• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Μακεδονικό: Η ουσία του ζητήματος πέρα απ’ την «ονοματολογία»

Γράφει ο Νίκος Μόττας //

Η πρόσφατη αναζωπύρωση του ζητήματος για το όνομα της πΓΔΜ δεν είναι καθόλου τυχαίο γεγονός. Η ονοματολογία των τελευταίων ημερών και ο- μικροπολιτικών σκοπιμοτήτων- «καυγάς» μεταξύ των αστικών κομμάτων συσκοτίζουν τις βαθύτερες αιτίες της ανακίνησης του θέματος. Και αυτό διότι η ονοματολογία – ένα πολυπαιγμένο έργο, που το ‘χουμε ζήσει αρκετές φορές στο παρελθόν- αποτελεί το δέντρο, πίσω απ’ το οποίο κρύβεται ένα ολόκληρο δάσος ευρύτερων ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών με επίκεντρο τη βαλκανική χερσόνησο και πρωταγωνιστές το ΝΑΤΟ και την ΕΕ.

Στη βάση των παραπάνω και στο φόντο των πρόσφατων εξελίξεων οφείλουμε να σημειώσουμε τα εξής:

1. Ο επί δεκαετίες ισχυρισμός των αστικών κομμάτων πως η συμμετοχή της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ αποτελεί ισχυρό διπλωματικό «χαρτί» έχει διαψευστεί παταγωδώς. Η πραγματικότητα είναι πως η ένταξη της Ελλάδας σε ΝΑΤΟ-ΕΕ και οι συνεπακόλουθες δεσμεύσεις που η χώρα έχει αναλάβει στο πλαίσιο των ιμπεριαλιστικών οργανισμών οδηγεί σε συνεχώς αυξανόμενες ευρωαμερικανικές πιέσεις για διευθέτηση μιας σειράς ζητημάτων. Στο πλαίσιο αυτών των πιέσεων και με δεδομένη την συμμετοχή της ελληνικής αστικής τάξης στο «παζάρι» των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, η χώρα οδηγείται συχνά σε επικίνδυνες υποχωρήσεις σε μια σειρά ζητήματα (βλ. «γκρίζες ζώνες» στο Αιγαίο, Κυπριακό κλπ.)

2. Η κινητικότητα για τη διευθέτηση του ονόματος της πΓΔΜ σχετίζεται άμεσα με μια σειρά διευθετήσεων που δρομολογούνται στην περιοχή των δυτικών Βαλκανίων πριν την Σύνοδο του ΝΑΤΟ που θα λάβει χώρα τον ερχόμενο Ιούλιο. Είναι, λοιπόν, η ένταξη της πΓΔΜ στο ΝΑΤΟ- και αργότερα στην ΕΕ- που πυροδότησε την κινητικότητα γύρω απ’ την εξεύρεση λύσης για το όνομα. Κάτι που παραδέχτηκε, πριν λίγες ημέρες, δημόσια ο πρόεδρος της πΓΔΜ Γκιόργκι Ιβάνοφ σημειώνοντας πως «ελπίζουμε στην επικείμενη διάσκεψη του ΝΑΤΟ να γίνει η ΠΓΔΜ μέλος του ΝΑΤΟ και να μην είναι πλέον όμηρος από ένα κράτος – μέλος» και πρόσθεσε «έχουμε την ετοιμότητα και την προσδοκία κατά τη διάρκεια της βουλγαρικής προεδρίας στην ΕΕ να πάρουμε μια τελική ημερομηνία για το ξεκίνημα των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την ΕΕ».

3. Η εμμονή στην ονοματολογία είναι και επικίνδυνη και αδιέξοδη. Αφενός διότι επιχειρεί να αποπροσανατολίσει τα λαϊκά στρώματα και των δύο χωρών από το πραγματικό πρόβλημα, που δεν είναι άλλο από την ταξική εκμετάλλευση που βιώνουν οι εργαζόμενοι τόσο στην Ελλάδα, όσο και στην πΓΔΜ. Αφετέρου, διότι η ονοματολογία ρίχνει «νερό στο μύλο» του εθνικισμού, ποτίζοντας τις ρίζες της μισαλλοδοξίας, του φανατισμού και του αλυτρωτισμού ακροδεξιών-φασιστικών μορφωμάτων και στις δύο χώρες. Άλλωστε, όπως είναι ιστορικά αποδεδειγμένο από τις ίδιες τις εξελίξεις των τελευταίων δεκαετιών στα Βαλκάνια, ο εθνικισμός και οι αλυτρωτικές διαθέσεις αποτέλεσαν γρανάζια των ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών, επιφέροντας αναρίθμητα δεινά για τους λαούς της περιοχής.

«Πλην Λακεδαιμονίων». Εθνικιστικό συλλαλητήριο για το «όνομα» στη Θεσσαλονίκη, 1992.

«Πλην Λακεδαιμονίων». Εθνικιστικό συλλαλητήριο για το «όνομα» στη Θεσσαλονίκη, 1992.

4. Κανείς δεν είναι δυνατό να έχει το «προνόμιο» της αποκλειστικής χρήσης του όρου «Μακεδονία». Και αυτό διότι ο όρος «Μακεδονία» σήμερα- με την σύγχρονη του έννοια- θα πρέπει να έχει γεωγραφικό χαρακτήρα. Ως εκ τούτου, ως Μακεδονία λογίζεται μια μεγάλη γεωγραφική περιφέρεια εντός της οποίας ζουν διάφορα έθνη, συμπεριλαμβανομένου ασφαλώς του κυρίαρχου έθνους που υπάρχει στην πΓΔΜ. Με βάση τη μαρξιστική αντίληψη, σύμφωνα με την οποία «έθνος είναι η ιστορικά διαμορφωμένη σταθερή κοινότητα ανθρώπων, που εμφανίστηκε πάνω στη βάση της κοινότητας της γλώσσας, του εδάφους, της οικονομικής ζωής και της ψυχοσύνθεσης που εκδηλώνεται στην κοινότητα του πολιτισμού» (Στάλιν, «Απαντα», τ. 2, σελ. 334), δεν στοιχειοθετείται η ύπαρξη μακεδονικού έθνους. Το κυρίαρχο έθνος της σημερινής πΓΔΜ δημιουργήθηκε ουσιαστικά μετά το δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν συνέτρεξαν οι αναγκαίοι όροι (εδαφικοί, γλωσσικοί, οικονομικοί, πολιτισμικοί, κλπ.) στα πλαίσια της Ομόσπονδης Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας.

Ως εκ τούτου, είναι σαφές ότι οι- εκπορευόμενες από εθνικιστικούς κύκλους της πΓΔΜ και συχνά υποστηριζόμενες από διάφορα κέντρα σε ΗΠΑ και ΕΕ- φωνές περί αναγνώρισης «μακεδονικής μειονότητας» παίζουν το παιχνίδι της προώθησης των ιμπεριαλιστικών γεωπολιτικών συμφερόντων. Η περίπτωση του Κοσόβου, με τη ΝΑΤΟϊκή ανάμειξη και την αναγνώριση της «ανεξαρτητοποίησης» του, είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα της επικινδυνότητας που κρύβουν για τους λαούς τέτοιου είδους αλυτρωτικές ακροβασίες.

5. Οι εξελίξεις επιβεβαιώνουν, με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο, την ορθότητα των θέσεων του ΚΚΕ, το οποίο ήταν το μόνο που εξ’ αρχής επισήμανε πως το ζήτημα του ονόματος δεν είναι το κύριο, προτάσσοντας τη θέση για ονομασία με καθαρά γεωγραφικό περιεχόμενο, που θα αποτρέπει αλυτρωτισμούς και αλλαγές συνόρων. Θυμίζουμε ότι το ΚΚΕ ήταν το μοναδικό κόμμα που δεν συμμετείχε στα εθνικιστικά συλλαλητήρια του 1992 (τότε που ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, Συνασπισμός και λοιποί συγγενείς «πωλούσαν» υπερπατριωτισμό σε «τιμή ευκαιρίας»), επιμένοντας, από τότε, στην ανάγκη οι λαοί των δύο χωρών να απομονώσουν τις εθνικιστικές φωνές και να εντείνουν τον αντιιμπεριαλιστικό αγώνα. Θυμίζουμε, επίσης – για όσους τυχόν έχουν ασθενή μνήμη- πως μόνο το ΚΚΕ είχε από την πρώτη στιγμή αποκαλύψει τους κινδύνους των ιμπεριαλιστικών μεθοδεύσεων που οδήγησαν στη διάλυση της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας.

Αυτή είναι, λοιπόν, η ουσία του ζητήματος και όχι ο πολιτικάντικος τσακωμός συγκυβέρνησης-ΝΔ και λοιπών αστικών κομμάτων με επίκεντρο την ονοματολογία. Σε αυτή τη βάση και με οξυμένο το ταξικό κριτήριο οι εργαζόμενοι, η νεολαία, ο λαός μας, οφείλουν να αξιολογήσουν την κατάσταση και την στάση όλων των κομμάτων.

Σχόλιο του ΚΚΕ σχετικά με την αντιπαράθεση για την ονομασία της ΠΓΔΜ και η θέση του

Νίκος Μόττας Γεννήθηκε το 1984 στη Θεσσαλονίκη. Είναι υποψήφιος διδάκτορας (Phd) Πολιτικής Επιστήμης, Διεθνών Σχέσεων και Ιστορίας. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες από το Πανεπιστήμιο Westminster του Λονδίνου και είναι κάτοχος δύο μεταπτυχιακών τίτλων (Master of Arts) στις διπλωματικές σπουδές (Παρίσι) και στις διεθνείς διπλωματικές σχέσεις (Πανεπιστήμιο Τελ Αβίβ). Άρθρα του έχουν δημοσιευθεί σε ελληνόφωνα και ξενόγλωσσα μέσα.