• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Γεώργιος Παπανδρέου, ο αντικομμουνιστής «Γέρος της Δημοκρατίας»

Γράφει ο Νίκος Μόττας //

Η φετινή χρονιά είναι διπλά επετειακή για μια πολυδιαφημισμένη προσωπικότητα του ελληνικού αστικού πολιτικού συστήματος του 20ου αιώνα: σήμερα, 13 Φλεβάρη, συμπληρώνονται 130 χρόνια από τη γέννηση του, ενώ το Νοέμβρη κλείνουν 50 χρόνια από το θάνατο του. Ο λόγος ασφαλώς για τον Γεώργιο Παπανδρέου, τον περίφημο «Γέρο της Δημοκρατίας» τον οποίο κεντρώοι, σοσιαλδημοκράτες και λοιποί «σοσιαλιστές» αναμένεται να τιμήσουν και φέτος σε σχετικές εκδηλώσεις.

Ο Παπανδρέου υπήρξε αναμφίβολα πολιτικός ευφυής και ικανός, θέτοντας τα χαρίσματα του στην υπηρεσία της ελληνικής αστικής τάξης της οποίας διετέλεσε άξιος πολιτικός εκπρόσωπος για δεκαετίες. Από το 1916, όταν και διορίστηκε από τον Ελευθέριο Βενιζέλο διευθυντής του πολιτικού του γραφείου, έως την παραίτηση του από την πρωθυπουργία τον Ιούλη του 1965, ο Γεωρ. Παπανδρέου υπερασπίστηκε με συνέπεια τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης.

Στα μεταπολιτευτικά χρόνια, μέχρι και σήμερα, ο λεγόμενος «κεντρώος» και «κεντροαριστερός» χώρος, ιδιαίτερα αυτός του ΠΑΣΟΚ, επιχειρεί να παρουσιάσει το Γεωργ. Παπανδρέου και τις κυβερνήσεις της «Ένωσης Κέντρου» ως φωτεινή εξαίρεση σε μια ζοφερή πολιτική περίοδο. Έτσι, σύμφωνα με αυτήν την κεντροαριστερή εκδοχή της ιστορίας, ο Γεωργ. Παπανδρέου παρουσιάζεται, ούτε λίγο, ούτε πολύ, ως η «δημοκρατική», «προοδευτική» και «φιλολαϊκή» δύναμη απέναντι στην αντιδραστικότητα της «δεξιάς» και του παλατιού.

Η ιστορική πραγματικότητα ωστόσο είναι πολύ διαφορετική. Καθ’ όλη τη διάρκεια της παρουσίας του στην ελληνική πολιτική σκηνή, ο Παπανδρέου όχι μόνο δεν αμφισβήτησε, ούτε κατ’ ελάχιστο, την εξουσία της πλουτοκρατίας αλλά, επιπλέον, έκανε ότι περνούσε απ’ το χέρι του για την σταθεροποίηση και ενίσχυση του καπιταλιστικού συστήματος. Χρησιμοποιώντας το χάρισμα της ρητορικής του δεινότητας υιοθετούσε πληθώρα φιλολαϊκών συνθηματων («πιστεύομεν και εις τη λαοκρατία», αύξηση μεροκάματου, ρύθμιση αγροτικών χρεών, κλπ.) προκειμένου να προσελκήσει και να εγκλωβίσει- ταλαιπωρημένες από τα δεινά της Κατοχής και της ανέχειας- πλατιές εργατικές-λαϊκές μάζες. Με αυτόν τον τρόπο, επιχειρούνταν η εκτόνωση της ριζοσπαστικοποίησης των λαϊκών μαζών.

Όπως ορθά σημειώνει ο Μ.Μαϊλης, «με την πολιτική της η «Ενωση Κέντρου» ένα πράγμα επιβεβαίωσε: Οτι «παραχώρησε» το δευτερεύον, για να υπηρετήσει το κύριο: Την άμεση και μακροπρόθεσμη σταθεροποίηση του καπιταλιστικού συστήματος. Απόδειξε ότι ήταν πιο «ευαίσθητη» στο να αφουγκράζεται και να αποδέχεται ορισμένα αιτήματα, που η λαϊκή πάλη είχε καταστήσει υπερώριμα. Γιατί είναι αναμφισβήτητο ότι οι «παραχωρήσεις» που πραγματοποίησε το «Κέντρο», είχαν τη σφραγίδα των λαϊκών αγώνων» (Από την 4η Αυγούστου ως τις μέρες μας, Συγχρ. Εποχή, 2009, σελ.237-238.

Με απλά λόγια, πρόκειται για μια πολιτική που με το ένα χέρι έδινε ορισμένες «παραχωρήσεις» (παροχές) στο λαό- αποτέλεσμα σκληρών ταξικών αγώνων- και με το άλλο χέρι να σταθεροποιούσε την εξουσία του κεφαλαίου. Ασφαλώς, η σταθεροποίηση του αστικού πολιτικού συστήματος που επεδίωκε ο Γεωρ. Παπανδρέου πήγαινε χέρι-χέρι με την καταστολή του λαϊκού κινήματος. Παρά την προσπάθεια της αστικής ιστοριογραφίας να εξωραϊσει την εικόνα του «Γέρου της Δημοκρατίας», τα ιστορικά γεγονότα μας υπενθυμίζουν τον βαθύ αντικομμουνισμό από τον οποίο διέπονταν τόσο οι απόψεις, όσο και η πολιτική δράση του Γεωργ. Παπανδρέου.

Ο Γ.Παπανδρέου (κέντρο), με τον Αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό και τον στρατηγό Ρόναλντ Σκόμπι.

Ο Γ.Παπανδρέου (κέντρο), με τον Αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό και τον στρατηγό Ρόναλντ Σκόμπι.

Είναι γνωστός ο πρωταγωνιστικός του ρόλος κατά τον ηρωϊκό Δεκέμβρη του 1944- την κορυφαία αυτή στιγμή της ταξικής πάλης στην Ελλάδα του περασμένου αιώνα- όταν το ντόπιο αστικό πολιτικό σύστημα και οι βρετανοί ιμπεριαλιστές σύμμαχοι του αιματοκύλησαν το λαό της Αθήνας.

Χαρακτηριστικό του κυνισμού και της υποκρισίας του Γεωργ. Παπανδρέου αποτελεί το γεγονός ότι ενώ κατά την άφιξη του στην απελευθερωμένη από το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ πρωτεύουσα ρητόρευε περί «λαοκρατίας», ταυτόχρονα ζητούσε σε σχετική επιστολή του από τον σφαγέα Τσώρτσιλ να «αποστείλει επιβλητικές δυνάμεις διότι τα πολιτικά μέσα διά την αντιμετώπισιν της κρισίμου καταστάσεως δεν ήσαν πλέον επαρκή». Όταν έφτασαν δε οι «επιβλητικές δυνάμεις» των ιμπεριαλιστών, ο Παπανδρέου δεν είχε κανέναν ενδοιασμό να διατάξει την ένοπλη δολοφονική επίθεση ενάντια στην ειρηνική διαδήλωση του λαού της Αθήνας και του Πειραιά. Ένα χρόνο αργότερα, ο ίδιος άνθρωπος δήλωνε: «ήλπιζεν ο κομμουνισμός – και αυτή υπήρξε η αυταπάτη του – ότι ήτο δυνατόν ημείς να παριστάνωμεν την κυβέρνηση και εκείνος να διαθέτει την πραγματική δύναμη…».

Μετά το τέλος της τρίχρονης ηρωϊκής εποποίιας του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας- όταν οι διωγμοί κατά των κομμουνιστών βρίσκονταν στο απόγειο τους- ο Γεωργ. Παπανδρέου επιχειρηματολογούσε υπέρ της μη νομιμοποίησης του ΚΚΕ. Να τι έλεγε το 1950: «Αλλά (…) υπάρχει το αίτημα της νομιμοποιήσεως του ΚΚΕ. Και ηκούσθησαν φωναί αποδεχόμεναι την νομιμοποίησιν (…). Η διαφωνία μας είναι απόλυτος. (…) Είναι τόση η έκτασις της προδοσίας, είναι τόση η έκτασις του εγκλήματος, είναι τόσαι αι καταστροφαί και αι θυσίαι της Ελλάδος, (…) ώστε ουδέποτε το Έθνος και ο Λαός μας θα ανεγνώριζον την επάνοδον των προδοτών και των εγκληματιών εις τους κόλπους του πολιτικού βίου της Χώρας» (Μ.Μαϊλη, Το αστικό πολιτικό σύστημα στην Ελλάδα από το 1950 έως το 1967, Σύγχρονη Εποχή, 2014, σελ.160).

«Πιστεύομεν και εις την λαοκρατίαν»....

«Πιστεύομεν και εις την λαοκρατίαν»….

Από τα- αντικομμουνιστικά- έργα και ημέρες του Παπανδρέου δεν θα μπορούσε να απουσιάζει η περίφημη εγκύκλιος 1010, με ημερομηνία 11 Μαρτίου 1965, που στόχευε στον εξοβελισμό κάθε αντίστασης του κινήματος Παιδείας, χρησιμοποιώντας την επίκληση του «κομμουνιστικού κινδύνου». Αιχμή της απροκάλυπτης αυτής αντικομμουνιστικής επέμβασης που έφερε την υπογραφή του «Γέρου της Δημοκρατίας» ήταν η διάλυση της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη. Χαρακτηριστικό απόσπασμα της εγκυκλίου- που θα ζήλευε ακόμη και ο δικτάτορας Μεταξάς- είναι το ακόλουθο:

«Ο ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΧΘΡΟΣ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ. Τούτο πρέπει να καταστή συνείδησις της Νέας Γενιάς. Ο εθνικός φρονηματισμός, καθώς και η ηθική και πολιτική αγωγή των μαθητών είναι η πρώτη αποστολή του Διδασκάλου. Και εις αυτήν οφείλουν να επιδοθούν. Τα δικά μας ιδανικά είναι τα ιδανικά του Ελληνοχριστιανικού Πολιτισμού. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ (Εθνική και Πολιτική) και ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ, ΑΓΑΠΗ και ΘΥΣΙΑ. Αυτά είναι τα ιδεώδη μας και μ’ αυτά πρέπει να εμποτισθή η Νέα Γενεά, ΕΛΛΑΣ και ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ. Αληθής Δημοκρατία. Πάσα εκτροπή πρέπει να κολάζεται αυστηρότατα. Κι αν συμβή να υπάρξουν διδάσκαλοι όχι ανήκοντες, αλλά και απλώς συμπαθούντες ή ανεχόμενοι την κομμουνιστικήν προπαγάνδαν δεν έχουν θέσιν εις την Εκπαίδευσιν».

Αυτός ήταν ο Γεώργιος Παπανδρέου, ο «Γέρος της Δημοκρατίας» ή, ορθότερα, της «αστικής δημοκρατίας». Η ιστορία- αμείλικτη με όλους ανεξαιρέτως- έχει κρίνει την πολιτική του διαδρομή, τα πεπραγμένα του και την «προσφορά» του στο λαό και τη χώρα.

________________________________________________________________________________________________________

Νίκος Μόττας Γεννήθηκε το 1984 στη Θεσσαλονίκη. Είναι υποψήφιος διδάκτορας (Phd) Πολιτικής Επιστήμης, Διεθνών Σχέσεων και Ιστορίας. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες από το Πανεπιστήμιο Westminster του Λονδίνου και είναι κάτοχος δύο μεταπτυχιακών τίτλων (Master of Arts) στις διπλωματικές σπουδές (Παρίσι) και στις διεθνείς διπλωματικές σχέσεις (Πανεπιστήμιο Τελ Αβίβ). Άρθρα του έχουν δημοσιευθεί σε ελληνόφωνα και ξενόγλωσσα μέσα.