• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Η αντίθεση του Σικέιρος στο σοβιετικό ρεαλισμό

Γράφει ο Παναγιώτης Μανιάτης //

Ο Νταβίντ Αλφάρο Σικέιρος (1896-1974) ήταν μέλος του Μεξικάνικου Κομμουνιστικού Κόμματος από το 1924 και θεωρούσε ότι οι κομμουνιστές δεν περιορίζονται σε αναλύσεις θετικών γεγονότων· εξετάζουν κάθε πλευρά ενός προβλήματος και όταν χρειαστεί ασκούν κριτική ο ένας στον άλλον αλλά και στον ίδιο τους τον εαυτό. Αυτό έκανε με τους σοβιετικούς στο «Ανοιχτό Γράμμα στους Ζωγράφους, στους Γλύπτες και στους Χαράκτες της Σοβιετικής Ένωσης». Το κείμενο του διαβάστηκε στη Σοβιετική Ακαδημία της Τέχνης, στις 17 Οκτωβρίου 1955, κατά τη διάρκεια επίσκεψης στην ΕΣΣΔ.

Ο Σικέιρος, αρχικά, αναγνωρίζει πως η τέχνη των σοβιετικών πραγματοποιεί μια πολιτική λειτουργία ενός μεγαλείου που δεν έχει ταίρι στην ιστορία του κόσμου. Θεωρεί ότι όλο το έργο τους είναι στην υπηρεσία ενός κοινωνικού κινήματος που άνοιξε μια νέα εποχή για την ανθρωπότητα, ενώ πιστεύει ότι οι καλλιτέχνες έχουν την απεριόριστη υποστήριξη του πρώτου προλεταριακού Κράτους. Παρατηρεί, ότι δεν υπάρχει πόλη μικρή ή μεγάλη, χωριό, εργοστάσιο, σχολείο, θέατρο, όπου δεν έχουν εκφράσει τη σοσιαλιστική ιδεολογία και δεν έχουν ευλογήσει τους μεγάλους ανθρώπους τους, όπως και τους ήρωές τους, με έργο όλων των μεγεθών. Αλλά και στις δημόσιες πλατείες, στους τοίχους και στα εσωτερικά εκατοντάδων χιλιάδων πολυκατοικιών έχουν συνεισφέρει στη διακόσμησή τους. Εν ολίγοις, επαναλαμβάνουν σε μια ελεύθερη κοινωνία ό,τι άλλοι έκαναν σε συνθήκη σκλαβιάς· δημόσια τέχνη. Η τέχνη τους είναι τέχνη του κράτους, ιδεολογικά αφοσιωμένη, με σκοπό, και γι’ αυτό το λόγο, ρεαλιστική. Μια τέχνη ηρωική, επική.

Από την άλλη όμως, πιστεύει, ότι υπάρχουν πολλά ακόμα να γίνουν. Γι’ αυτό και λέει ότι ο ρεαλισμός δεν μπορεί να είναι μια καθορισμένη φόρμουλα, ένας ακλόνητος νόμος· όλη η ιστορία της τέχνης, που δείχνει την ανάπτυξη των αυξανόμενων ρεαλιστικών μορφών, το αποδεικνύει. Από τη ζωγραφική στις σπηλιές, στην Αρχαιότητα, στο Μεσαίωνα και στην Αναγέννηση, βρίσκει ότι αυτό είναι απόλυτα αληθινό. Κάθε περίοδος τέχνης που δεν καταπνίγηκε από αμετακίνητες φόρμουλες οδήγησε στο να γίνει η τέχνη της πιο ρεαλιστική, γράφει.

pm1

Αυτό θεωρεί ότι το έχουν ξεχάσει στη Σοβιετική Ένωση και φανερώνεται από τη διαιώνιση παλιών ρεαλιστικών στιλ που ανήκουν στο άμεσο παρελθόν· βρίσκει αυτή την επίδραση επίσης παρούσα στο έργο των Πολωνών ζωγράφων όπως και σε κάποιους άλλους, σε άλλες λαϊκές δημοκρατίες. Παρατηρώντας το έργο τους, τα τελευταία τριάντα οκτώ χρόνια, πιστεύει ότι η φόρμα των σοβιετικών δεν έχει προοδεύσει, απλά θεωρεί ότι βελτίωσαν την τεχνική τους, τονίζοντας ότι η συνεχής τελειοποίηση του στιλ σε μια περιορισμένη, επαναλαμβανόμενη, ρεαλιστική περιοχή της δημιουργίας οδηγούσε πάντα στην παρακμή. Σημειώνει ότι οι ζωγράφοι που ήλθαν αμέσως μετά την Αναγέννηση ήταν πολύ πιο επιδέξιοι από τους προγόνους τους, αλλά το έργο τους ήταν απείρως κατώτερο.

Όσον αφορά το τότε καλλιτεχνικό κίνημα, πιστεύει ότι στον κόσμο υπήρχαν δυο σημαντικές εκφράσεις τέχνης· η μεξικάνικη, που λειτουργούσε υπό αυξανόμενες δυσμενείς συνθήκες, και η σοβιετική, που λειτουργούσε υπό αυξανόμενες ευνοϊκές συνθήκες. Αυτές οι δύο τάσεις, μέσω κριτικής και αυτοκριτικής, θα μπορούσαν να βοηθήσουν η μία την άλλη, να μειώσουν τις αρνητικές τους πλευρές και να ενδυναμώσουν τις θετικές. Προσέχει ότι το Μεξικό έχει μεγάλη παράδοση στη ζωγραφική και διαθέτει καλλιτεχνικά χαρισματικούς ανθρώπους. Παράλληλα, λέει για τους σοβιετικούς ότι δεν είναι λιγότερο προικισμένοι από αυτή την άποψη, η παράδοσή τους είναι καταπληκτική και οι ζωγράφοι τους πολύ ικανοί. Έχουν μια επαγγελματική πειθαρχία η οποία λείπει σ’ εκείνους και μια ικανότητα να εκφράζουν ψυχολογικά φαινόμενα που, κατά τη γνώμη του, είναι απαράμιλλη. Παράγουν πραγματικά μνημειώδη τέχνη, αλλά θα πρέπει να ταράξουν τις ρουτινιάρικες μορφές.

Επιπλέον, αποκαλύπτει ότι στο μεξικάνικο κίνημα, παρ’ όλο που συστηματικά είχαν απέναντί τους αυτούς που προσκολλούνταν στις παραδοσιακές φόρμες, προσπάθησαν να βρούνε λύσεις, όπως μπορεί να δει κανείς στο έργο τους. Στη περίπτωση των σοβιετικών συντρόφων όμως, το ζήτημα ήταν ακόμα πιο σοβαρό, γιατί κανένας τους δεν ενδιαφερόταν να βρει νέες τεχνικές, αν και είχαν ένα Κράτος περισσότερο ικανό από οποιοδήποτε άλλο που υπήρξε ποτέ, στο να τους παρέχει κάθε αποτελεσματικό και ηθικό μέσο. Είχαν μείνει στις μεθόδους σύνθεσης και προοπτικής που χρησιμοποιήθηκαν από τους ακαδημαϊστές σε όλο τον κόσμο. Και αυτό είχε γίνει στη μοναδική χώρα στον κόσμο, όπου η επιστήμη είχε τεθεί στην υπηρεσία των ανθρώπων και θα μπορούσε να τους δώσει τεράστια βοήθεια. Καταλήγει ότι ούτε οι φόρμες του ρεαλισμού, ούτε τα υλικά του μέσα είναι στατικά, θεωρώντας ότι είναι παράλογο να πιστεύει κανείς ότι οι αυθεντίες του παρελθόντος ήξεραν οτιδήποτε υπήρχε να μάθει κανείς για τον ρεαλισμό και εξίσου γελοίο να νομίζει κανείς, ότι πράγματα που ανακαλύφθηκαν χρόνια πριν, είναι η τελευταία λέξη.