• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Η σημασία της αντιφασιστικής νίκης και ο πόλεμος της μνήμης

Η ανάρτηση αποτελεί μέρος του αφιερώματός μας στην Αντιφασιστική Νίκη των Λαών

Γράφει ο Περικλής Παυλίδης* //

Η συμβολή της ΕΣΣΔ στη συντριβή του φασισμού

Η αντιφασιστική νίκη των λαών στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο αποτελεί κομβικό σημείο της παγκόσμιας ιστορίας. Η ανθρωπότητα βίωσε την πλέον θανάσιμη δοκιμασία. Οι χώρες της αντιφασιστικής συμμαχίας, οι αντιφασίστες της Ευρώπης και του κόσμου έδωσαν πληθώρα θυμάτων στον αγώνα για την αναχαίτιση των φασιστικών ορδών.

Ωστόσο, το μεγαλύτερο βάρος της αντιμετώπισης των δυνάμεων του Άξονα το σήκωσε αναμφίβολα η Σοβιετική Ένωση. Σε εξόχως δραματικές, κολοσσιαίων διαστάσεων μάχες έσπασε τη σπονδυλική στήλη του φασιστικού θηρίου και άνοιξε το δρόμο προς την τελική νίκη. Χωρίς τον ηρωισμό και τις θυσίες των σοβιετικών μαχητών και πολιτών ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος θα μπορούσε να έχει εξαιρετικά ζοφερή για την ανθρωπότητα κατάληξη. Η νίκη της ΕΣΣΔ έσωσε τον πολιτισμό από την πιο βάρβαρη κι εγκληματική δύναμη που γέννησε η κεφαλαιοκρατική κοινωνία, τον ναζισμό-φασισμό.

Η χιτλερική Γερμανία επιτέθηκε στην ΕΣΣΔ διαθέτοντας ποσοτική και ποιοτική υπεροχή (όσον αφορά το εμπειροπόλεμο των στρατευμάτων και την ποιότητα ορισμένων οπλικών συστημάτων) και ελπίζοντας σε μια γρήγορη προέλαση στο έδαφος του αντιπάλου. Ήδη όμως από τις πρώτες μάχες κατέστη εμφανής η ακλόνητη αποφασιστικότητα των σοβιετικών ανθρώπων να πολεμήσουν τον εισβολέα. Παρά τις τεράστιες απώλειες που υπέστη τους πρώτους μήνες, ο Κόκκινος Στρατός κατάφερε να ακυρώσει το γερμανικό «Blitzkrieg». Η ήττα της Βέρμαχτ στη μάχη της Μόσχας το χειμώνα του 1941-1942 θα αποδείξει το ανέφικτο των σχεδίων της γερμανικής ηγεσίας για μια εύκολη νίκη επί της ΕΣΣΔ. Στις μάχες που θα ακολουθήσουν, και κυρίως σε αυτές του Στάλινγκραντ και του Κουρσκ, ο γερμανικός στρατός και οι συμμαχικές του δυνάμεις θα χάσουν οριστικά την επιθετική πρωτοβουλία, για να περάσουν σε διαρκή υποχώρηση μέχρι την τελική μάχη του Βερολίνου.

Η νίκη επί της χιτλερικής Γερμανίας και των λοιπών φασιστικών κρατών εκρίθη, κατά το πλείστον, στο Ανατολικό μέτωπο. Εκεί οι γερμανικές ένοπλες δυνάμεις, μαζί με χιλιάδες εθελοντές από άλλες χώρες (συμπεριλαμβανομένων και πρώην σοβιετικών στρατιωτών – αιχμαλώτων πολέμου ή λιποτακτών) που υπηρέτησαν στα Waffen SS ή σε άλλους σχηματισμούς, έχασαν 7.181..000 ανδρών (νεκροί, αγνοούμενοι, αιχμάλωτοι), ενώ οι σύμμαχες χώρες που πολέμησαν εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης (Φιλανδία, Ουγγαρία, Ρουμανία, Ιταλία, Σλοβακία) απώλεσαν 1.468.000.(1) Η Γερμανία έχασε στο Ανατολικό μέτωπο περίπου το 72% των συνολικών απωλειών της σε έμψυχο δυναμικό και περίπου το 74-75% των συνολικών απωλειών σε οπλικά συστήματα.(2)

Τεράστιο ήταν το τίμημα της νίκης για την ΕΣΣΔ. Οι μη ανακτήσιμες απώλειες του Κόκκινου Στρατού σε όλα τα μέτωπα του πολέμου (συμπεριλαμβανομένου και αυτού της Άπω Ανατολής το 1945) ανέρχονται σε 8.668.400 ανδρών.(3) Για σύγκριση, οι απώλειες των ΗΠΑ σε όλα τα μέτωπα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ανέρχονται σε 405.000 και του Ηνωμένου Βασιλείου σε 383.000. Στα γερμανικά στρατόπεδα αιχμαλώτων πολέμου από τα 4.559.000 των σοβιετικών αιχμαλώτων πέθαναν ή εκτελέστηκαν περίπου 3.300.000, δηλαδή το 58%, ενώ από τις 235.000 βρετανών και αμερικανών αιχμαλώτων πέθαναν 8.300, δηλαδή το 3,5%.(4)

Η Σοβιετική Ένωση έχασε εξαιρετικά μεγάλο αριθμό αμάχων, ως συνέπεια της πολιτικής των κατακτητών, η οποία είχε χαρακτήρα γενοκτονίας. Περίπου 4.100.000 σοβιετικών πολιτών πέθαναν από την πείνα και τις αρρώστιες, 7.400.000 εξοντώθηκαν σκόπιμα στα κατεχόμενα εδάφη, 2.164.000 πέθαναν από τις σκληρές συνθήκες δουλειάς και διαβίωσης στη Γερμανία, όπου μεταφέρθηκαν (περίπου 5.270.000) για καταναγκαστική εργασία.(5) Οι συνολικές απώλειες (στρατιώτες και άμαχοι) της ΕΣΣΔ στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ανέρχονται σε 26.600.000.

Η νίκη της ΕΣΣΔ στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο οφείλεται σε σημαντικό βαθμό στο ισχυρό βιομηχανικό δυναμικό που με μεγάλους κόπους και θυσίες είχε προλάβει να αναπτύξει. Οι σοβιετικοί πολίτες, κληρονόμοι της φοβερής καθυστέρησης του τσαρικού καθεστώτος, στο πλαίσιο των σοσιαλιστικών σχέσεων ιδιοκτησίας και της σχεδιοποιημένης οργάνωσης της οικονομίας είχαν επιτύχει σε δύο μόλις δεκαετίες ένα τεράστιο κοινωνικό, τεχνολογικό και πολιτισμικό άλμα. Αυτό ακριβώς το άλμα τους επέτρεψε να συντρίψουν την ισχυρότερη πολεμική μηχανή της Ευρώπης, την οποία συντηρούσαν και υποστήριζαν με έμψυχο δυναμικό, τεχνικά μέσα, πρώτες ύλες και τρόφιμα, σχεδόν όλες οι χώρες της ηπείρου (οι δορυφόροι της χιτλερικής Γερμανίας, οι ουδέτερες – φιλικά διακείμενες προς αυτή χώρες και βεβαίως οι κατεχόμενες).

Η νίκη της ΕΣΣΔ επί της χιτλερικής Γερμανίας και των ευρωπαίων συμμάχων της (καθώς και η αποφασιστική συμβολή της στην ήττα της Ιαπωνίας, με τη συντριβή από τις σοβιετικές δυνάμεις της Στρατιάς του Κβαντούνγκ) δικαίωσε τη στρατηγική επιλογή της σοβιετικής ηγεσίας στα τέλη της δεκαετίας του 1920 να επιδιώξει τη γρήγορη εκβιομηχάνιση της χώρας, σε συνάρτηση με τη γενικευμένη κολεκτιβοποίηση της αγροτικής οικονομίας. Η εν λόγω επιλογή απαίτησε σκληρά διοικητικά μέτρα, τεράστια ένταση της εργασιακής προσπάθειας εκατομμυρίων ανθρώπων, μεγάλη και επώδυνη οικονομία πόρων για επενδύσεις κατά αποκλειστική προτεραιότητα στη βαριά βιομηχανία. Η συνολική πορεία της χώρας σε ένα πρωτόγνωρο για την ανθρωπότητα δρόμο σοσιαλιστικών μετασχηματισμών (συναπτόμενο, αναπόφευκτα, με παρατεταμένες βίαιες συγκρούσεις, απρόβλεπτες καταστάσεις και κινδύνους) κατέστησε εφικτή μια τόσο σημαντική ανάπτυξη του επιστημονικού, τεχνολογικού, παραγωγικού αλλά και στρατιωτικού της δυναμικού, ώστε να μπορέσει να επιβιώσει και να βγει νικήτρια στον μεγαλύτερο και φονικότερο των πολέμων.

Πόλεμος πατριωτικός και συνάμα ταξικός

Ο πόλεμος της ΕΣΣΔ εναντίον του φασισμού είχε παλλαϊκό-πατριωτικό χαρακτήρα. Τα σοσιαλιστικά προτάγματα σχεδόν απουσίαζαν από τους λόγους των σοβιετικών ηγετών, καθώς και από τη σοβιετική πολεμική προπαγάνδα και τέχνη. Η πατρίδα όμως που υπερασπίζονταν οι πολίτες αυτού του εξαιρετικά πολυεθνικού κράτους είχε τα χαρακτηριστικά των κοινωνικών αλλαγών που συντελέστηκαν μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση. Για πάρα πολλούς ήταν η σοβιετική πατρίδα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δε διατηρούνταν στην κοινωνική συνείδηση και στοιχεία ενός παλαιότερου ρωσικού πατριωτισμού, ο οποίος εξέφραζε διαμορφωμένες προ πολλού παραδόσεις γλωσσικής και πολιτισμικής ενότητας των λαών που διαβιούσαν στο συγκεκριμένο γεωπολιτικό χώρο.

Είναι γεγονός ότι η Γερμανία αξιοποίησε εκτενώς εθνικιστικές και αντικομμουνιστικές δυνάμεις μεταξύ των σοβιετικών πολιτών (αιχμαλώτων πολέμου και κατοίκων των κατεχόμενων εδαφών), οι οποίες είδαν στην εισβολή του εχθρού την ευκαιρία και το έρεισμα για την ανατροπή της σοβιετικής εξουσίας και την εξάλειψη των κοινωνικών σχέσεων που αυτή υπερασπιζόταν. Ωστόσο, με εξαίρεση ορισμένες περιοχές (Δυτική Ουκρανία, Σοβιετικές Δημοκρατίες της Βαλτικής, Βόρειος Καύκασος), οι εγχώριες δυνάμεις που πολέμησαν στο πλευρό του κατακτητή είχαν μικρή έως ασήμαντη απήχηση στους λαούς της ΕΣΣΔ. Αντιθέτως, ένα πολυπληθές και ηρωικό σοβιετικό αντάρτικο κίνημα αναπτύχθηκε σε όλα τα κατεχόμενα εδάφη, καταφέρνοντας ισχυρά πλήγματα στο δίκτυο μεταφορών, στις μονάδες επιμελητείας και στις αρχές κατοχής του εχθρού.

Αναμφιβόλως, η νίκη της ΕΣΣΔ στον πόλεμο κατέστη εφικτή χάρη στη συνοχή της σοβιετικής κοινωνίας και στην εμπιστοσύνη της πλειοψηφίας του λαού προς το σοβιετικό καθεστώς και την ηγεσία του, αλλά και χάρη στην τεράστια αποφασιστικότητα και αγωνιστικότητα των σοβιετικών ανθρώπων, στα πεδία των μαχών και στα μετόπισθεν.

Βεβαίως, η συμμετοχή της ΕΣΣΔ στον πόλεμο, εκτός από πατριωτικά, είχε και κρίσιμα ταξικά χαρακτηριστικά. Επρόκειτο για τη σύγκρουση δύο θανάσιμα εχθρικών κοινωνικών συστημάτων και ταξικών στρατοπέδων, του νεαρού σοσιαλιστικού κράτους και των προσανατολισμένων σε αυτό διεθνών κομμουνιστικών δυνάμεων με το πλέον επιθετικό αντικομμουνιστικό, σοβινιστικό καθεστώς της καπιταλιστικής Ευρώπης.

Η εκστρατεία εναντίον της ΕΣΣΔ υπηρετούσε πρωτίστως τα στρατηγικά συμφέροντα του γερμανικού κεφαλαίου. Συνάμα, εξέφραζε την επιδίωξη των κυρίαρχων αστικών τάξεων της Ευρώπης να εξαλείψουν δια μιας σε ολόκληρη την ήπειρο τον «κίνδυνο του μπολσεβικισμού». Εν γένει, η άνοδος του φασισμού στην εξουσία σε σειρά χωρών ήταν η απάντηση μέρους των αστικών τάξεων της Ευρώπης στην Οκτωβριανή Επανάσταση και στην ανατρεπτική δυναμική που αυτή δημιούργησε.

Η εκστρατεία εναντίον της ΕΣΣΔ αποτελούσε διακηρυγμένη σταυροφορία εναντίον του κομμουνισμού, την οποία σχεδίασε και επιχείρησε η Γερμανία, προσπαθώντας συνάμα να τεθεί επικεφαλής του συνόλου των αντικομμουνιστικών αστικών δυνάμεων της ηπείρου. Όχι τυχαία, λοιπόν, εκτός από τα ευρωπαϊκά κράτη που ανοικτά συμμάχησαν με τον Χίτλερ, στις χώρες που κατακτήθηκαν αλλά και στις λίγες που έμειναν ουδέτερες οι αστικές ελίτ, με μικρές εξαιρέσεις, αντιμετώπισαν θετικά τη νέα τάξη πραγμάτων που δημιουργούσαν στην ήπειρο τα φασιστικά στρατεύματα.

Η νίκη της ΕΣΣΔ ήταν, εν τέλει, νίκη των εξεγερμένων το 1917 προλεταριακών πληθυσμών της εξαθλιωμένης – υπανάπτυκτης Ρωσίας, αυτών που ο Χίτλερ και η γερμανική ελίτ (και μαζί μ’ αυτούς αρκετοί εκπρόσωποι των κυρίαρχων τάξεων της καπιταλιστικής Ευρώπης) θεωρούσαν υπανθρώπους. Ήταν η επίδειξη των τεχνολογικών, παραγωγικών, οργανωτικών και διοικητικών δυνατοτήτων του πρώτου σοσιαλιστικού καθεστώτος.

Επίσης, ήταν μια νίκη κοσμοϊστορικής σημασίας, δεδομένου ότι ανέδειξε την ΕΣΣΔ σε παγκόσμια δύναμη και άνοιξε άμεσα ή έμμεσα το δρόμο για συγκλονιστικές κοινωνικές εξελίξεις διεθνώς, όπως ήταν η δημιουργία των Λαϊκών Δημοκρατιών της Ανατολικής Ευρώπης, η επικράτηση των κομμουνιστών στην Κίνα, η κατάρρευση του αποικιοκρατικού συστήματος, η εξάπλωση των λαϊκών-επαναστατικών κινημάτων σε μεγάλο μέρος του πλανήτη. Η νίκη των σοβιετικών όπλων επί των φασιστικών ορδών σηματοδότησε την ριζική αλλαγή του ταξικού συσχετισμού δυνάμεων και στη Δυτική Ευρώπη, όπου η σημαντική άνοδος των κομμουνιστικών κομμάτων και ευρύτερα της αριστεράς σε συνάρτηση με τις πιέσεις του εργατικού κινήματος θα υποχρεώσουν τις αστικές τάξεις σε πρωτοφανή κοινωνική αναδίπλωση και στην ανάπτυξη του περιβόητου μεταπολεμικού «κράτους πρόνοιας».

Κοντολογίς, η αντιφασιστική νίκη της Σοβιετικής Ένωσης δρομολόγησε τη μεγάλη διεύρυνση του ρήγματος στο παγκόσμιο σύστημα της ταξικής εκμετάλλευσης που είχε προκαλέσει η Οκτωβριανή Επανάσταση.

Δέον να σημειωθεί εμφατικά ότι το σοβιετικό καθεστώς, ως πρώτη μορφή σοσιαλιστικής κοινωνίας, είχε αναπτυχθεί σε εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες, έφερε αναπόδραστα πολλά σημάδια της παλιάς κοινωνίας απ’ όπου προήλθε, διακρινόταν από ισχυρές αντιθέσεις τις οποίες, στο βαθμό που δεν μπορούσε να υπερβεί, προσπαθούσε να ελέγξει διαμέσου της κρατικής βίας. Ήταν ένα καθεστώς μη ολοκληρωμένο, ως προς τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του, σε διαδικασία διαμόρφωσης, και γι’ αυτό ασταθές και ευάλωτο. Την ίδια στιγμή το καθεστώς αυτό συνιστούσε ισχυρή δύναμη κοινωνικής χειραφέτησης, εγγύηση του εφικτού αλλαγής των σχέσεων ιδιοκτησίας προς όφελος των εργαζομένων στις συνθήκες του 20ου αιώνα. Χωρίς το σοβιετικό καθεστώς, το τεχνολογικό, οικονομικό αλλά και στρατιωτικό του δυναμικό, και τη νίκη του στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο θα ήταν αδιανόητη η τεράστια κοινωνική πρόοδος που σημειώθηκε παγκοσμίως μεταπολεμικά.

Ο αγώνας για την ιστορική μνήμη

Δεδομένων των παραπάνω, οι μεταπολεμικές στάσεις απέναντι στην αντιφασιστική νίκη και οι ερμηνείες του ρόλου της ΕΣΣΔ σε αυτή δε θα μπορούσαν να είναι απαλλαγμένες από ταξικά καθορισμένες ιδεολογικές – πολιτικές οπτικές, όπως αυτές διαμορφώνονταν στο πλαίσιο της μεταπολεμικής σύγκρουσης μεταξύ καπιταλισμού και σοσιαλισμού, κεφαλαίου και εργασίας, ιμπεριαλισμού και λαϊκών-απελευθερωτικών κινημάτων.

Έτσι, με την έναρξη του ψυχρού πολέμου ο τρόπος παρουσίασης της αντιφασιστικής νίκης από τους μηχανισμούς προπαγάνδας του καπιταλιστικού κόσμου θα ενσωματωθεί στην πολύμορφη επιθετική δραστηριότητα της ιμπεριαλιστικής Δύσης εναντίον της ΕΣΣΔ και του σοσιαλιστικού στρατοπέδου. Ως εκ τούτου, η συμβολή της ΕΣΣΔ στη συντριβή του φασισμού θα υποβαθμιστεί εξαιρετικά ή θα αποσιωπηθεί εντελώς, ενώ αντιθέτως θα προβληθεί υπέρμετρα η συμβολή των δυτικών συμμάχων.

Μετά την παλινόρθωση του καπιταλισμού στην Ανατολική Ευρώπη και στην πρώην ΕΣΣΔ, η αναθεώρηση του ρόλου της χώρας στην αντιφασιστική νίκη θα οδηγηθεί στην ταύτιση του σοβιετικού καθεστώτος με το χιτλερικό (υπό το μανδύα του αντικομμουνιστικά στρατευμένου ιδεολογήματος περί ολοκληρωτισμού) και στην παρουσίασή του ως εξίσου, αν όχι περισσότερο υπεύθυνου για το ξέσπασμα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Σήμερα, η συκοφάντηση της αντιφασιστικής νίκης του σοβιετικού λαού αποτελεί πλέον θεμελιώδες στοιχείο της κυρίαρχης ιδεολογίας σχεδόν σε όλες τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και σε αρκετές εκ των πρώην σοβιετικών δημοκρατιών. Μάλιστα, στην Εσθονία, στη Λετονία, στη Λιθουανία, στην Πολωνία, στην Ουγγαρία, στη Γεωργία και πρόσφατα και στην Ουκρανία η χρήση των κομμουνιστικών και σοβιετικών συμβόλων και η προβολή των κομμουνιστικών ιδεών τελεί υπό απαγόρευση.

Στα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης και της πρώην ΕΣΣΔ ο επίσημα θεσμοθετημένος αντικομμουνισμός λειτουργεί ως εξορκισμός της νοσταλγίας του σοσιαλιστικού παρελθόντος και της πιθανής αναζήτησης εναλλακτικού μέλλοντος, σε συνθήκες όπου το παρόν, διακρινόμενο από οικονομική, κοινωνική και πολιτισμική παρακμή, δεν επιφυλάσσει στην πλειονότητα των εργαζομένων ιδιαίτερα αισιόδοξες προοπτικές.

Την ίδια στιγμή σε χώρες όπως η Εσθονία, η Λετονία, η Λιθουανία και η Ουγγαρία, οι οποίες, ειρήσθω εν παρόδω, είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ, αλλά και στην Ουκρανία, το καθεστώς της οποίας χαίρει της υποστήριξης των ΗΠΑ-ΕΕ, γνωρίζουν την ηθική και ιδεολογική αποκατάσταση οι εγχώριες εθνικιστικές-φασιστικές δυνάμεις που στον πόλεμο είχαν συστρατευτεί με τη χιτλερική Γερμανία.

Ιδιαίτερα κρίσιμη περίπτωση αποτελεί η Ουκρανία, χώρα στην πολιτική ζωή της οποίας ασκούν μεγάλη επιρροή (αναντίστοιχη της κοινοβουλευτικής τους δύναμης) ακροδεξιές οργανώσεις, ομοϊδεάτες του ιστορικού ακραία εθνικιστικού κινήματος των OUN-UPA, το οποίο στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής επιδόθηκε σε μαζικά εγκλήματα εναντίον πολωνών και εβραίων. Οι εθνικιστικές ιδέες και η αιματηρή διαδρομή των OUN-UPA καθίστανται σήμερα οργανικό μέρος της νεότευκτης «εθνικής» μυθολογίας-ιδεολογίας της Ουκρανίας.

Αλλά και στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης ακροδεξιά πολιτικά μορφώματα έχουν καταστεί οργανικό μέρος τους επίσημου πολιτικού συστήματος, αρθρώνουν δημόσια και σε μεγάλη έκταση τον φασίζοντα, ρατσιστικό, μισάνθρωπο λόγο τους, απολαμβάνοντας την υποστήριξη τμημάτων του κεφαλαίου και των συγκροτημάτων του τύπου.

 

Εβδομήντα χρόνια μετά την αντιφασιστική νίκη η συγκρότηση της ιστορικής μνήμης αποτελεί ζήτημα σφοδρής ιδεολογικής σύγκρουσης. Ο πόλεμος συνεχίζεται στα βιβλία της ιστορίας γιατί κατ’ ουσίαν ποτέ δε σταμάτησε στα πεδία των κοινωνικών μαχών και των γεωπολιτικών αντιπαραθέσεων.

Σήμερα, ο αγώνας για την υπεράσπιση της κληρονομιάς που μας άφησε η αντιφασιστική νίκη δεν αφορά μόνο στη διατήρηση της ιστορικής μνήμης, αλλά συνάπτεται άμεσα με την καλλιέργεια αντιφασιστικής συνείδησης και στάσης, με την ανάπτυξη σύγχρονων αγώνων ενάντια στο φασισμό.

Ο αντιφασισμός όμως, ως μνήμη, ιδεολογία και αγώνας, δεν μπορεί να είναι συνεπής χωρίς την αμφισβήτηση της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας, η οποία γεννά το φασισμό, χωρίς τη σύγκρουση με τους σύγχρονους πολεμοκάπηλους και ιμπεριαλιστές, και πρωτίστως με τον πλέον επιθετικό ιμπεριαλιστικό πόλο των ΗΠΑ/ΝΑΤΟ/ΕΕ.

Αν η ιστορική μνήμη δεν αφορά μόνο το παρελθόν, αλλά συνάπτεται με την υιοθέτηση στάσεων απέναντι στις αντιθέσεις του παρόντος, καθώς και με τη διαμόρφωση ιδεωδών και στόχων για το μέλλον, τότε η μνήμη της αντιφασιστικής νίκης συνιστά διαχρονική πηγή έμπνευσης και εμψύχωσης των ανθρώπων που αγωνίζονται για τη δημιουργία ενός κόσμου συντροφικότητας και αλληλεγγύης, για τη χειραφέτηση της εργασίας και της κοινωνίας από την εξουσία του κεφαλαίου. Αποτελεί την αυθεντικά δική τους πολύτιμη κληρονομιά.

1 Rossija i SSSR v vojnah XX veka. Pod red. G. F. Krivosheeva. M.: Izdatel’stvo «Olma Press», 2001, 513-514.
2 Velikaja Otechestvenaja Vojna 1941-1945 godov. T.12. Itogi i uroki vojny. M.: Kuchkogo pole, 2015, 57-58.
3 Rossija i SSSR v vojnah XX veka, ό.π. 236.
4 Velikaja Otechestvenaja Vojna 1941-1945 godov, ό.π. 51.
5 Rossija i SSSR v vojnah XX veka, ό.π. 230-233.

* Ο Περικλής Παυλίδης είναι Επίκουρος καθηγητής του ΠΤΔΕ ΑΠΘ