα και την ΚΝΕ (π.χ. µε αφορµή τα 100χρονα, παλιότερα µε αφορµή τη συζήτηση του Δοκιµίου Ιστορίας για την περίοδο 1949-1967), δεν εξασφαλίζαµε τη συνεχή επανάληψη, µε αποτέλεσµα να υποχωρεί η γνώση ή και να εξανεµίζεται εντελώς, µε δεδοµένη και τη µεγάλη ηλικιακή ανανέωση του Κόµµατος και την ταχύτατη ανανέωση των δυνάµεων της ΚΝΕ.

Το σηµαντικότερο πρόβληµα, εν µέρει αντικειµενικό, είναι ότι όλη η προσπάθεια αφοµοίωσης ιστορικών και ιδεολογικών συµπερασµάτων, θέσεων κι επεξεργασιών µε βάση τις εξελίξεις και τις νέες απαιτήσεις, δεν συνδυάζεται σταθερά µε τα άµεσα πολιτικά καθήκοντα και τη δράση. Είναι εν µέρει αντικειµενικό, γιατί οι συνθήκες όπου δρούµε είναι τέτοιες που χαρακτηρίζονται από δουλειά αργή, βασανιστική, µακρόσυρτη, γιατί τα ζητήµατα που αντιµετωπίζουµε στη δράση µας αφορούν διαµόρφωση προϋποθέσεων για την επαναστατική άνοδο σε µελλοντικό χρόνο. Από την άλλη, όµως, εκφράζει και υποκειµενική αδυναµία, την οποία πρέπει να αντιµετωπίσουµε, το πώς δηλαδή φωτίζονται µε αυτά τα συµπεράσµατα πλευρές και ζητήµατα της τρέχουσας δράσης, πώς διαµορφώνονται κριτήρια κοµµουνιστικής δουλειάς. Βαραίνουν ακόµα η αποσπασµατικότητα και η τυποποίηση.

Μάλιστα, ορισµένες βασικές επεξεργασίες του Κόµµατος, όπως το τετράτοµο Δοκίµιο Ιστορίας του ΚΚΕ 1918 – 1949, δεν έχουν οργανωµένα µελετηθεί – αφοµοιωθεί ούτε από το στελεχικό δυναµικό ούτε από κοµµατικές – ΚΝίτικες δυνάµεις, όπως της σπουδάζουσας, των εκπαιδευτικών και των δυνάµεών µας στον Πολιτισµό, που εκ των πραγµάτων και από τη θέση τους βρίσκονται κάτω από τον συνεχή βοµβαρδισµό της αστικής ιδεολογίας.

Η ίδια οπωσδήποτε ανάγκη υπάρχει και για τις εργατικές µας δυνάµεις, παρόλο που σε ορισµένες από αυτές, ιδιαίτερα στη Βιοµηχανία, τα ταξικά αντανακλαστικά δίνουν υπόβαθρο µεγαλύτερης αντοχής στην αστική ιδεολογική χειραγώγηση.

Δείκτης αυτού του προβλήµατος που εντοπίζουµε είναι το γεγονός ότι παρ’ όλη τη δουλειά υποδοµής που έχει γίνει µε εκδόσεις, αρθρογραφία, σεµινάρια και σχολές, συζητήσεις σε Όργανα και ΚΟΒ, επανέρχονται ζητήµατα που φανερώνουν κενά στη γνώση και αφοµοίωση αυτών που συλλογικά έχουµε κατακτήσει ως Κόµµα. Ξεχωρίζουµε για παράδειγµα τα εξής ζητήµατα:

–Την κατανόηση της εκµεταλλευτικής σχέσης και ιδιαίτερα τις σύγχρονες µορφές που παίρνει η καπιταλιστική εκµετάλλευση, εξαιτίας της εφαρµογής νέων τεχνολογιών και άλλων µεθόδων οργάνωσης της εργασίας. Ζητήµατα όπως η υπεραξία, το µέσο ποσοστό κέρδους, ο χρόνος εργασίας, η εφαρµογή της Πληροφορικής, η επίδραση της τηλεργασίας, πρέπει να είναι οργανικό στοιχείο της αρθρογραφίας, αλλά και των δηµόσιων παρεµβάσεων, ώστε να γίνεται κατανοητή η λειτουργία του εκµεταλλευτικού καπιταλιστικού συστήµατος.

–Την αντίληψή µας για τον χαρακτήρα της οικονοµικής κρίσης στον καπιταλισµό, την εναλλαγή φάσεων οικονοµικής κρίσης και ανάκαµψης, ζητήµατα τα οποία βοηθούν στη σωστή κατανόηση και εκτίµηση των διάφορων µορφών αστικής διαχείρισης.

–Την αντίληψή µας για τη σοσιαλιστική οικοδόµηση στον 20ό αιώνα, απαλλαγµένη από τον εξωραϊσµό της για τις γενιές κυρίως που την γνώρισαν, ενώ οι νέες γενιές έχουν τελείως διαστρεβλωµένη αντίληψη ή άγνοια. Την αντίληψή µας ιδιαίτερα για τις αιτίες της ανατροπής του σοσιαλιστικού συστήµατος στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, στην Κίνα και αλλού, κυρίως όµως της διάλυσης της ΕΣΣΔ και του ΚΚΣΕ, αφού είχε καθοριστικό ρόλο στην πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόµησης και της γραµµής του ΔΚΚ, επιδρούσε αποφασιστικά και στο Κόµµα µας.

–Την κατανόηση µιας σειράς εξελίξεων στο αστικό εποικοδόµηµα, τόσο αυτοτελώς όσο και από τη σκοπιά της σχέσης τους µε αντίστοιχες αλλαγές και τάσεις στην καπιταλιστική οικονοµία και την κοινωνική οργάνωση και δυναµική, όπως αλλαγές στους κρατικούς µηχανισµούς, στη συγκρότηση αστικών κοµµάτων, στη νοµοθεσία, στην εκπαίδευση, στην οικογένεια, µε επίδραση στις κοινωνικές και διαπροσωπικές σχέσεις, στην αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου κ.λπ.

–Τη δυσκολία διαµόρφωσης γραµµής συσπείρωσης στο κίνηµα, βασισµένης στην παρακολούθηση των εξελίξεων ανά κλάδο, αλλά και ανά εργασιακό χώρο ή κοινωνικό πρόβληµα.

Η εκπαίδευση και η ανάπτυξη των στελεχών
γίνονται κομβικό ζήτημα για την πορεία και
την επαναστατική εξέλιξη του Κόμματος

13. Η ΚΕ συνολικά συγκεντρώνει την προσοχή της κάθε φορά στα στρατηγικά καθήκοντα του Κόµµατος, επεξεργάζεται την πολιτική του σε κάθε φάση και στιγµή, επιδιώκει να προσαρµόζει δηµιουργικά τη δράση της µε βάση την επικαιρότητα, χωρίς να εγκαταλείπει την κύρια και βασική γραµµή δράσης και του συνολικότερου σχεδιασµού της. Σε πολύ µεγαλύτερο βαθµό σε σχέση µε παλιότερα, έχει ξεπεράσει την αδυναµία που εντοπιζόταν, να απορροφάται από την καθηµερινότητα και την πίεση που αντικειµενικά αυτή ασκεί.

Ταυτόχρονα, όµως, παραµένουν προβλήµατα και αδυναµίες στη διαχείριση αυτού του προβλήµατος, που είναι σε βάρος της σχεδιασµένης δουλειάς µε στόχο την ιδεολογικοπολιτική και οργανωτική ισχυροποίηση του Κόµµατος µε όρους υποδοµής και προοπτικής. Το πρόβληµα αυτό συναντιέται και στα Τµήµατα της ΚΕ και στο ΚΣ της ΚΝΕ, όµως µε µεγαλύτερη ένταση και σε µεγαλύτερη έκταση συναντιέται όσο πάµε προς τα κάτω, στις Επιτροπές Περιοχής, πολύ περισσότερο στα Γραφεία και τις Τοµεακές Επιτροπές. Τόσο τα µέλη της ΚΕ όσο και τα υπόλοιπα στελέχη που συµµετέχουν στα Όργανα δεν µπόρεσαν να συνδέσουν τη µελέτη κι επεξεργασία ζητηµάτων που κάθε φορά συζητιούνται µε την αναπόσπαστη σε κάθε συνεδρίαση συζήτηση των προβληµάτων καθοδήγησης.

Σήµερα, είναι κρίσιµο ζήτηµα, αποκτά προτεραιότητα, το να ξεπεραστεί η αδυναµία της ΚΕ και από τη σκοπιά της µελέτης, αλλά και του τρόπου καθοδήγησης, να βοηθά και να καθοδηγεί αποτελεσµατικά τη διαδικασία ανάπτυξης και ανάδειξης στελεχών, ιδιαίτερα από την εργατική τάξη, επίσης νέων σε ηλικία, καθώς και γυναικών.

Οπωσδήποτε, όλα αυτά τα τελευταία χρόνια έχουµε εκτεταµένη ανάδειξη νέων στελεχών, βασικά από την ΚΝΕ που περνάνε στο Κόµµα. Στελέχη που έδωσαν ώθηση στη δουλειά του Κόµµατος, στελέχωσαν καθοδηγητικά όργανα όλων των επιπέδων, Τµήµατα της ΚΕ, ανέλαβαν δουλειά στο κίνηµα. Είναι σηµαντική η ανανέωση στελεχών στα περισσότερα καθοδηγητικά όργανα, ειδικά των µεγάλων αστικών κέντρων. Αρκετά στελέχη έχουν αναλάβει σηµαντικές καθοδηγητικές ευθύνες, έχουν δείξει ικανότητες και απαιτείται ένα ικανό χρονικό διάστηµα για να εξελιχθούν, να αναπτύξουν τις δυνατότητές τους. Αρκετά στελέχη έχουν αναδειχτεί χωρίς κατακτηµένη τη συσσωρευµένη πείρα της συνδυασµένης συνδικαλιστικής µε την κοµµατική πολιτική παρέµβαση, µε µετρήσιµο δείκτη τη στρατολογία και την κοµµατική οικοδόµηση, τις ανάγκες βαθύτερης θεωρητικής, ιδεολογικής κατάρτισης.

Να µη διστάσουµε να διορθώσουµε σε πολλές περιπτώσεις τη διάταξη των στελεχών, για να µπορεί ο καταµερισµός των Οργάνων να είναι αποδοτικός. Όσο είναι δυνατό να αποφεύγεται η πολυχρέωση που οδηγεί σε κατακερµατισµό, προχειρότητα στην οργανωτική δουλειά, ακόµα και µε χρεώσεις που δεν συνδυάζονται, µε αποτέλεσµα την επιφανειακή ενασχόληση µε τους τοµείς δουλειάς.

Η ανάπτυξη των στελεχών ξεκινάει από την όσο γίνεται καλύτερη γνώση των προσωπικών τους χαρακτηριστικών και των ιδιαίτερων δυνατοτήτων τους στην αξιοποίηση και εξέλιξή τους µε κοµµατικά κριτήρια. Σήµερα, χρειάζεται να αναπτύξουµε στελέχη πολύπλευρα, χωρίς ισοπεδωτικά κριτήρια, να παίρνουµε υπόψη και τη φυσική τους ηλικία, την πείρα κ.λπ. Η προετοιµασία, όµως, πρέπει να έχει ενιαία χαρακτηριστικά, όπως η διαµόρφωση ενός ορισµένου επιπέδου θεωρητικής µόρφωσης, γνώσης των θέσεων και επεξεργασιών του Κόµµατος, που αποτελούν και παράγοντα ιδεολογικοπολιτικής ενότητας και συνειδητής συµφωνίας. Ταυτόχρονα, για την ολόπλευρη ανάπτυξη των στελεχών, έχει σηµασία η εναλλαγή κατά διαστήµατα του καταµερισµού καθηκόντων, όχι µονιµοποίηση σε οργανωτική δουλειά καθοδήγησης γενικών καθηκόντων, αλλά εναλλαγή και σε καθήκοντα στο µαζικό κίνηµα, στον ιδεολογικό τοµέα, σε άλλους τοµείς δράσης.

Ένα µεγάλο µέρος στελεχών ξεχωρίζει και συνεχίζει να εξελίσσεται, χωρίς όµως να έχει προηγηθεί µια ολόπλευρη διαδικασία προετοιµασίας τους στις σύγχρονες ανάγκες καθοδήγησης, ή «αναδεικνύεται αυτόµατα» λόγω ανάγκης κάλυψης κενών, χωρίς σχέδιο, πρόβλεψη και κατάλληλη προετοιµασία, ενώ τα κριτήρια δεν τηρούνται ολοκληρωµένα. Τα κριτήρια περιορίζονται µόνο σε µια γενική συµφωνία µε το Πρόγραµµα, την πολιτική του Κόµµατος, που βεβαίως είναι αναγκαίες προϋποθέσεις, αλλά πρέπει να υπολογίζονται και άλλα χαρακτηριστικά. Για παράδειγµα, να είναι όσο γίνεται µε βάση την πείρα τους απαλλαγµένα από µια τυπική και ρουτινιάρικη καθηµερινή διεκπεραίωση κοµµατικών ζητηµάτων από τα γραφεία, η οποία συνήθως περιορίζεται στη µετάδοση κατευθύνσεων κι εντολών και το πολύ-πολύ φτάνει σε έναν τυπικό κι επιφανειακό έλεγχο αποτελεσµάτων της δράσης µας. Ο κοµµουνιστικός καταµερισµός δουλειάς δεν διαχωρίζει τεχνητά την επιτελική από την εκτελεστική εργασία, αλλά απαιτεί διαλεκτικό συνδυασµό τους.

Σε συνθήκες µικρής αποτελεσµατικότητας της κοµµατικής δουλειάς, περιορισµένης συµµετοχής λαϊκών δυνάµεων στην οργανωµένη δράση, είναι κρίσιµο να καλλιεργηθεί ένα καθοδηγητικό πνεύµα ασυµβίβαστο µε τις δυσκολίες. Δεν είναι απλώς θέµα στιλ δουλειάς. Βασίζεται πρώτα απ’ όλα στη µαχητικότητα των στελεχών, που πηγάζει από τη γνώση της κοµµουνιστικής θεωρίας, αλλά και από την ταξική – κοινωνική πείρα. Πάνω σε αυτήν τη βάση εδράζονται ο µη συµβιβασµός µε τις δυσκολίες και τις υποκειµενικές αδυναµίες, η διαρκής προσπάθεια αξιοποίησης όλων των δυνατοτήτων, η δηµιουργική υλοποίηση των κατευθύνσεων, η διαρκής ανησυχία κι επαγρύπνηση, η ανάπτυξη της αυτοκριτικής αξιολόγησης της δουλειάς.

Ιδιαίτερα ένας µεγάλος αριθµός στελεχών προερχοµένων από την ΚΝΕ, που περνούν στο Κόµµα και αναλαµβάνουν ευθύνες στην καθοδήγηση και κυρίως στο µαζικό κίνηµα, χρειάζεται πολύπλευρη και συστηµατική βοήθεια, αφού µέχρι τότε έχουν ελάχιστη πείρα συµµετοχής από υπεύθυνη θέση στο κίνηµα, καθώς και ιδεολογικοπολιτικής διαπάλης σε αυτό, σε µια µαζική οργάνωση. Δεν έχουν πείρα εργασιακή ή συχνά είναι πολύ περιορισµένη. Άλλα στελέχη προέρχονται από το φοιτητικό κίνηµα, που όµως την τελευταία δεκαετία χαρακτηρίζεται από αποδιοργανωµένες διαδικασίες, ή δουλεύουν σε χώρους µε χαµηλό ή ακόµα και ανύπαρκτο βαθµό συνδικαλιστικής οργάνωσης, µε αποτέλεσµα να δυσκολεύονται να απλώσουν τη δράση ευρύτερα, ιδιαίτερα σήµερα που η πλειοψηφία της νεολαίας έχει δυσκολίες να προσανατολιστεί στη µαζική πολιτική πάλη. Η βοήθεια στα στελέχη που έχουν µια πιο άµεση σχέση και πείρα από τη δουλειά στη νεολαία, µπορεί να βελτιώσει σηµαντικά την κοµµατική παρέµβαση ευρύτερα στις νεαρές ηλικίες, στην καλύτερη καθοδήγηση των δυνάµεων της ΚΝΕ.

Η τόλµη στην ανάδειξη νέων στελεχών πρέπει να συνδυάζεται µε συστηµατική δουλειά για την ανάπτυξη εργατικών στελεχών, ώστε η ταξική τους προέλευση να αξιοποιηθεί για την ωρίµανσή τους, την ανάδειξη των ικανοτήτων τους, τη µαρξιστική – λενινιστική κατάρτισή τους.

Η ΚΕ οφείλει να αναπτύξει πιο απαιτητικά κριτήρια για την απόδοση των στελεχών, τόσο συλλογικά όσο και ατοµικά, γεγονός φυσικά που προϋποθέτει ότι δίνουµε όλη την απαιτούµενη βοήθεια, ώστε να µην αναπαράγεται ένας αναποτελεσµατικός και ξεπερασµένος τρόπος καθοδήγησης. Η ευθύνη της ΚΕ αφορά ιδιαίτερα την προετοιµασία των στελεχών της ΚΝΕ να περάσουν στο Κόµµα, παίρνοντας υπόψη ότι έχουν αλλάξει αρνητικά οι συνθήκες ζωής (µεγάλη ανεργία, δραµατικές αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις, µεγαλύτερα οικογενειακά και προσωπικά προβλήµατα λόγω συνθηκών κ.λπ.). Έχουν αυξηθεί οι πιέσεις από τις µεγάλες σύγχρονες ανάγκες, ενώ η ίδια η κατάσταση του κινήµατος, ο αρνητικός συσχετισµός, τα προβλήµατα µειωµένης προσφοράς ορισµένων κοµµατικών µελών και κάποιων στελεχών προσθέτουν στα άλλα κοµµατικά στελέχη φόρτο πρακτικών καθηκόντων.

Το Κόµµα έχει καθήκον να διαπαιδαγωγεί τις δυνάµεις που σε συνθήκες επαναστατικής κατάστασης θα οδηγήσουν στην ανατροπή της αστικής εξουσίας, στη σοσιαλιστική οικοδόµηση. Προετοιµάζει το αύριο και αυτό ακριβώς καθορίζει και τη διαδοχικότητα των γενεών και των στελεχών.

14. Πρέπει να καταπολεµηθεί δραστικά πλέον µια εδραιωµένη από παλιά αντίληψη, που, στο όνοµα των πιεστικών οργανωτικών καθηκόντων, δεν υπάρχει ιδιαίτερη φροντίδα για ανάπτυξη και ειδίκευση στελεχών στην ιδεολογική δουλειά, στελεχών που διασφαλίζουν γενικότερα τον ουσιαστικό καταµερισµό και την αναγκαία επιτελικότητα στη δουλειά των καθοδηγητικών οργάνων, στη βοήθεια στην ΚΝΕ, στην κοµµατική διαλεκτική – υλιστική έρευνα, στη θεωρητική και επιστηµονική δουλειά. Σε αυτήν να ενταχθούν τα εκατοντάδες στελέχη που κάνουν µεταπτυχιακές, διδακτορικές εργασίες, αλλά και στελέχη προερχόµενα από την εργατική τάξη, από λαϊκές οικογένειες, µε πείρα στην ταξική πάλη, δοκιµασµένα και στη δουλειά των Οργανώσεων. Οι τρέχουσες ανάγκες δεν πρέπει να φέρνουν σε δεύτερη µοίρα την ανάγκη να διατίθενται στελέχη για να αποκτήσουν θεωρητική µόρφωση µέσα από το κοµµατικό εκπαιδευτικό σύστηµα. Είναι καθήκον υποδοµής, ιδιαίτερης όµως βαρύτητας για τη διατήρηση και ανάπτυξη του επαναστατικού χαρακτήρα του Κόµµατος. Το ελλιπές θεωρητικό επίπεδο αυξάνει τη ρουτίνα, την επαναληπτικότητα χωρίς φαντασία, την πρακτική σε βάρος της θεωρητικής δουλειάς.

15. Είναι αδιαµφισβήτητο γεγονός ότι σε όλα τα Όργανα του Κόµµατος, από τα κάτω µέχρι τα πάνω, βασικό ρόλο παίζει ο Γραµµατέας κάθε Οργάνου, αφού αυτός είναι που έχει τη γενικότερη ευθύνη, δίνει τον τόνο στον προσανατολισµό, στη βάση των συλλογικών αποφάσεων των Οργάνων. Αυτονόητο πρέπει να θεωρείται το καθήκον να γίνεται όλο και πιο πολύπλευρος, πιο αποτελεσµατικός. Είναι ατοµική ευθύνη, αλλά και σε αυτό έχει ανάγκη και τη βοήθεια. Ο Γραµµατέας πρέπει να έχει επίγνωση των ελλείψεών του, να στηρίζεται στη γνώµη και την πείρα των άλλων στελεχών που είναι σχετικά πιο εξειδικευµένα σε τοµείς δουλειάς.

Ο ρόλος πιο ειδικά των Γραµµατέων των Επιτροπών Περιοχής και των Τοµεακών Επιτροπών είναι σηµαντικός για να λειτουργεί ο καταµερισµός, για την αξιοποίηση όλων των κρίκων, για την ουσιαστική λειτουργία του Οργάνου από την άποψη προσανατολισµού, θεµατολογίας, προετοιµασίας, χρόνου συζήτησης, ενθάρρυνσης γραψίµατος, αρθρογραφίας από στελέχη, αναβάθµισης της οργανωµένης αυτοµόρφωσης, προσπάθειας γενίκευσης της πείρας. Χρειάζεται να µπαίνουν µπροστά στην πολιτική δραστηριότητα, να εξασφαλίζουν τον συλλογικό έλεγχο, αξιοποιώντας σταθερά τη µορφή της ατοµικής συνεργασίας µε τα στελέχη. Να µη µένουν µόνο στη βδοµαδιάτικη συνεδρίαση, να αποκτάνε εικόνα σε µεγαλύτερο βάθος, να γίνονται πιο ικανοί στην εξειδίκευση, στον σχεδιασµό και τη γνώση του χώρου ευθύνης, των κινηµάτων, για το πώς διεξάγουµε τη διαπάλη, πού ιεραρχούµε στην περιοχή, στον χώρο ευθύνης κάθε Τοµεακής Επιτροπής και ΚΟΒ.

Είναι σηµαντικό στους συντρόφους που χρεώνονται ως Γραµµατείς Τοµεακών Επιτροπών να δίνεται ο απαιτούµενος χρόνος για να γνωρίσουν καλά την Οργάνωση, να µη γίνονται αποσπασµατικές αλλαγές, αλλά να γίνεται και όσο το δυνατό πιο οργανωµένα και προγραµµατισµένα εναλλαγή καθηκόντων για την πιο ολοκληρωµένη κοµµατικά ανάπτυξή τους, για την αντιµετώπιση της τυποποίησης που συχνά παρατηρείται.

16. Αποφασιστικά να ξεπεράσουµε το φαινόµενο να υπάρχουν όργανα που λειτουργούν ως συντονιστικά Γραµµατέων των αντίστοιχων Οργανώσεων. Το πρόβληµα δεν είναι µόνο θέµα καταµερισµού, αλλά και προσανατολισµού στη λειτουργία των Οργάνων για τη συζήτηση των τοµέων δουλειάς, των µετώπων πάλης, αναβαθµίζοντας την ιδεολογική συζήτηση, ώστε να ανοίγονται δρόµοι, να διαµορφώνονται προϋποθέσεις για αξιοποίηση κι εκπαίδευση συντρόφων.

Τα Όργανα πρέπει να σχεδιάζουν καλά τη συζήτηση θεµάτων, όχι διεκπεραιωτικά – ενηµερωτικά, να µη συσσωρεύουν σε µια συνεδρίαση πολλά θέµατα. Να αξιοποιούν την αρθρογραφία της ΚΟΜΕΠ, προλόγους εκδόσεων, να οργανώνουν συζήτηση πάνω σε εκδόσεις ιδεολογικού – ιστορικού περιεχοµένου και µε αντίστοιχες τοποθετήσεις.

Με δεδοµένο ότι σε επίπεδο παρακάτω Οργάνων, κυρίως των Τοµεακών, τα στελέχη εργάζονται και µε άσχηµα και άστατα πολλές φορές ωράρια, άρα αντικειµενικά περιορίζεται ο χρόνος τους, η προετοιµασία τους για τέτοια παρακολούθηση της δουλειάς και για τις συνεδριάσεις, δεν µπορεί στην πράξη να ακυρώνεται µέσω της πολυχρέωσης σε καθήκοντα που απαιτούν πολλή πρακτική εργασία, µε αποτέλεσµα αυτή να προτιµάται, λόγω της υπάρχουσας µεγάλης εξοικείωσης µε αυτόν τον τρόπο δουλειάς.

Η ίδια η Γραµµατεία της ΚΕ να ξεπεράσει στη σύνθεση και λειτουργία της τα χαρακτηριστικά συντονισµού της καθοδήγησης Οργανώσεων Περιοχής. Στον καταµερισµό των µελών να αναβαθµιστούν οι χρεώσεις σε τοµείς δουλειάς σε µέτωπα πάλης. Πολλά µέλη των Οργάνων, πρώτα απ’ όλα τα µέλη της ΚΕ, αλλά και των Γραφείων Περιοχής, έχουν µεγάλο φόρτο δουλειάς να εκπληρώσουν, πολλά και διαφορετικά καθήκοντα. Έτσι, δυσκολεύεται η επικέντρωση στο κύριο, η επιτελικότητα της δουλειάς, η πιο ουσιαστική βοήθεια στην ανάπτυξη των στελεχών, µε προσωπική επαρκή βοήθεια και συνεργασία. Ο όγκος των καθηκόντων δηµιουργεί ορισµένες φορές ένα είδος κόπωσης και απόσπασης από τη ζωντανή δουλειά στις µάζες, που εµποδίζει την ανάπτυξη και ωρίµανση των στελεχών. Κυρίως δυσκολεύει στο να αναπτύσσονται πολύπλευρα τα στελέχη, ανεξάρτητα από τις ιδιαίτερες χρεώσεις.

Για τα µέλη των Οργάνων, από τη Γραµµατεία της ΚΕ έως τις Τοµεακές Επιτροπές, µε ευθύνη των Γραµµατέων, να εξασφαλίζεται συνολική αντίληψη για όλες τις Οργανώσεις, πέραν δηλαδή εκείνων που είναι στην άµεση ευθύνη του καθένα, πράγµα που σηµαίνει περιοδικότητα στην παρακολούθηση των συνεδριάσεων των Τοµεακών Επιτροπών µιας Οργάνωσης Περιοχής ή των ΓΣ των ΚΟΒ µιας Τοµεακής Οργάνωσης. Αυτό αφορά και όλα τα µέλη της ΚΕ καθώς και µέλη βασικών Τµηµάτων τουλάχιστον της ΚΕ.

Επείγουσα ανάγκη να ενισχυθεί το ιδεολογικό
στοιχείο στη λειτουργία όλων των καθοδηγητικών οργάνων

17. Αποφασιστικός παράγοντας για την προώθηση της στρατηγικής µας µέσα από την καθηµερινή δράση είναι να ενισχυθεί το ιδεολογικό στοιχείο στην εσωκοµµατική και ΚΝίτικη λειτουργία, στη λειτουργία των καθοδηγητικών οργάνων, έτσι ώστε να αναπτύσσεται σωστά η ιδεολογική διαπάλη στο µαζικό κίνηµα και βεβαίως στην αυτοτελή δράση του Κόµµατος. Από το ΠΓ και τη Γραµµατεία της ΚΕ να υπάρξει άµεση και σε βάθος βοήθεια προς την κατεύθυνση αυτή. Μόνον έτσι θα µπορέσουν να βοηθήσουν αποτελεσµατικά και ουσιαστικά τον κρίσιµο καθοδηγητικό κρίκο για τη βοήθεια στις ΚΟΒ που είναι οι Τοµεακές Επιτροπές, όπου ακόµα βασικά δυσκολευόµαστε, ζήτηµα που είχε θέσει µε επιτακτικό τρόπο το 20ό Συνέδριο.

Έχουν γίνει ορατά βήµατα στη συζήτηση στην ΚΕ των εξελίξεων και των προσαρµογών στις επεξεργασίες µας στα µέτωπα πάλης, σε µια περίοδο όπου συντελούνται σοβαρές αλλαγές. Έτσι ανεβαίνει η συλλογικότητα και εξασφαλίζει ώστε όλα τα µέλη της ΚΕ να κατακτούν ένα αναγκαίο επίπεδο µαρξιστικής αντίληψης για τα βασικά ζητήµατα της οικονοµίας, τα προβλήµατα της εργατικής τάξης, των αυτοαπασχολουµένων της πόλης και του χωριού, να κατακτιέται η πιο βαθιά γνώση µέσα από τη συζήτηση των αστικών και οπορτουνιστικών ιδεολογηµάτων, ώστε να επικαιροποιείται και να βαθαίνει το επίπεδο της καθοδήγησης.

Ωστόσο, παραµένει αδύναµη η συλλογική και σε βάθος κριτική εξέταση της πείρας της ταξικής πάλης, της ιδεολογικοπολιτικής διαπάλης, της συσπείρωσης δυνάµεων από τα κάτω µε βάση τη στρατηγική και τις βασικές επιλογές του Κόµµατος, της πολιτικής µας για κοινωνική συµµαχία σε συνδυασµό µε την ανάπτυξη της κοµµατικής οικοδόµησης.

Παρά το γεγονός ότι έχουν γίνει βήµατα στη συζήτηση γύρω από τα παραπάνω σε επιµέρους κινήµατα, όπως αυτά των αυτοαπασχολουµένων στις πόλεις, των αγροτών βιοπαλαιστών, των γυναικών των λαϊκών οικογενειών κ.λπ., καθυστερεί η γενίκευση της πείρας της ταξικής πάλης, των αγώνων κατά κλάδο και τοµέα οικονοµίας. Δεν έχουν περάσει σε βάθος όλα τα συνδυασµένα κριτήρια για τη δουλειά µας στο εργατικό κίνηµα που είχαµε θέσει µε Αποφάσεις Συνεδρίων και των Πανελλαδικών Συνδιασκέψεων για τη δουλειά στην εργατική τάξη και το κίνηµά της. Οπωσδήποτε σε αυτό έχει συντελέσει και το γεγονός ότι δεν καταφέραµε να πραγµατοποιήσουµε την Απόφαση του 20ού Συνεδρίου για νέα Πανελλαδική Συνδιάσκεψη για την ανασύνταξη του εργατικού – συνδικαλιστικού κινήµατος, τη δουλειά στην εργατική τάξη και την κοινωνική συµµαχία.

18. Η σε βάθος προετοιµασία και η οργάνωση της συζήτησης, της πείρας της ταξικής πάλης σε συνδυασµό µε το πώς καθοδηγούµε, πώς προσανατολίζουµε, ποια µέτρα παίρνουµε συγκεκριµένα, από την ίδια την ΚΕ, τα άλλα καθοδηγητικά όργανα και τις κεντρικές Κοµµατικές Οµάδες, θα συµβάλουν στη µεγαλύτερη συµµετοχή στον προβληµατισµό και τη συζήτηση όλων των µελών της ΚΕ καθώς και των άλλων καθοδηγητικών στελεχών σε όλα τα Όργανα.

Βασικό εµπόδιο στην ολόπλευρη ανάπτυξη της καθοδηγητικής ικανότητας είναι η µονοµέρεια πολλών καθοδηγητικών στελεχών, η οποία σε σηµαντικό βαθµό οφείλεται στην αποκλειστική ενασχόληση µε βάση τον συγκεκριµένο καταµερισµό της χρέωσης δουλειάς, µε αποτέλεσµα να µη γνωρίζουν τη συλλογική δουλειά του Οργάνου όπου ανήκουν, αλλά και άλλες πλευρές της καθηµερινής πολύπλοκης εξέλιξης της ταξικής πάλης, ακόµα και της τρέχουσας πολιτικής αντιπαράθεσης. Είναι φαινόµενο που συναντάται σε όλους τους τοµείς δουλειάς, αλλά ιδιαίτερη βοήθεια χρειάζονται στελέχη µας χρεωµένα στο κίνηµα.

Παραµένει σηµαντική αδυναµία µέλη της ΚΕ ως Γραµµατείς Περιοχής, καθοδηγητές σηµαντικών Οργανώσεων, να τοποθετούνται, γενικεύοντας συµπεράσµατα ιδεολογικοπολιτικής πάλης, είτε γενικά είτε σε µέτωπα πάλης, συµπεράσµατα από τη βελτίωση του συσχετισµού δυνάµεων σε εργατικές οργανώσεις, ενώσεις αυτοαπασχολουµένων, αγροτικούς συλλόγους, σε µαθητές και φοιτητές, στη συσπείρωση γυναικών στους συλλόγους και οµάδες της ΟΓΕ. Επίσης, να γενικεύουν συµπεράσµατα από την παρέµβασή µας και τη διαπάλη σε αστικούς θεσµούς, Τοπικής και Περιφερειακής Διοίκησης, στη Βουλή, στα ΑΕΙ ή άλλες βαθµίδες σχολικής εκπαίδευσης κ.λπ., αλλά και τη διαπάλη για την κοινωνική θέση της γυναίκας, τις θεωρίες περί «κοινωνικού φύλου» και άλλα µέτωπα πάλης, όπως τα ναρκωτικά, η προστασία του περιβάλλοντος κ.λπ.

Θα πρέπει να ξεπεραστεί ο δισταγµός για οµιλία στα Όργανα, λόγω αµφιβολίας για τη συµβολή στην επεξεργασία εµπλουτισµού ή και βελτίωσης, ή όπου εκτιµάται διόρθωσης των θεµάτων που τίθενται από τις εισηγήσεις του ΠΓ ή άλλων Οργάνων. Να αναπτυχθεί πρώτα απ’ όλα από τα µέλη της ΚΕ η ικανότητα γενίκευσης της πείρας από τη δράση, όσο το δυνατό πιο αντικειµενικά, χωρίς ωραιοποιήσεις ή µηδενιστική στάση. Πρόκειται για ικανότητα που προϋποθέτει κριτική και αυτοκριτική τόλµη, συλλογικότητα, άµεση επαφή όλων µε κινηµατικές διαδικασίες και µε διαφορετικά αντιπροσωπευτικά τµήµατα, όσο το δυνατό, εργατικών – λαϊκών δυνάµεων.

Είναι ζητήµατα που µας αφορούν όλους και όλες. Η κρισιµότητά τους δεν φαίνεται βέβαια σε σχετικά οµαλές συνθήκες, όπως οι σηµερινές, αλλά σε κρίσιµες κοµµατικές στιγµές. Ιστορικά τέτοια παραδείγµατα υπάρχουν αρκετά.

Έκφραση των δυσκολιών της ΚΕ να µελετά ζητήµατα καθοδήγησης και γενίκευσης της πείρας είναι ότι τα µέλη της, ιδιαίτερα όσα είναι χρεωµένα στη δουλειά των Οργανώσεων, δυσκολεύονται να συµβάλουν µε αρθογραφία που θα εφοδίαζε µε πείρα άλλα στελέχη της καθοδήγησης των Οργανώσεων και του εργατικού συνδικαλιστικού, ευρύτερα µαζικού κινήµατος. Χρειάζεται να συνειδητοποιηθεί ότι η µελέτη και γενίκευση της πείρας µέσω αρθρογραφίας, ειδικά σε ζητήµατα καθοδήγησης, είναι βασική πλευρά για την ανάπτυξη και ολοκλήρωση των στελεχών. Υπάρχει ανάγκη πιο σφαιρικής γνώσης όλης της κοµµατικής δράσης από τα µέλη της ΚΕ κι όχι µόνο µε βάση τη χρέωσή τους.

19. Η εκπαίδευση στην ανάδειξη ιδεολογικών και στρατηγικών πλευρών κάθε πολιτικού και µαζικού καθήκοντος απαιτεί τον ανάλογο χρόνο και προετοιµασία συζήτησης σε κάθε καθοδηγητικό όργανο. Απαιτεί συλλογικότητα στην προετοιµασία τέτοιας συζήτησης και όχι να αφήνεται λίγο ως πολύ –όπως συµβαίνει– σε κάποιους «ειδικούς» ή µε βάση µόνο τις χρεώσεις του καθενός και της καθεµιάς. Απαιτεί µεγάλη προσπάθεια το στέλεχος να ανατρέχει στη θεωρία, στην ιστορική πείρα, στη µελέτη θεωρητικών θέσεων και ιδεών του ταξικού αντιπάλου και όχι απλά και µόνο στα στοιχεία της διαπάλης όπως άµεσα εκδηλώνονται σε διάφορους µαζικούς φορείς των κινηµάτων. Βέβαια, απαιτεί και κατάλληλες χρεώσεις µέσα σε κάθε Όργανο για τη συστηµατική τέτοια παρακολούθηση, εµβάθυνση κι επεξεργασία των θέσεών µας και όχι µόνο ή κυρίως των αιτηµάτων πάλης ή κάποιου προγράµµατος παρεµβάσεων, όσο κι αν είναι απαραίτητα και αυτά να γίνονται.

Απαιτεί σταδιακά να κατακτώνται η ικανότητα και η µεθοδολογία για τη βοήθεια όλων των καθοδηγητικών οργάνων να συζητούν ουσιαστικά κάθε δράση στο κίνηµα, στα µέτωπα πάλης, να φωτίζουν ιδεολογικοπολιτικά τα κύρια ζητήµατα, τις αντιθέσεις και συγκρούσεις συµφερόντων, τη ρίζα των προβληµάτων, τις θέσεις των άλλων πολιτικών δυνάµεων, να δείχνουν τη λύση τους. Να βρίσκονται εποµένως, σε σύγκρουση και ρήξη µε τις αστικές και οπορτουνιστικές απόψεις, δεµένα όλα αυτά µε τη σοσιαλιστική – κοµµουνιστική αναγκαιότητα.

Το ΠΓ πιο συχνά και για περισσότερα θέµατα ιδεολογικά, κινηµάτων, ζητήµατα λειτουργίας, έπρεπε να προγραµµατίζει συζήτηση στην ΚΕ, έστω κι αν αυτό επιβάρυνε τις συνεδριάσεις της. Στην ίδια την ΚΕ θα πρέπει να ενισχυθεί το στοιχείο της προσωπικής ευθύνης όλων των µελών της για την επεξεργασία των Αποφάσεων, για τον έλεγχο και την προώθησή τους, για όλα τα ζητήµατα του Κόµµατος.

Να δοθεί ώθηση στη βελτίωση της καθοδηγητικής
δράσης και λειτουργίας των Επιτροπών Περιοχής
και των Τομεακών Επιτροπών

20. Έχουµε περιθώρια για αισθητή ενδυνάµωση της ιδεολογικής, πολιτικής και οργανωτικής δουλειάς του Κόµµατος, δίνοντας παραπέρα ώθηση σε στοιχεία βελτίωσης του επιπέδου της καθοδηγητικής δράσης και λειτουργίας των Επιτροπών Περιοχής, ενισχύοντας κυρίως την καθοδήγηση των Γραφείων Περιοχής και των Τοµεακών Επιτροπών. Τα καθοδηγητικά όργανα, παλεύοντας γρήγορα να αντιµετωπίσουν σύνθετα ζητήµατα σε εξελισσόµενες οικονοµικές, πολιτικές, κοινωνικές εξελίξεις, δοκιµάστηκαν σε µάχες που είχαν µεγάλες ιδεολογικές και πολιτικές απαιτήσεις στη διεξαγωγή τους, στην οργάνωση και υλοποίηση της πολιτικής δράσης. Είναι πιο δουλεµένη η πείρα από την προσπάθεια συσπείρωσης δυνάµεων γύρω από το Κόµµα.

Στη βελτίωση της καθοδηγητικής µας δουλειάς συνέβαλαν: Η συζήτηση Αποφάσεων της ΚΕ, άλλων σηµαντικών επεξεργασιών. Η ολοκλήρωση των εορτασµών των 100 χρόνων. Η πιο τακτική θεµατική συζήτηση για τα µέτωπα της πάλης. Η επεξεργασία της πείρας από µια σειρά µάχες, πανελλαδικές ή τοπικές, από παρεµβάσεις σε χώρους δουλειάς, από αρχαιρεσίες, επεξεργασία που βοηθάει, ιδιαίτερα όταν συστηµατοποιείται µε σταθµούς ελέγχου σε επίπεδο τριµήνου και εξαµήνου. Η συζήτηση σε θέµατα που αφορούν το ιδεολογικό και πολιτικό µέτωπο της παρέµβασής µας στην εργατική τάξη ενισχύθηκε, µε διαφοροποιήσεις από Οργάνωση σε Οργάνωση, αν και το βασικό πρόβληµα είναι ότι το επίπεδο και το βάθος του προβληµατισµού για την πορεία της ταξικής πάλης δεν ανταποκρίνονται πάντα σε αυτό που αντιµετωπίζουµε. Υπάρχουν περιθώρια σηµαντικής βελτίωσης στο πώς δουλεύουµε εύστοχα και συστηµατικά µε τις θέσεις µας, το πόσο πετυχηµένα διεξάγουµε την ιδεολογική και πολιτική διαπάλη, πώς επεξεργαζόµαστε την επιχειρηµατολογία, το πλαίσιο, τους στόχους και τις µορφές πάλης. Αναδεικνύεται η ανάγκη πιο σταθερής και συλλογικής επεξεργασίας, ανταλλαγής πείρας στα κύρια ζητήµατα που αφορούν τη δράση µας στο κίνηµα και την οικοδόµηση του Κόµµατος, ώστε η ιδεολογικοπολιτική παρέµβαση να αποτελεί βασική πλευρά της καθηµερινής δράσης. Υπάρχουν ακόµα µεγάλα περιθώρια ώστε να ενισχυθούν η ευθύνη και η πρωτοβουλία κάθε Κοµµατικής Οργάνωσης στο σχεδιασµό δράσης για την άνοδο της ταξικής πολιτικής συνείδησης, της πάλης.

21. Στις Επιτροπές Περιοχής γίνεται προσπάθεια να παρακολουθηθούν αστικοί σχεδιασµοί, παρεµβάσεις του αστικού κράτους και πιο ειδικά ζητήµατα εξελίξεων σε συγκεκριµένους τοµείς της οικονοµίας, κλάδους, ανά εργασιακό χώρο και περιοχή. Αυτή η δουλειά βοηθάει στην πιο συγκεκριµένη και αποδεικτική αντιπαράθεση και προβολή, εκλαΐκευση του Προγράµµατός µας, στην εξειδίκευση της ιδεολογικής – πολιτικής διαπάλης και στην επεξεργασία πλαισίων πάλης για τους φορείς του κινήµατος. Να επιµείνουµε στην πιο ολοκληρωµένη γνώση της ταξικής διάρθρωσης κατά περιοχή και πανελλαδικά, των εξελίξεων σε οµίλους, κλάδους, µεγάλες επιχειρήσεις, ώστε η κοµµατική παρέµβαση σε όλα τα επίπεδα να γίνεται από τα καθοδηγητικά όργανα και τις βασικές Κοµµατικές Οµάδες συστηµατικά σχεδιασµένη, όχι αποσπασµατικά. Υπάρχουν θετικά αποτελέσµατα όπου έχουν γίνει σχεδιασµένες παρεµβάσεις µπροστά σε σοβαρά ζητήµατα, που αφορούν την ποιότητα ζωής της εργατικής τάξης και των σύµµαχων δυνάµεων, για τη διαµόρφωση θέσεων, διεκδικητικού πλαισίου και στόχων πάλης.

Συνολικά τα βήµατα αυτά δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις που υπάρχουν για ολοκληρωµένη συζήτηση από θεωρητική – ιδεολογική πλευρά των θέσεών µας για όλα τα µέτωπα πάλης, για τις επιπτώσεις του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής σε όλες τις πλευρές της ζωής της εργατικής τάξης, κατά κατηγορία, φύλο, ηλικία κ.λπ. και από τη σκοπιά της συµµαχίας. Οι προσπάθειες που έχουν γίνει δεν συνιστούν µια συνολική στροφή των καθοδηγητικών οργάνων, ιδιαίτερα στις Τοµεακές Επιτροπές. Ακόµα κι ένας πιο βελτιωµένος προσανατολισµός σε Τοµεακές Επιτροπές παραµένει αποσπασµατικός και δεν φτάνει στις ΚΟΒ, ώστε να συµβάλει στην καλύτερη αφοµοίωση των αποφάσεων, των κατευθύνσεων, των ίδιων των θέσεών µας.

Το πρόβληµα δεν είναι στενά οργανωτικό, αλλά πρόβληµα πιο εύστοχου, σταθερού σχεδιασµού και καλής προετοιµασίας των συνεδριάσεων, έγκαιρης πρόβλεψης και µελέτης παραγόντων που σχετίζονται µε την πορεία της ταξικής πάλης, ουσιαστικής λειτουργίας των καθοδηγητικών οργάνων, δουλεύοντας τις κεντρικές κατευθύνσεις στον χώρο ευθύνης τους. Είναι λίγες οι Τοµεακές Επιτροπές που επεξεργάζονται στον προγραµµατισµό τους θεµατολογία για τις ΚΟΒ για θέσεις του Κόµµατος, για θεωρητικά ή ιστορικά ζητήµατα, για τα µέτωπα πάλης, για τη νεολαία του χώρου τους ή για συµπεράσµατα από παρεµβάσεις και µάχες που δόθηκαν. Οι περισσότερες ΚΟΒ δεν εκτιµούν τη δουλειά τους µε µια συνέχεια από συνεδρίαση σε συνεδρίαση, ενώ οι θεµατικές συζητήσεις κατά βάση εντάσσονται στα κεντρικά προγραµµατισµένα ιδεολογικά µαθήµατα.

Θετική πείρα υπάρχει εκεί όπου ο ίδιος ο Γραµµατέας του Οργάνου επιµένει για να λειτουργεί ουσιαστικά κι όχι τυπικά ο καταµερισµός του Οργάνου, να ενισχύονται η συλλογικότητα, ο σχεδιασµός και η δουλειά κάθε συντρόφου στον τοµέα ευθύνης του. Ξεχωρίζει η ανάγκη οι Γραµµατείς να έχουν σταθερό ενδιαφέρον για να συζητιούνται οι τοµείς δουλειάς, όλα τα κινήµατα, οι συσπειρώσεις, τα µέτωπα πάλης, όχι ως καθήκον οργάνωσης µιας εκδήλωσης αλλά ως προσπάθεια παρέµβασης σε µη κοµµατικές δυνάµεις, επεξεργασίας πλαισίου πάλης, ιδεολογικοπολιτικής διαπάλης στο κίνηµα, τακτικής σε µαζικές οργανώσεις, ιδιαίτερα όπου υπάρχει αρνητικός συσχετισµός, σε συνδυασµό µε την αυτοτελή ιδεολογικοπολιτική κοµµατική παρέµβαση.

Τα θέµατα να προετοιµάζονται όσο το δυνατό πιο συλλογικά, από µια σύσκεψη στελεχών ή τις βοηθητικές επιτροπές. Αποτελεί ζήτηµα προσανατολισµού η εκπαίδευση, η προετοιµασία, η αξιοποίηση και συντρόφων µε µικρότερη πείρα και πιο αδύνατη ιδεολογική συγκρότηση, ώστε να δηµιουργούνται προϋποθέσεις να αντιµετωπίζεται η πολυχρέωση.

Στην πράξη δεν έχει αντιµετωπιστεί η καθοδήγηση βασικών τοµέων δουλειάς µε βοηθητικές οµάδες και επιτροπές, σε όλες τις Επιτροπές Περιοχής και στις Τοµεακές Επιτροπές. Εκεί που τα έχουµε καταφέρει, έχουν ανοίξει δρόµοι στον εµπλουτισµό της καθοδηγητικής δουλειάς, αλλά υπάρχει µεγάλη ανοµοιοµορφία από Οργάνωση σε Οργάνωση. Να επιµείνουµε να συγκροτηθούν σε όλα τα καθοδηγητικά όργανα για όλους τους τοµείς µε επικεφαλής κατάλληλο στέλεχος, µέλος του αντίστοιχου Οργάνου. Αφού οριστούν, το πιο σηµαντικό είναι να καθοδηγηθούν µε σχέδιο και συνέχεια από το µέλος του Οργάνου που έχει την ευθύνη. Χρειάζεται συγκεκριµενοποίηση του ρόλου τους, καταµερισµός, σχεδιασµός µελέτης θεµάτων κι εξασφάλισης προϋποθέσεων για να έχουµε αποτελέσµατα, συλλογική βελτίωση, έλεγχος και βοήθεια από το ίδιο το καθοδηγητικό όργανο που έχει την ευθύνη της ενίσχυσης, ενθάρρυνσης, ανάπτυξης πνεύµατος πρωτοβουλίας.

22. Στη λειτουργία των Κοµµατικών Οργανώσεων δεν µπορούν όλα να λύνονται από συνεδρίαση σε συνεδρίαση. Στις ειδικές συνθήκες της πανδηµίας, εκτός από τις δυσκολίες στη λειτουργία και τις συλλογικές διαδικασίες των Οργανώσεων, εκτός από τις περιορισµένες αντικειµενικά µαζικές εκδηλώσεις και δράσεις του Κόµµατος και του κινήµατος, εµφανίστηκαν ορισµένα ποιοτικά στοιχεία της καθοδηγητικής δουλειάς στην οργάνωση που πρέπει να σταθεροποιηθούν και σε άλλες συνθήκες µη απαγορεύσεων, που η ίδια η πείρα λέει ότι υποτιµώνται, όπως: Οι συνεργασίες σε όλη την κλίµακα και ιδιαίτερα µε τα µέλη της ΚΟΒ, η λειτουργία των ΚΟΒ και των Τµηµάτων στις ΚΟΒ. Η ενηµέρωση για θέσεις και δράση από τον Ριζοσπάστη. Η αρθρογραφία από στελέχη. Η πρωτοβουλία στην επικοινωνία µε περίγυρο και η αξιοποίηση όλων των µέσων επικοινωνίας για προπαγάνδα. Ο σχεδιασµός και η αναβάθµιση της αυτοµόρφωσης, η ένταση της ιδεολογικοπολιτικής συζήτησης. Η στήριξη στον σχεδιασµό δράσης των Γραφείων των ΚΟΒ, για να µην «ξεπετάνε» καθήκοντα, να αναλαµβάνουν ευθύνη για οργάνωση εκδηλώσεων, οµιλιών, παρεµβάσεων. Ο συντονισµός κλαδικών – εδαφικών δυνάµεων για κινηµατικές και κοµµατικές παρεµβάσεις.

Να συγκεντρώνουµε την προσοχή µας στο να φτάνει το σύνολο των επεξεργασιών του Κόµµατος µέσα από ουσιαστικές διαδικασίες τόσο στα καθοδηγητικά επιτελεία όσο και στις ΚΟΒ, ενισχύοντας το ιδεολογικό στοιχείο, αξιοποιώντας και την πείρα κάθε Οργάνωσης. Στόχος µας είναι να δούµε πιο συστηµατική βελτίωση και να µην είναι κατά περίπτωση τα θετικά παραδείγµατα. Δεν είναι εύκολο καθήκον και δεν γίνεται να τα καταφέρουµε αν δεν εµπλουτίσουµε την εσωκοµµατική λειτουργία, αξιοποιώντας µορφές και τρόπους που δεν εξαντλούνται στη συνεδρίαση, η οποία πρέπει να αναβαθµιστεί σε όλες τις Κοµµατικές Οργανώσεις.

Η καθοδηγητική δουλειά µπορεί να στηριχτεί πιο οργανωµένα και συντονισµένα, µε τακτικά ακτίφ υπεύθυνων τοµέων δουλειάς, Γραµµατέων ΚΟΒ ή µελών Γραφείων ΚΟΒ, επικεφαλής Κοµµατικών Οµάδων, άλλων στελεχών, που µπορούν να γενικεύουν την πείρα, να ενοποιούν κατευθύνσεις, να στηρίζουν τη χρέωση στελεχών µέσα από την ανταλλαγή πείρας και την αξιοποίηση παραδειγµάτων και συµπερασµάτων, αξιοποιώντας τα ντοκουµέντα και τις αποφάσεις του Κόµµατος, αρθρογραφία του Ριζοσπάστη, της ΚΟΜΕΠ, τη θεωρία µας.

23. Χρειάζεται συνεχής επαγρύπνηση για την τήρηση των αρχών λειτουργίας και δράσης του Κόµµατος και της ΚΝΕ. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται για να µη συγχέονται οι συντροφικές σχέσεις που αναπτύσσονται στην κοµµατική ζωή, µέσα στον σκληρό αγώνα που δίνουµε, µε το πνεύµα φιλικότητας που οδηγεί σε υποβάθµιση της κριτικής, στον υποκειµενισµό, στη δηµιουργία προσωπικού κύκλου επιρροής. Η ιδεολογικοπολιτική ενότητα στο Κόµµα είναι κατακτηµένη σήµερα περισσότερο από κάθε προηγούµενη περίοδο, όµως δεν πρέπει να εφησυχάζουµε.

Να µην ξεχνάµε ότι αυτό εκτιµούσαµε και άλλες φορές και σε διάφορες φάσεις, όµως αυτό που επιβεβαιώθηκε είναι η εκτίµηση ότι δεν πρέπει να υπάρχει κανένας εφησυχασµός. Η αντιµετώπιση όποιων αρνητικών φαινοµένων πρέπει να είναι σταθερή, συγκεκριµένη, µε βάση το Καταστατικό µας και φροντίζοντας πάντα να τηρούνται όλες οι συλλογικές κοµµατικές διαδικασίες, γεγονός που είναι οπωσδήποτε πολύ σηµαντικό για την ίδια την καλή και σωστή λειτουργία των Οργάνων και των ΚΟΒ.

Ο ρόλος των Τμημάτων της Κεντρικής Επιτροπής

24. Η αναγκαιότητα βοηθητικών επιτελείων είναι εντοπισµένη, αποδεκτή και καταγεγραµµένη σε συνεδριακές και άλλες Αποφάσεις της ΚΕ, όµως τα µέτρα υλοποίησης είναι αποσπασµατικά, η πρόοδος που παρατηρείται είναι ασταθής, τα αποτελέσµατα είναι ακόµα περιορισµένα. Κυρίως οφείλεται στην αδύνατη και αποσπασµατική βοήθεια που δίνεται από τα παραπάνω καθοδηγητικά όργανα προς τις βοηθητικές επιτροπές των παρακάτω Οργάνων. Για να ανταποκριθεί η βοηθητική επιτροπή χρειάζεται τη συνεχή και ουσιαστική βοήθεια της καθοδήγησης.

Χρειάζεται πιο προσεγµένη στελέχωση των Τµηµάτων της ΚΕ, ώστε η διάθεση και η ικανότητα για τη µελετητική εργασία να συνδυάζονται µε το κοµµουνιστικό ατσάλωµα, στοιχεία του οποίου είναι και η πρωτοπόρα στάση στα γενικότερα και τα πρακτικά καθήκοντα των ΚΟΒ και ΟΒ, το συντροφικό ενδιαφέρον για όλα τα προβλήµατα που απασχολούν κάθε σύντροφο και συντρόφισσα κ.ά.

Οπωσδήποτε όλα τα παραπάνω, σε πιο αυξηµένο βαθµό µάλιστα, αφορούν και τη σχέση Κόµµατος – ΚΝΕ, τη σχέση µεταξύ Τµηµάτων της ΚΕ µε τα Τοµεακά Συµβούλια και τις ΟΒ Σπουδάζουσας, τόσο σε σχέση µε το περιεχόµενο σπουδών όσο και στη διαπάλη µε την αστική ιδεολογία που διαχέεται µέσω του επιστηµονικού αντικειµένου. Αντίστοιχα και όσον αφορά τη µέση εκπαίδευση.

Επίσης, να αυξηθεί το ενδιαφέρον των αντίστοιχων Τµηµάτων για το περιεχόµενο της εκπαίδευσης στο Δηµοτικό, για ζητήµατα αγωγής αλλά και υποδοµών στην εκπαίδευση, συνθήκες εκπαίδευσης, υγείας, υγιεινής διατροφής, δηµιουργικής οργάνωσης και αξιοποίησης του ελεύθερου χρόνου των παιδιών κ.ά. Συνολικά, να αυξηθεί η ευθύνη για τα προβλήµατα των µαθητικών ΟΒ και να οργανωθεί συγκεκριµένα η αντίστοιχη βοήθεια προς αυτές.

25. Η καλή συνολικά στελέχωση των Τµηµάτων της ΚΕ διαµορφώνει προϋποθέσεις και για την πιο ουσιαστική βοήθεια προς τις Οργανώσεις Περιοχής και στο ΚΣ της ΚΝΕ.

Σε αυτήν την κατεύθυνση πρέπει να γίνουν πιο αποφασιστικά βήµατα. Ειδικότερα, όσον αφορά τα Τµήµατα της ΚΕ, χρειάζεται συνολικά καλύτερη στελέχωσή τους. Στο κάθε Τµήµα είναι κρίσιµο ζήτηµα πλέον, ανάλογα µε το αντικείµενό του, η στελέχωση να συνδυάζει τη µελετητική ικανότητα µε την πείρα από το κίνηµα, δεδοµένου ότι πολλά Τµήµατα έχουν στην ευθύνη τους την καθοδήγηση κεντρικών Κοµµατικών Οµάδων µαζικών οργανώσεων. Ανάλογη στελέχωση και ανανέωση χρειάζονται οι κεντρικές Κοµµατικές Οµάδες, κυρίως του εργατικού – συνδικαλιστικού κινήµατος που έχουν αυξηµένη πανελλαδική ευθύνη.

Αυτήν την τετραετία έχει συσσωρευτεί αρκετή πείρα θετική από Τµήµατα που συνδύασαν έτσι τη δουλειά. Έτσι µόνο µπορεί να βελτιωθεί η ικανότητα ανταπόκρισης πετυχηµένα στην τρέχουσα ιδεολογικοπολιτική διαπάλη στο κίνηµα, η επεξεργασία αιτηµάτων πάλης.

Έχουµε εντοπίσει την ανάγκη καλύτερης και ουσιαστικότερης διατµηµατικής συνεργασίας. Από το προηγούµενο Συνέδριο, έγιναν κάποια βήµατα, χωρίς να µπορούµε να εκτιµήσουµε ότι αυτή σταθεροποιήθηκε και κατακτήθηκε. Με ευθύνη των µελών του ΠΓ βελτιώθηκε η µεταξύ τους συνεργασία καθώς και µεταξύ των υπεύθυνων των Τµηµάτων, βελτιώθηκε η συνεργασία για παρατηρήσεις σε επεξεργασίες, σε εκδόσεις για ζητήµατα συντονισµού των κινηµάτων. Όµως ακόµα δεν έχει εκφραστεί σε κοινούς προγραµµατισµούς – σχεδιασµούς που απαιτούν και καλά οργανωµένες συνεδριάσεις Τµηµάτων, κυρίως αυτών που εκπροσωπούνται σε διατµηµατικές. Ακόµα µεγαλύτερη συνεργασία Τµηµάτων απαιτείται για την προετοιµασία και παρέµβαση για να πραγµατοποιηθούν κοινές συνεδριάσεις ΔΣ φορέων στους οποίους παλεύουµε για κοινή δράση, για να γίνουν βήµατα κοινωνικής συµµαχίας. Επίσης, χρειάζεται πιο σταθερή διατµηµατική συνεργασία για ζητήµατα που σχετίζονται µε την αναπαραγωγή της εργατικής δύναµης και την ποιότητα ζωής της εργατικής τάξης και των λαϊκών δυνάµεων.

Η βελτίωση αυτή µπορεί να έχει την αντανάκλασή της στη σχέση των Τµηµάτων µε τις Επιτροπές Περιοχής, αλλά και στην αύξηση του καθοδηγητικού ενδιαφέροντος και της µεγαλύτερης ενασχόλησης από τους ίδιους τους Γραµµατείς Περιοχής µε το αντικείµενο των Τµηµάτων και τη συνεργασία µαζί τους. Ήδη σε όλα αυτά υπάρχει και θετική και αρνητική πείρα από Τµήµατα.

Η ενίσχυση της µελετητικής δουλειάς απαιτείται επειγόντως για Τµήµατα όπως της Εργατικής Συνδικαλιστικής Δουλειάς, της Υγείας – Πρόνοιας, κ.λπ. Θα πρέπει να αντιµετωπιστεί η έλλειψη αντίστοιχων υπεύθυνων ή τµηµάτων και οµάδων δουλειάς, όπως για θέµατα Ιστορίας σε περιοχές και σε µεγάλες πόλεις µε αντίστοιχα πανεπιστηµιακά ιδρύµατα.

26. Από τώρα πρέπει να ξεκινήσει από τα πάνω, από το ΠΓ και τη Γραµµατεία, ο σχεδιασµός στελέχωσης Τµηµάτων ΚΕ, κεντρικών Κοµµατικών Οµάδων µαζικών Οργανώσεων και Οργάνων µέχρι και τα Τοµεακά Γραφεία, ώστε να υπάρξει η καλύτερη δυνατή διάταξη, υπολογίζοντας συνδυασµένα την ανάγκη εξειδίκευσης αλλά και πολυµέρειας, το ιδεολογικό υπόβαθρο αλλά και την ανάγκη απόκτησης οργανωτικής πείρας και πείρας από το κίνηµα, το κοµµουνιστικό ατσάλωµα αλλά και τις διαφορετικές αντικειµενικές συνθήκες µέσα στις οποίες διαµορφώνεται το πολύπλευρο και µακρόχρονο της κοµµουνιστικής διαπαιδαγώγησης, τη διάθεση προσφοράς αλλά και τη βοήθεια σε συντρόφους και συντρόφισσες που έχουν αντικειµενικά προβλήµατα χρόνου, κυρίως προς τις µητέρες.

Η ανάδειξη των στελεχών µπορεί να ξεκινά από τα κάτω, όµως ο σχεδιασµός στην ανάπτυξη των στελεχών καθώς και στη διάταξή τους γίνεται κυρίως από τα πάνω.

Να δοθεί πιο άμεση βοήθεια στις
Κομματικές Οργανώσεις Βάσης (ΚΟΒ)

27. Είναι στην ευθύνη της ΚΕ να προσανατολίσει και να βοηθήσει τις Επιτροπές Περιοχής και τα Τοµεακά όργανα, να προετοιµάζουν τις Συνελεύσεις των ΚΟΒ ώστε αυτές να είναι ζωντανές, δηµιουργικές και πρακτικές στην εξέταση της δουλειάς και στις αποφάσεις. Μόνον έτσι καλλιεργείται και η ανάγκη να αγοράζεται ο Ριζοσπάστης, η ΚΟΜΕΠ, το πολιτικό – ιστορικό – λογοτεχνικό βιβλίο, ο συνδυασµός της θεωρητικής και πρακτικής δράσης, η συνεχής άνοδος του καθοδηγητικού ρόλου στο χώρο της ΚΟΒ. Πιο αποφασιστικά να αντιµετωπίσουµε µια διακύµανση της ΚΟΒ, από τη θεωρητική συζήτηση σε γενικά ζητήµατα ή το ιδεολογικό µάθηµα στη ρουτινιάρικη συνέλευση µε ένα ηµερολόγιο εκδηλώσεων και σκέτης καθηκοντολογίας που συνήθως διαµορφώνεται από τα παραπάνω όργανα.

Ένα µεγάλο µέρος των ΚΟΒ έχει πολύ λειψή εικόνα για το τι ζητήµατα προωθεί, λύνει, σχεδιάζει και αντιµετωπίζει ο Τοµέας όπου ανήκουν. Επίσης, υπάρχει πολύ περιορισµένη αντίληψη του εδαφικού τοµέα για ζητήµατα της δράσης των κλαδικών τοµέων, παρόλο που έχουν ανάλογους εργασιακούς χώρους στα όριά τους. Το ίδιο, αντίστροφα, αφορά και τις κλαδικές Οργανώσεις που αγνοούν την πείρα και τα συµπεράσµατα από την πάλη σε µέτωπα όπως της Υγείας, της Παιδείας, του περιβάλλοντος κ.ά.

Η ΚΕ δεν είναι όσο πρέπει απαιτητική, από τον ίδιο τον εαυτό της πρώτα απ’ όλα, για το πώς δουλεύουν οι ΚΟΒ, όχι γιατί τις καθοδηγεί άµεσα, αλλά ως πρόβληµα σωστής, δηµιουργικής και αποτελεσµατικής καθοδήγησης των παρακάτω οργάνων. Το ίδιο ισχύει και για το ΚΣ της ΚΝΕ σε σχέση µε τις ΟΒ της ΚΝΕ.

Στις περισσότερες ΚΟΒ και ΟΒ δεν συζητιούνται η πείρα, τα προβλήµατα από τα µέτωπα πάλης στο χώρο ευθύνης τους. Συζητιούνται καθήκοντα, λίγο ή και καθόλου συνδυασµένα µε την αναγκαία γενίκευση της θετικής ή αρνητικής πείρας, για το πώς εξειδικεύεται η στρατηγική, µε αντίστοιχο προβληµατισµό για το πώς πρέπει να δράσουµε. Ένας τέτοιος προσανατολισµός απαιτεί η κάθε ΚΟΒ να κατακτά το δικό της σχέδιο δράσης για τη συγκέντρωση δυνάµεων γύρω από το Κόµµα και την πολιτική του, να προσθέτει τη δική της συνεισφορά στην ανασύνταξη του εργατικού – συνδικαλιστικού κινήµατος, στην προώθηση της κοινωνικής συµµαχίας, την ξεχωριστή της ευθύνη για το κέρδισµα της νεολαίας στην επαναστατική πάλη. Ένα τέτοιο σχέδιο απαιτεί καλή γνώση του χώρου ευθύνης της ΚΟΒ, ολόπλευρη παρακολούθηση της ιδεολογικοπολιτικής πάλης, εύστοχη αξιοποίηση όλων των δυνάµεων κι εφεδρειών του Κόµµατος και της ΚΝΕ, αξιοποίηση της επικαιρότητας ως σταθµού ελέγχου της δουλειάς της και όχι για συνολική ανατροπή του σχεδιασµού της.

Η ανάγκη ανάπτυξης
των θεωρητικών – ιδεολογικών επεξεργασιών
του Κόμματος και σύνδεσής τους με την πάλη

28. Το γεγονός ότι το Κόµµα µας έχει προχωρήσει σε θεωρητικές – ιδεολογικές επεξεργασίες που δεν έχουν αφοµοιωθεί από τα µέλη, ακόµα και από πολλά στελέχη, κάνει απαραίτητο περισσότερο από ποτέ το περιεχόµενο αυτών των επεξεργασιών να διαπεράσει όλη τη λειτουργία Οργάνων και Οργανώσεων του Κόµµατος και της ΚΝΕ.

Αυτή η υστέρηση στην αφοµοίωση δεν σηµαίνει ότι η θεωρητική – µελετητική δουλειά πρέπει να περάσει προς το παρόν σε δεύτερο πλάνο. Οι απαιτήσεις της θεωρητικής δουλειάς καθορίζονται, άλλωστε, από την ίδια την κοινωνική κινητικότητα που ποτέ δεν σταµατά.

Ό,τι έχουµε κατακτήσει στη µελέτη του περάσµατος από τον καπιταλισµό στον σοσιαλισµό – κοµµουνισµό είναι µόλις η βάση. Εποµένως χρειάζεται συνέχεια, οργανωµένη από κάθε Τµήµα, διατµηµατικά, ολόπλευρα από την ίδια την ΚΕ. Αυτό αφορά όλα τα ζητήµατα στη βάση και στο εποικοδόµηµα. Αφορά κοινωνικά ζητήµατα, ζητήµατα της σοσιαλιστικής οικονοµίας, της εξωτερικής πολιτικής του σοσιαλιστικού κράτους, του Διεθνούς Κοµµουνιστικού Κινήµατος, του ρόλου και της δοµής του Κόµµατος, των αρχών λειτουργίας του, των µαζικών οργανώσεων, του κράτους.

Ταυτόχρονα, απαιτείται γνώση και αξιοποίηση των αποφάσεων και επεξεργασιών του Κόµµατος, µε τη βελτίωση της ιδεολογικοπολιτικής διαπάλης, έτσι ώστε να γίνεται πιο εύστοχη η απόκρουση της αντισοσιαλιστικής – αντικοµουνιστικής συκοφαντικής επίθεσης που έχουν εξαπολύσει ΕΕ και αστικά επιτελεία.

Ειδικότερα η ανάγκη θεωρητικής και ιδεολογικής – πολιτικής γνώσης, αφοµοίωσης και ικανότητας διείσδυσης µε όρους διαπάλης σε κάθε χώρο, αφορά τις φοιτητικές µας δυνάµεις, τους εκπαιδευτικούς και τις δυνάµεις µας στον χώρο του Πολιτισµού.

Επίσης, σε πολλά ζητήµατα διατηρούµε ωραιοποιηµένη αντίληψη, η οποία συνυπάρχει µε την άγνοια ή τη σύγχυση, για τη σοσιαλιστική οικοδόµηση κατά τον 20ό αιώνα. Η δική µας ιστορική διερεύνηση θα πρέπει άµεσα να συνδέεται µε την ανάπτυξη της αντίληψής µας συνολικά για το κοινωνικό – οικονοµικό – πολιτικό – πολιτιστικό περιεχόµενο της νέας κοινωνίας, της κοµµουνιστικής. Αυτό το καθήκον δεν µπορεί να αντιµετωπίζεται ως µελλοντικό, για µετά την επανάσταση, αλλά ως καθήκον άµεσα συνδεδεµένο µε την τρέχουσα ιδεολογική – πολιτική διαπάλη µέσα στον καπιταλισµό, µε την ερµηνεία των σύγχρονων φαινοµένων κι εξελίξεων στο διεθνές ιµπεριαλιστικό σύστηµα και στη χώρα µας. Να αξιολογείται ως βάση στη διαµόρφωση αιτηµάτων πάλης στα µαζικά κινήµατα, στο πλαίσιο συσπειρώσεων σε αντιµονοπωλιακή – αντικαπιταλιστική κατεύθυνση. Επίσης χρησιµεύει ως διαδικασία ολόπλευρης ταξικής πάλης και στις πιο δύσκολες και πρωτόγνωρες συνθήκες, για τη διατήρηση και ανασύνταξη των πρωτοπόρων, για την αφύπνιση όλο κι ευρύτερων εργατικών – λαϊκών δυνάµεων, ανάλογα και µε τις συνθήκες διαπάλης µε όλα τα αστικά και οπορτουνιστικά ρεύµατα, από τα ακραία εθνικιστικά και φασιστικά, τα πιο εµφανή ρεφορµιστικά σοσιαλδηµοκρατικά έως τα πιο συγκαλυµµένα και τα αναρχοαυτόνοµα.

Να ξεπεράσουμε φαινόμενα ανεπεξέργαστης
και αδούλευτης διαμόρφωσης πολιτικών δράσεων
σε κάθε συγκεκριμένο χώρο

29. Υπάρχουν φαινόµενα µηχανιστικής και ανεπεξέργαστης γραµµής συσπείρωσης κι εξειδίκευσης της στρατηγικής µας στις συνθήκες κάθε συγκεκριµένου χώρου, µε αποτέλεσµα να δυσκολεύεται η συσπείρωση νέων, άπειρων, διστακτικών ή ακόµα και φοβισµένων σήµερα εργατικών – λαϊκών δυνάµεων. Έτσι δυσκολεύεται ο απεγκλωβισµός τους από την πολιτική της εργοδοσίας, των αστικών κοµµάτων, του ρεφορµισµού, του οπορτουνισµού.

Η ΚΕ οφείλει, χωρίς να δίνει λεπτοµερειακές κατευθύνσεις και λύσεις για κάθε επιµέρους περίπτωση, να διαπαιδαγωγεί και να βοηθά τα µέλη και τα στελέχη του Κόµµατος και της ΚΝΕ να σκέπτονται το κάθε πρόβληµα, να αποκτούν κριτήρια, να χρησιµοποιούν ως εφόδιο την όποια µικρή ή µεγαλύτερη πείρα τους, να χρησιµοποιούν τα ντοκουµέντα µας, να έχουν πνεύµα πρωτοβουλίας, να επιδιώκουν να λύνουν ζητήµατα, να µελετάνε το αποτέλεσµα. Η ΚΕ να βοηθά ώστε µέλη και στελέχη να βλέπουν τα λάθη για να διορθώνονται.

Ιδιαίτερα πρέπει να αναδειχτεί στο Συνέδριο η θετική αλλά και αρνητική πείρα που έχουµε συγκεντρώσει, λάθη τακτικής, τρόπου αντιµετώπισης προβληµάτων. Ιδιαίτερα στο εργατικό – συνδικαλιστικό κίνηµα, αλλά και σε άλλα κινήµατα, είναι χαρακτηριστική η ανεπαρκής, σχετικά µηχανιστική εξειδίκευση της διαπάλης και της συσπείρωσης. Η σωστή κριτική και πολεµική µας πολλές φορές είναι γενικόλογη και αφοριστική, δεν είναι αποδεικτική και συγκεκριµένη. Το να κάνεις κριτική σε κόµµατα, λέγοντας ότι έχουν πολιτική «διαχείρισης της κρίσης», ούτε πάντα κατανοητό είναι από τους εργάτες, τα λαϊκά στρώµατα, ούτε πολύ περισσότερο αποδεικνύει τον αντιλαϊκό χαρακτήρα της πολιτικής τους, ενώ έχουµε στοιχεία κι επεξεργασίες για να ασκήσουµε επιχειρηµατολογηµένη πολιτική κριτική, να είµαστε αποδεικτικοί στο γιατί η πολιτική τους κινείται µε κριτήριο τα συµφέροντα της αστικής τάξης και, άρα, σε βάρος των συµφερόντων της κοινωνικής πλειοψηφίας.

Πολλές φορές τα ίδια τα µέλη της ΚΕ γινόµαστε κακός οδηγός για τους συντρόφους, τις Κοµµατικές Οµάδες και τα Όργανα που καθοδηγούµε, µε συνθήµατα και µεταφορά κοµµατικών κειµένων σε ανακοινώσεις σωµατείων, χωρίς δουλειά συζήτησης µε τα µέλη των διοικήσεων. Η επιφανειακή φραστική όξυνση δεν είναι εύστοχη ιδεολογική αντιπαράθεση ούτε µας προφυλάσσει από το ιδεολογικό πλευροκόπηµα του ταξικού αντιπάλου και των πάσης φύσεως οπορτουνιστών.

Όµως αυτό δεν σηµαίνει ότι θεωρούµε πως ο αρνητικός συσχετισµός είναι ζήτηµα προπαγάνδας, ότι δεν πατά στην υλική και πολιτική λειτουργία του καπιταλισµού στην Ελλάδα και διεθνώς, σε συνθήκες πολύ µεγάλης ανάπτυξης της παραγωγικότητας της εργασίας, πολύχρονης αστικής κοινοβουλευτικής νοµιµότητας και τόσα άλλα. Σε αυτές τις συνθήκες, η σύνδεση των αιτηµάτων πάλης µε τον σοσιαλισµό, την κοινωνία για την οποία παλεύουµε, απαιτεί καλή γνώση νέων ζητηµάτων και προβληµάτων, επιχειρηµατολογηµένη ανάδειξη των αιτιών τους, σταθερή αντιπαράθεση µε την αστική πολιτική, κλιµάκωση στη σύνδεση µε τη σοσιαλιστική προοπτική.

Η δράση µας για την οργάνωση του εργατικού κινήµατος, για την οργάνωση µαζών, τη συσπείρωση δυνάµεων, µε αιχµή τα οξυµένα προβλήµατα, η δουλειά για την προώθηση της κοινωνικής συµµαχίας έρχεται αντιµέτωπη µε την αντικειµενική πίεση που ασκούν εργατικές – λαϊκές αλλά και µικροαστικές δυνάµεις, για λύσεις εδώ και τώρα, για απόσπαση κατακτήσεων, ακόµα και συντεχνιακών αιτηµάτων.

Απάντηση, βέβαια, σε αυτήν την πίεση δεν αποτελεί η βαθιά λαθεµένη και περιθωριακά εκφρασµένη αντίληψη, ότι η «ιδεολογική – πολιτική περιχαράκωση», ακόµα κι ένας προσωρινός «σεχταρισµός», µπορεί να µας προστατέψει από την οπορτουνιστική πίεση της µακρόχρονης και όχι προσωρινής, όπως τελικά αποδείχτηκε, αντεπαναστατικής περιόδου. Το αντίθετο χρειάζεται: Να αναπτύξουµε την ικανότητά µας να διεξάγουµε τη διαπάλη µε δυνάµεις, αντιλήψεις και θέσεις µέσα στην προσπάθεια για οργάνωση µαζών και συσπείρωση δυνάµεων και όχι έξω από αυτές τις διαδικασίες. Να µπορούµε να αντιµετωπίζουµε τα καλέσµατα να «βάλουµε νερό στο κρασί µας», να µην παρασυρόµαστε από την αιτηµατολογία ή να µη γλιστράµε σε «µίνιµουµ αιτήµατα» ή στη λογική του «µίνιµουµ προγράµµατος», να µην υποχωρούµε από την κριτική µας σε άλλες δυνάµεις, στο όνοµα µιας αµφίβολης «πλατιάς συσπείρωσης δυνάµεων». Συνολικά, να µην υποχωρούµε απέναντι στην πίεση που θα είναι ισχυρή.

30. Είναι κρίσιµο ζήτηµα να ξεκαθαρίσουµε µε ποια κριτήρια συµµετέχουµε σε πρωτοβουλίες, δράσεις και κινητοποιήσεις που εµφανίζονται σε τοπικό επίπεδο. Είναι βασικό να ξεκινάµε από την εκτίµηση του προβλήµατος, του αιτήµατος που έχει διαµορφωθεί και όχι από τον ιδεολογικοπολιτικό συσχετισµό µεταξύ των συµµετεχόντων, ενώ δεν µπορεί να µας αφήνει αδιάφορους το σχετικό εύρος της κινητοποίησης. Σε αυτήν τη βάση µπορούµε να ξεπερνάµε κι έναν δισταγµό να µπουν κοµµατικές δυνάµεις µε δυναµισµό σε δραστηριότητες από φορείς και συσπειρώσεις που δεν ξεκίνησαν µε δική µας πρωτοβουλία. Ταυτόχρονα, να επαγρυπνούµε απέναντι σε ενέργειες οπορτουνιστικών δυνάµεων, που, στο όνοµα κάποιου προβλήµατος, συγκεντρώνουν τις δυνάµεις τους κι επιδιώκουν να µας πλαγιοκοπήσουν, προωθώντας δήθεν την «ενότητα από τα κάτω σε αντίθεση µε τον σεχταρισµό της ηγεσίας του ΚΚΕ». Απαιτείται µε συλλογικό τρόπο να εξετάζεται συγκεκριµένα κάθε φορά η κάθε δράση, να προετοιµάζονται ολόπλευρα οι δυνάµεις µας και για ιδεολογική διαπάλη.

Το κύριο ζήτηµα, αυτό που έχει µεγαλύτερη σηµασία, είναι έγκαιρα να εκτιµάµε τις διαθέσεις για όποιο πρόβληµα οξύνεται, να παίρνουµε πρωτοβουλίες, γιατί όπου αφήνουµε κενό ή υπάρχει ατολµία ή έλλειψη πρωτοβουλιών, τότε η πρωτοβουλία θα εκδηλωθεί κατευθυνόµενη από δυνάµεις µε προβληµατικό προσανατολισµό και θα δυσκολευτεί η διαπάλη µέσα σε αυτήν. Το κύριο είναι οι δυνάµεις µας να είναι ιδεολογικά, πολιτικά, οργανωτικά θωρακισµένες µε τις θέσεις µας, τη συνολικότερη στάση µας απέναντι στον οπορτουνισµό, ώστε να µην είναι ευάλωτες σε πιέσεις, αλλά και να δουλεύουν µε τέτοιον τρόπο στο κίνηµα, ώστε µε τη στάση τους, την ιδεολογικοπολιτική διαπάλη µε επιχειρήµατα να καταφέρνουν στη βάση να απεγκλωβίζουν δυνάµεις από τη µέγγενη του οπορτουνισµού και των αντι-ΚΚΕ ψυχώσεων που δυνάµεις του καλλιεργούν.

31. Παίρνοντας υπόψη αυτά, οφείλουµε να θωρακίσουµε όλο το Κόµµα και την ΚΝΕ, ιδιαίτερα τα µέλη που στρατολογήθηκαν τα τελευταία χρόνια, ώστε να αποκτήσουν γερά αντανακλαστικά απέναντι στον οπορτουνισµό και κυρίως να είναι σε θέση να ξεπερνάνε τους υποκριτικούς ελιγµούς του για «κοινή δράση» στο όνοµα του «αντιµνηµονιακού», του «αντινεοφιλελεύθερου», του «αντιδεξιού», του «αντιφασιστικού» µετώπου, όπως κι αν εµφανίζεται αυτό κάθε φορά, για να περάσουν τη γραµµή ενός µίνιµουµ προγράµµατος µεταρρυθµίσεων, µιας µεταβατικής κυβέρνησης στο έδαφος του καπιταλισµού, για να µας σύρουν σε συνεργασίες µε αστικά κόµµατα, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, η κυβερνητική πείρα του οποίου είναι αρνητικά πολύτιµη για τις επαναστατικές δυνάµεις.

Το βασικό είναι να µην υποτιµάται ο ρόλος του οπορτουνισµού τόσο σε συνθήκες του καπιταλισµού όσο και του σοσιαλισµού, αφού η πηγή του αντικειµενικά είναι ανεξάντλητη και ο αντεπαναστατικός του ρόλος οδηγεί σε υπόσκαψη και συκοφάντηση του κινήµατος. Κάποια στελέχη και µέλη οπορτουνιστικών οργανώσεων, µε τις επιφανειακές και σκόπιµες µεταµορφώσεις τους, εµφανίζονται άλλοτε ως υπερασπιστές της προηγούµενης στρατηγικής του Κόµµατος, άλλοτε ως υπερασπιστές µεταβατικών κυβερνήσεων, µεταβατικών πολιτικών στόχων, αλλά και άρνησης του Κοµµουνιστικού Κόµµατος ως συνειδητής πρωτοπορίας της εργατικής τάξης της χώρας κ.ά. Ο ρόλος του ρεφορµισµού είναι εξίσου επικίνδυνος, ασκεί πίεση σε εργατικές – λαϊκές δυνάµεις για άµεσες πολιτικές λύσεις και µεταρρυθµίσεις στο έδαφος του καπιταλισµού, µε ανοιχτή αλλά και καλυµµένη υπονόµευση της επαναστατικής ταξικής πάλης. Αυτά δεν σηµαίνουν ότι δεν υπάρχουν περιθώρια να αποσπαστούν από την επιρροή τους εργάτες, φοιτητές, επιστήµονες, άλλοι εργαζόµενοι που ακολουθούν τέτοιες δυνάµεις ή επηρεάζονται από αυτές. Τα µέλη του Κόµµατος πρέπει να καθοδηγούνται σωστά και συστηµατικά στο ζήτηµα αυτό, για να µπορούν µπροστά σε ευρύτερες λαϊκές δυνάµεις να κάνουν τη δική µας κριτική, να ξεκαθαρίζουν το δικό µας «όχι» στις απόψεις τους και τη στάση τους, την πρακτική τους στο κίνηµα.

32. Η συναίσθηση της περιόδου που βρισκόµαστε, της υποχώρησης του εργατικού κινήµατος, των µεγαλύτερων δυσκολιών για καταστάλαγµα πιο συγκεκριµένων αποτελεσµάτων, επιβάλλει να παλεύουµε χωρίς κανέναν εφησυχασµό για να βελτιώνουµε την κατάσταση του υποκειµενικού παράγοντα, για την ενδυνάµωση των Κοµµατικών Οργανώσεων, αντιστοιχίζοντας συνεχώς την καθοδηγητική λειτουργία και δράση στο Κόµµα, αλλά και του Κόµµατος στην εργατική τάξη, µε τη στρατηγική µας, το Πρόγραµµά µας, µε τα συµπεράσµατα από την πορεία του κοµµουνιστικού κινήµατος, τις σύγχρονες απαιτήσεις της ταξικής πάλης.

Οι αντιφάσεις που βιώνουµε δείχνουν ότι απαιτείται πολλή προσπάθεια, µέσα από συζητήσεις, συσκέψεις, µαθήµατα κ.ά., ώστε να κατανοηθούν κρίσιµα ζητήµατα στο δίληµµα «καπιταλισµός – σοσιαλισµός», σε µεγαλύτερη έκταση ζητηµάτων, από νεότερες ηλικίες, σχετικά ανήσυχα µυαλά που βλέπουν τα προβλήµατα του καπιταλισµού, αλλά δεν βλέπουν άµεσα τον σοσιαλισµό, δυσκολεύονται και από τις καθηµερινές δυσκολίες της ζωής, εργασίας, µητρότητας που επιδρούν αρνητικά στη σταθερή συµµετοχή στο κίνηµα, σε αγώνες όταν δεν έχουν εξάρσεις. Είναι προβλήµατα που έχουν µεγαλύτερο βάθος από αυτό που συχνά αντιλαµβανόµαστε, σχετίζονται ακόµα και µε τον τρόπο οργάνωσης της εργασιακής και γενικότερα της κοινωνικής ζωής. Απαιτούν συνεχή πάλη µε την επίδραση που έχουν σε αγωνιστές, αλλά και στις γραµµές µας, που θα γίνεται πιο έντονη όσο περνάει ο καιρός και δεν υπάρχουν συνθήκες δυναµικής ανόδου της ταξικής πάλης, ανασύνταξης του εργατικού – λαϊκού κινήµατος στη χώρα µας, του Διεθνούς Κοµµουνιστικού Κινήµατος.

Η επίγνωση στη φάση αυτή του επιπέδου των αγωνιστικών διαθέσεων -ο υπολογισµός τους- δεν πρέπει να οδηγεί στη µείωση των απαιτήσεων της δικής µας δουλειάς που αφορούν όλους τους τοµείς, την πρωτοβουλία, την επεξεργασία σχεδίου, του περιεχοµένου και των µορφών της δράσης, της προπαγάνδας, τους στόχους κινητοποίησης δυνάµεων, της ανανέωσης του κοµµατικού περίγυρου και των κοµµατικών δυνάµεων από εργάτες και εργάτριες, αγωνιστές νεότερων ηλικιών, σε αναπτυσσόµενους κλάδους, σε χώρους στρατηγικής σηµασίας.

Αποτελεί καθοδηγητική ευθύνη, η γενική δράση να µην καλύπτει αδυναµίες και προβλήµατα, ώστε να ανταποκρίνεται όσο το δυνατό πιο εύστοχα αυτό που κάνουµε στην ενδυνάµωση κάθε Κοµµατικής Οργάνωσης.

Στα καθοδηγητικά επιτελεία του Κόµµατος οι σύντροφοι µπαίνουν µπροστά, µε διάθεση προσφοράς, µέθοδο, αναλαµβάνουν την ευθύνη καθοδήγησης και παίρνουν µέρος στην άµεση παρέµβαση και δράση. Ταυτόχρονα, χρειάζεται σε κάθε περίπτωση να υπάρχει αντιστοιχία λόγων και έργων, οι σωστές διαπιστώσεις να συνοδεύονται µε την ανάλογη προσπάθεια για ατοµική και συλλογική βελτίωση στον χώρο όπου ο καθένας είναι χρεωµένος. Χρειάζεται πολύ καλή συζήτηση, για το πώς εξασφαλίζουµε το καλύτερο που µπορούµε να κάνουµε σε αυτό που µας αντιστοιχεί, χωρίς πολλές περιγραφές και µεταφορά ευθυνών. Κάθε καθοδηγητικός κρίκος και κάθε στέλεχος να αναλαµβάνουν τη δικιά τους ακέραιη ευθύνη κι έτσι πιο ουσιαστικά να διαµορφώνεται η στέρεη πεποίθηση ότι λύνουµε αυτό που κάθε φορά είναι δυνατό.

Το ζήτηµα αυτό εκφράζεται και στη συντροφική και συλλογική διάθεση και πώς αυτή καλλιεργείται, ξεκινώντας από τα καθοδηγητικά όργανα και φτάνοντας στις ΚΟΒ, από την ποιότητα της συλλογικής συζήτησης και δράσης, τον δηµιουργικό έλεγχο συλλογικά, τις πιθανές διορθωτικές κινήσεις.

33. Συνολικά η ΚΕ έπρεπε να δώσει µεγαλύτερο ακόµα βάρος µέσω του δηµιουργικού και συγκεκριµένου ελέγχου της πείρας των αγώνων, να ξεκαθαρίζεται η σχέση του Κόµµατος µε τις εργατι