• [Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί/με μάτι αριστερό το βλέπω./Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί,/οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι (Κ. Βάρναλης)]
Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Isabel Allende: «Το νησί κάτω απ’ τη θάλασσα»

Γράφει η Άννεκε Ιωαννάτου //

Isabel Allende: Το νησί κάτω απ’ τη θάλασσα
Μετάφραση του Λεωνίδα Καρατζά
Εκδόσεις «Ωκεανίδα»

Η Αϊτή, πρώην αποικία της Γαλλίας, γνώρισε δύο μεγάλες εξεγέρσεις των μαύρων σκλάβων που η δεύτερη (1791) συνέτριψε το στρατό του Ναπολέοντα και οδήγησε στην πρώτη Δημοκρατία των μαύρων στο δυτικό τμήμα του νησιού Εσπανιόλα στην Καραϊβική δίνοντάς του τ’ όνομα Αϊτή (1803). Όλη η περιοχή, στην οποία εναλλάσσονταν στην εξουσία σε μια συνεχή σύγκρουση μεταξύ τους, κατακτητές Γάλλοι, Άγγλοι, Ισπανοί και Ολλανδοί, γνώρισε σχεδόν σε όλη τη διάρκεια του 18ου αιώνα αρκετές μεγάλες εξεγέρσεις μαύρων σκλάβων που, ωστόσο, δεν οδήγησαν σε ανεξάρτητες Δημοκρατίες, όπως στην Αϊτή.

Η εξέγερση στο Άγιο Ντομίνικο του 1791

Η εξέγερση των σκλάβων στην τότε γαλλική αποικία Άγιο Ντομίνικο επηρέασε τη διεθνή κοινή γνώμη αρκετά ενισχύοντας το κίνημα υπέρ της κατάργησης της δουλείας. Είχε προηγηθεί μια εξέγερση των χιλιάδων απελεύθερων έγχρωμων ενάντια στην καταπίεση και τη διάκριση εκ μέρους των λευκών αποικιστών. Ο επίσημα «απελεύθερος»  αυτός έγχρωμος πληθυσμός δεν είχε καθόλου δικαιώματα και επιπλέον ήταν υποταγμένος σ’ ένα αυστηρό σύστημα απαρτχάιτ. Όταν οι «λευκοί κρεολοί» (δηλαδή, οι λευκοί που είχαν γεννηθεί στην αποικία) ενίσχυσαν τη θέση τους στην Αποικιακή Συνέλευση, οι «έγχρωμοι» εξεγέρθηκαν για να διεκδικήσουν τα δικά τους δικαιώματα (τον αύγουστο του 1790). Η άγρια καταστολή αυτής της εξέγερσης προκάλεσε έντονα αισθήματα εκδίκησης. Ένα Διάταγμα της γαλλικής Εθνικής Συνέλευσης του Μάη του 1791 καθόριζε ότι μαύροι γεννημένοι από απελεύθερους γονείς θα αποκτούσαν δικαίωμα ψήφου στα αντιπροσωπευτικά όργανα στην αποικία. Μην ξεχνάμε πως η Γαλλία περνούσε εκείνα τα χρόνια τη θύελλα της Γαλλικής Επανάστασης (1789) και πρέσβευαν προοδευτικές ιδέες. Ωστόσο, η δουλεία συνέχιζε στις γαλλικές αποικίες, παρ’ όλες τις διαμαρτυρίες των, ανάμεσα σ’ άλλους, Ροβεσπιέρο και Μαρά και παρ’ όλη τη Διακήρυξη για τα Δικαιώματα των Ανθρώπων. Οι ιδιοκτήτες των φυτειών λοιπόν, απέρριψαν το Διάταγμα για το δικαίωμα ψήφου. Έτσι, τον αύγουστο του 1791, οι μαύροι σκλάβοι του Αγίου Ντομίνικου που ζούσαν κάτω από ένα απάνθρωπο καθεστώς, εξεγέρθηκαν. Κάτω από την ηγεσία του μαύρου Πιερ Ντομινίκ Τουσέν λ’ Ουβερτίρ (γιου ενός Αφρικανού αρχηγού φυλής) κατάφεραν να αντισταθούν στα γαλλικά στρατεύματα. Άλλωστε, τα πράγματα ήταν αρκετά πολυσύνθετα. Οι πλευρές που μάχονταν μεταξύ τους, ήταν διαιρεμένοι, γιατί πίσω τους υπήρχαν συγκρουόμενα ταξικά συμφέροντα. Έτσι, Γάλλοι βασιλόφρονοι βρίσκονταν απέναντι στους Γάλλους επαναστάτες, κρεολοί Γάλλοι απέναντι σε Γάλλους της μητρόπολης, μαύροι απέναντι σε μιγάδες, απελεύθεροι απέναντι σε σκλάβους, αλλά και τα συγκρουόμενα συμφέροντα ανάμεσα στις αποικιοκρατικές δυνάμεις της περιοχής ήταν εμπλεγμένα, γιατί για ένα χρονικό διάστημα ανακατεύτηκαν Ισπανοί και Άγγλοι σε μια προσπάθεια να εκμεταλλευτούν την κατάσταση για να πάρουν το νησί απο τους Γάλλους.

Το αποτέλεσμα μετράει

Ωστόσο, το 1792 όλοι οι απελεύθεροι σκλάβοι απόκτησαν τα δικαιώματα του πολίτη και στις 4 Φεβρουαρίου του 1794 καταργήθηκε τελικά η δουλεία στις γαλλικές αποικίες. Όταν, όμως, ο Ναπολέων αποκατέστησε στις 17 του Μάη του 1802 τη δουλεία, ξέσπασε μια καινούργια εξέγερση στο Άγιο Ντομίνικο. Ο ηγέτης Τουσέν με δόλο και ψεύτικα προσχήματα έπεσε σε γαλλικά χέρια και μεταφέρθηκε στη Γαλλία, αλλά οι εξεγερμένοι συνέχισαν την πάλη τους για την ανεξαρτησία κάτω από άλλον αρχηγό, τον Ζαν-Ζακ Ντεσαλίν ο οποίος διακήρυξε το 1803 την ανεξαρτησία του δυτικού τμήματος του νησιού και ίδρυσε την πρώτη Δημοκρατία των μαύρων δίνοντάς της τ’ όνομα Αϊτή. Όμως, η οικονομία του νησιού που στηριζόταν κυρίως στην καλλιέργεια της ζάχαρης, δεν ευδοκίμησε όπως πριν από την επανάσταση. ‘Οσοι λευκοί επέζησαν, είχαν φύγει αλλού και τις δυτικοευρωπαϊκές ανάγκες από ζάχαρη τις ικανοποιούσαν εισαγωγές από άλλα μέρη του κόσμου, πχ από την Ινδία. Επιπλέον στην Ευρώπη αναπτύχθηκε η παραγωγή ζάχαρης από ζαχαρότευτλα. Τέτοια φαινόμενα επηρέασαν πολύ αρνητικά την καλλιέργεια του ζαχαροκάλαμου σε όλη την περιφέρεια των Δυτικών Ινδιών. Όπως θα μπορούσε να περιμένει κανείς, η εξέγερση του Άγιου Ντομίνικου αναστάτωσε όλη την Καραϊβική εμπνέοντας κι άλλες εξεγέρσεις δούλων, όπως στην ολλανδική αποικία του Κουρασάου το 1795 και τον ανταρτοπόλεμο των δραπετών σκλάβων στη Τζαμάικα  επίσης το 1795. Άλλωστε, όπως είδαμε παραπάνω, είχαν προηγηθεί πολλές, καμιά φορά μεγάλες, εξεγέρσεις και όλη η περιοχή ήταν στη διάρκεια του 18ου αιώνα σε αναβρασμό. Επομένως, για τους αποικιστές των διαφόρων ευρωπαϊκών εθνών η υπόθεση του Αγίου Ντομίνικου ήταν μια προειδοποίηση τρόμου, ένα σημάδι στον τοίχο της ιστορίας ότι η αποικιοκρατία ενδεχομένως θα γνώριζε το ιστορικό της τέλος.

Ένας μαύρος πρόδρομος της Ανεξαρτησίας της Αμερικής

Φρανσουά Μακαντάλ

Η πρώτη εξέγερση στο Άγιο Ντομίνικο είχε γίνει 33 χρόνια νωρίτερα, το 1758, κάτω από την ηγεσία του Φρανσουά Μακαντάλ.  Ο ηρωισμός του και η δημόσια εκτέλεσή του ενέπνευσαν πολλούς συγγραφείς αφιερώνοντας έργα ή μέρη έργων τους στα γεγονότα αυτά, όπως ο Εντουάρντο Γκαλεάνο στη Μνήμη της Φωτιάς, ο Αλέχο Καρπεντιέ στο Επί γης Βασιλεία και το στην παρούσα παρουσίαση προτεινόμενο Το νησί κάτω απ’ τη Θάλασσα της Ιζαμπέλ Αγιέντε για να πούμε κάποια. Στο βιβλίο η συγγραφέας πλάθει μυθιστορηματικά τα δραματικά γεγονότα στο νησί στην περίοδο 1770-1793 στο πρώτο μέρος και στην περίοδο 1793-1810 στο δεύτερο μέρος. Ένα κεφάλαιο αφιερώνεται στον Μακαντάλ, από το οποίο ακολουθεί απόσπασμα. Μπαίνει στο βιβλίο σαν φλασ-μπακ μέσω αφήγησης: «Ο Μακαντάλ ήταν ένα κελεπούρι φερμένο από την Αφρική. Ήταν μουσουλμάνος, καλλιεργημένος, ήξερε να γράφει και να διαβάζει αραβικά, είχε γνώσεις γιατρικής και φυτολογίας. Έχασε το δεξί του χέρι σ’ ένα τρομακτικό ατύχημα που θα είχε αποβεί μοιραίο για κάποιον λιγότερο δυνατό, και καθώς ήταν άχρηστος πια στα ζαχαροκάλαμα, το αφεντικό του τον έστειλε να φυλάει ζώα. Περιφερόταν στην περιοχή τρώγοντας γάλα και φρούτα, ώσπου έμαθε να χρησιμοποιεί το αριστερό του χέρι και τα δάχτυλα των ποδιών για να φτιάχνει παγίδες και να δένει κόμπους. Έτσι μπορούσε να κυνηγάει τρωκτικά, ερπετά και πουλιά. Μες στη μοναξιά και τη σιωπή, του ξαναήρθαν στο μυαλό οι εικόνες της εφηβείας του, όταν ετοιμαζόταν για πόλεμο και για κυνήγι, όπως άρμοζε στο γιο ενός βασιλιά: μέτωπο ψηλό, μάτια ξύπνια και δυνατό κράτημα του ακοντιού. […] Απ’ την αρχή ήξερε ότι θα το έσκαγε, γιατί προτιμούσε να υποστεί το χειρότερο μαρτύριο παρά να συνεχίσει να είναι σκλάβος. Ετοιμάστηκε όμως με μεγάλη προσοχή και περίμενε με υπομονή την κατάλληλη ευκαιρία. Στο τέλος πήρε τα βουνά κι από κει ξεκίνησε την εξέγερση των σκλάβων που θα συγκλόνιζε το νησί σαν τρομερός σεισμός. Ενώθηκε με άλλους ανυπότακτους και πολύ σύντομα φάνηκαν τ’ αποτελέσματα της μανίας και της ευφυϊας του: αιφνιδιαστική επίθεση μέσα στην πιο σκοτεινή νύχτα, άναμμα δαυλών, χτυπήματα γυμνών ποδιών, κραυγές, μέταλλο πάνω σε αλυσίδες, πυρκαγιά στα ζαχαροκάλαμα. Το όνομα του διαβόλου κυκλοφορούσε από στόμα σε στόμα και το επαναλάμβαναν οι νέγροι σαν προσευχή ελπίδας. Ο Μακαντάλ, ο πρίγκιπας της Γουινέας, μεταμορφωνόταν σε πουλί, σε σαύρα, σε μύγα, σε ψάρι. Ο σκλάβος που ήταν δεμένος στο στύλο της τιμωρίας έβλεπε να περνάει από μπροστά του ένας λαγός πριν αυλακώσει και πάλι την πλάτη του το μαστίγιο, κι έλεγε πως ήταν ο Μακαντάλ, μάρτυρας του μαρτυρίου του. Μια ιγκουάνα παρακολουθούσε με απάθεια ένα κορίτσι ξαπλωμένο στο χώμα μετά το βιασμό του. «Σήκω, πλύσου στο ποτάμι και μην ξεχνάς, γιατί σύντομα θα πάρω εκδίκηση για σένα», ψιθύρησε η ιγκουάνα. Ο Μακαντάλ. Αποκεφαλισμένα κοκόρια, σύμβολα ζωγραφισμένα με αίμα, τσεκούρια, μια νύχτα χωρίς φεγγάρι, κι άλλη πυρκαγιά» (σελ. 76/77). Έπειτα ψοφάνε τα κοπάδια, τα άλογα στους στάβλους και τέλος εξοντώνονται και ολόκληρες οικογένειες. Ήταν δηλητήριο. Ο Μακαντάλ…Βασάνισαν εκατοντάδες σκλάβους για να μάθουν πού κρυβόταν ο Μακαντάλ που τα έκανε όλα αυτά. Τελικά τον βρήκαν και τον έπιασαν, αφού μαρτύρησε μια μικρή σκλάβα κάτω από την απειλή να την κάψουν ζωντανή. Παρ’ όλα αυτά, την έκαψαν… Μεταφέρεται ο αναγνώστης στη σκηνή της εκτέλεσης του Μακαντάλ: «Η πλατεία αποδείχθηκε μικρή για τον κόσμο που έφτασε από τις φυτείες. Οι μεγάλοι λευκοί εγκαταστάθηκαν ο καθένας κάτω από τη δική του τέντα, εφοδιασμένοι με το κολατσιό τους και τα ποτά τους, οι μικρόι λευκοί αρκέστηκαν στους εξώστες και στις στοές, ενώ οι απελεύθεροι νοίκιασαν τα μπαλκόνια γύρω απ’ την πλατεία, που ανήκαν σε άλλους έγχρωμους απελεύθερους. Την καλύτερη θέα τη φύλαξαν για τους σκλάβους, τους οποίους έφεραν τ’ αφεντικά τους από μακρινές περιοχές, για να διαπιστώσουν ότι ο Μακαντάλ δεν ήταν παρά ένας άθλιος μονόχειρας νέγρος που θα ψηνόταν σαν γουρουνάκι στη σούβλα» (σελ. 79).

Η επιστροφή του αδάμαστου

Ο Μακαντάλ προχωρούσε περίφανος στις αλυσίδες του, αδάμαστος και γεμάτος περιφρόνηση για τους λευκούς, αφεντικά, πάστορες, στρατιώτες και τα σκυλιά τους. Οι μαζεμένοι Αφρικανοί σκλάβοι τον χαιρέτησαν με ξέφρενο ενθουσιασμό: «Δεν ήταν ένας σκλάβος που θα τον εκτελούσαν, αλλά ο μοναδικός πραγματικά ελεύθερος άνθρωπος μέσα σ΄όλο αυτό το πλήθος. Έτσι το αντιλήφθηκαν όλοι και μια βαθιά σιωπή έπεσε στην πλατεία. Στο τέλος οι νέγροι αντέδρασαν κι απ’ όλα τα στόματα βγήκε σαν ανεξέλεγκτη κραυγή το όνομα του ήρωα, Μακαντάλ, Μακαντάλ, Μακαντάλ. Ο κυβερνήτης κατάλαβε πως έπρεπε να τελειώσουν το συντομότερο, πριν το τσίρκο που είχαν σχεδιάσει μετατραπεί σε λουτρό αίματος. Έδωσε το σινιάλο κι οι στρατιώτες έδεσαν με αλυσίδες τον αιχμάλωτο στο στύλο της φωτιάς. Ο δήμιος άναψε το άχυρο κι αμέσως τα ποτισμένα με λίπος ξύλα άρπαξαν φωτιά, σηκώνοντας πυκνό καπνό. Κι ενώ δεν ακουγόταν ούτε κιχ στην πλατεία, υψώθηκε η βαθιά φωνή του Μακαντάλ: «Θα γυρίσω! Θα γυρίσω!» (σελ. 80/81). Μετά αρχίζει η μυθοποίηση, μια μυθοποίηση συμβολικού χαρακτήρα. 33 χρόνια αργότερα, το 1791, ο Μακαντάλ θα «επέστρεφε», το πνεύμα του Μακαντάλ, με τη μορφή μιας μεγάλης εξέγερσης που έμεινε στην ιστορία μαρκάροντας την αντίστροφη μέτρηση για την εποχή της δουλείας.