Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Der Fetischismus der Ware – O φετιχισμός του εμπορεύματος

Γράφει ο Γιώργος Βενετάκης //

Μέσα από μια συζήτηση σε μια διάλεξη ενός εκ των πανεπιστημιακών σεμιναρίων, μου ξαναγεννήθηκε ο προβληματισμός που ποικίλες φορές με έχει απασχολήσει, πώς γιατί τα άτομα παρουσιάζουν αυτή την υπέρμετρη λατρεία για την κατοχή αντικειμένων και πως η απόκτηση αυτών αποτελεί στο σύγχρονο κόσμο αυτοσκοπό μα και απόδειξη κοινωνικού κύρους και αυτοεπιβεβαίωσης. Αμάξι εκατομμυρίων, τσάντα χιλιάδων ευρώ και δολαρίων, κινητό εξίσου αλόγιστα κοστοβόρο και άλλα εκατομμύρια πράγματα μικρά ή μεγάλα που ανάλογα τις εκάστοτε κοινωνικές συνθήκες στο πέρας του χρόνου αποκτούν για τους ανθρώπους μια παράξενη, ιδιαίτερη αξία, ένα φετίχ και ως κύριο σκοπό θέτουν την απόκτησή τους. Στο παρακάτω άρθρο θα κάνω μια εκτενή ανάλυση αυτού του φαινομένου.

Το ζήτημα του φετιχισμού κατεξοχήν συνδέεται με το έργο του Μαρξ και με τους μετέπειτα θεωρητικούς μαρξιστικών έργων. Παρόλα αυτά, ο συγκεκριμένος όρος δεν είναι δική του εφεύρεση. Πρώτη φορά θα εμφανιστεί στο έργο του Charles de Brosses που σχετίζονταν με την ανάλυση των θρησκειών πρωτόγονων λαών και την λατρεία των θεών τους. Ως φετιχισμό προσδιορίζει την πίστη και τη λατρεία αντικειμένων, φυτών καθώς και ζώων. Η άγνοια και ο φόβος των πρωτόγονων ανθρώπων απέναντι στο φυσικό περιβάλλον τους οδηγούσε στη θεοποίηση διάφορων φυσικών φαινομένων καθώς και έμψυχων ή άψυχων πραγμάτων που μέσω αυτών θα μπορούσαν να ερμηνεύσουν το κόσμο γύρω τους καθώς και τούτα θα τους προστάτευαν από κάθε είδους απειλή.
Στο σύγχρονο καπιταλιστικό κόσμο η παραγωγή εμπορευμάτων παρουσιάζεται ως ο θεμελιώδης σκοπός του ατόμου και ο πλούτος, το χρήμα, ως ο στόχος της διαδικασίας της παραγωγής. Η εξουσία του εμπορεύματος και η κυριαρχία του ως καθολική μορφή υποτάσσουν κάθε μορφή συνείδησης και η κοινωνική εξέλιξη, ως επιδίωξη, θέτει αποκλειστικά και μόνο την παραγωγή. Αυτό το φαινόμενο ο Λούκατς το ορίζει ως το θεμελιώδες φαινόμενο της ‘’πραγμοποίησης’’. Η εργασία του ανθρώπου αντιτίθεται στον άνθρωπο ως κάτι αντικειμενικό, ανεξάρτητο από αυτόν, που κυριαρχεί πάνω στον άνθρωπο με μια αυτονομία ξένη προς αυτόν.

Από αντικειμενική άποψη τα εκάστοτε εμπορεύματα παρουσιάζονται ως ένας ξέχωρος κόσμος έτοιμων πραγμάτων καθώς και σχέσεων μεταξύ πραγμάτων, ως δυνάμεις με μια δική τους αυθυπαρξία και αυτόνομη δράση. Από υποκειμενική άποψη η ανθρώπινη δραστηριότητα ‘’πραγμοποιείται’’ παίρνοντας τη μορφή εμπορεύματος, δηλαδή συνίσταται με βάση τους νόμους μια ξένης αντικειμενικότητας, αυτή της νομοτέλειας των εμπορευμάτων. Η ανθρώπινη εργασία γίνεται πρακτικά ένα αντικείμενο προς πώληση που συστηματικά μέσω αυτής της συνθήκης αποκλείει κάθε ποιοτική και άλλη ανθρωποκεντρική ιδιότητα του εργάτη. Έτσι το άτομο υφίσταται ως ένα εξάρτημα μηχανής, ενός ήδη μηχανοποιημένου συστήματος που άβουλα υποτάσσεται και οποιοδήποτε υποκειμενικό χαρακτηριστικό του, παρουσιάζεται ως κατακριτέο και λαθεμένο. Η δραστηριότητα του εργαζομένου χάνει το χαρακτήρα της δραστηριότητας και γίνεται μια μηχανιστική δράση.

Το χρήμα αποτελεί το ισοδύναμο του εμπορεύματος και συμβάλει στο φετιχισμό του. Εξαιρετική περιγραφή αυτού του γεγονότος αναγράφεται από τον Μαρξ στα «Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα», με βάση αποσπάσματα έργων του Σαίξπηρ και του Γκαίτε (Τίμων ο Αθηναίος και Φάουστ), το οποίο δείχνει το τρόπο με τον οποίο το χρήμα και η κοινωνική δύναμη μετατρέπεται σε ατομική δύναμη των κατόχων του χρήματος. Πώς το χρήμα μεταμορφώνει κάθε μια από τις ουσιαστικές δυνάμεις του ανθρώπου στα αντίθετά τους: «Αυτό που υπάρχει για μένα και μέσα από το σύνδεσμο του χρήματος, αυτό που μπορεί να πληρώσει το χρήμα, αυτό ακριβώς είμαι εγώ, ο κάτοχος του χρήματος. Οι ιδιότητες του χρήματος είναι δικές μου, εμένα του κατόχου, ιδιότητες και ουσιαστικές δυνάμεις. Έτσι, αυτό που είμαι και αυτό που μπορώ να κάνω, σε καμία περίπτωση δεν καθορίζεται από την ατομικότητά μου. Είμαι άσχημος, αλλά μπορώ ν’ αγοράσω την πιο όμορφη γυναίκα. Αυτό σημαίνει ότι δεν είμαι άσχημος, γιατί το αποτέλεσμα της ασχήμιας, η απωθητική της δύναμη, εξουδετερώνεται από το χρήμα. Είμαι κουτσός, αλλά το χρήμα μού προμηθεύει 24 ποδάρια, κατά συνέπεια δεν είμαι κουτσός. Είμαι κακός, ανυπόληπτος, ασυνείδητος και κουτός άνθρωπος. Το χρήμα όμως, είναι ευυπόληπτο και το ίδιο και ο κάτοχός του… Είμαι άμυαλος, αν όμως το χρήμα είναι ο πραγματικός νους όλων των πραγμάτων, πως είναι δυνατό ο κάτοχός του να είναι άμυαλος; Κάτι περισσότερο, ο κάτοχος του χρήματος μπορεί να εξαγοράσει έξυπνους ανθρώπους για λογαριασμό του. Συνεπώς έχει εξουσία πάνω σε έξυπνους ανθρώπους, εξυπνότερους απ’ αυτόν. Με το χρήμα μπορώ να έχω το καθετί που επιθυμεί η ανθρώπινη καρδιά. Δεν είμαι έτσι κάτοχος όλων των ανθρώπινων ικανοτήτων; Δεν αντιστρέφει λοιπόν το χρήμα όλες μου τις ανικανότητες σε ικανότητες;».

Σε τούτο το σύστημα, το καπιταλιστικό σύστημα, όλες οι διανθρώπινες σχέσεις εμπορευματοποιούνται, ορίζουν τον τρόπο με τον οποίο το άτομο αντιμετωπίζει τις ιδιότητες και ικανότητές του. Τα στοιχεία της προσωπικότητας του εκάστοτε ατόμου γίνονται αντικείμενα που το άτομο “κατέχει” και μπορεί να “απαλλοτριώσει”. “Ο άνθρωπος αντικειμενοποιείται ως εμπόρευμα κι η συνείδησή του αποτελεί την αυτοσυνείδηση του εμπορεύματος. Το εμπόρευμα εξουσιάζει τον άνθρωπο και όλες οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων εμφανίζονται με τη μορφή σχέσεων ανάμεσα σε εμπορεύματα, ανάμεσα σε πράγματα, δηλαδή με τη μορφή δυνάμεων όχι ανθρώπινων αλλά φυσικών και υπερφυσικών, δυνάμεων ψευδής αναγκαιότητας. Έτσι το ακριβό αυτοκίνητο, ρούχο και κινητό, ψευδά αντικαθιστούν τις πραγματικές ικανότητες του ανθρώπου και του προσδίδουν ένα πλαστό κύρος που κανένα απολύτως νόημα δεν έχει. Πρέπει να αναλογιστούμε τι κόσμος είναι πραγματικά αυτός που μας περιβάλλει και γιατί αυτός μέρα με την μέρα σβήνει κάθε όψη του χαρακτήρα και των ικανοτήτων μας. Ο υπέρμετρος πλούτος του πνεύματός μας δεν οφείλει να αντικατοπτρίζεται σε υλικά πράγματα και οι ανθρώπινες σχέσεις θα πρέπει να ορίζονται από ανθρώπους και όχι από πράγματα τα οποία οι ίδιοι έχουμε κατασκευάσει.