Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ: Αφιέρωμα στον Κιμ Κι-Ντουκ και “Ghost Dog” 🎥

Κινηματογραφική βδομάδα στο ίδιο μοτίβο των προηγούμενων, χωρίς ιδιαίτερα αξιόλογες νέες ταινίες στη διανομή, άλλη μια βδομάδα που στηρίζεται στα δεκανίκια του παλιού σινεμά. Εδώ που τα λέμε, το καλοκαίρι δεν βγαίνει χωρίς επανεκδόσεις. Είναι μια μοναδική ευκαιρία να δούμε ξεχασμένα, ή και όχι τόσο, αριστουργήματα του παγκόσμιου σινεμά. Αυτή η «μόδα» της πανδημίας, να βγαίνουν περισσότερες νέες ταινίες από ό,τι παλιές στα θερινά, μας ισοπέδωσε το συναίσθημα. Η λογική του κέρδους, ορμώμενη εξ Αμερικής, μπορεί να επιβάλλεται πλέον, όμως εκτός ελάχιστων εξαιρέσεων αποτυγχάνει. Και αποτυγχάνει διότι το καλοκαίρι αναπληρώνουμε τον χαμένο χρόνο από το ατέλειωτο τρέξιμο του χειμώνα, ώστε να πάρουμε μια γεύση και από τις ταινίες της χρονιάς που μας πέρασε.

Κάπου εδώ θα πρέπει να μιλήσουμε για την καταπληκτική δουλειά που γίνεται από τις κινηματογραφικές λέσχες, όπου υπάρχουν και έχουν τη στήριξη της δημοτικής αρχής, όπως για παράδειγμα η κινηματογραφική λέσχη της Πετρούπολης, που ξεκίνησε ήδη το θερινό της πρόγραμμα με πολύ αξιόλογες επιλογές και της Ηλιούπολης που ξεκινάει σε λίγες μέρες σε μικρότερη κλίμακα… Αναζητήστε τις λέσχες και δεν θα χάσετε.

Επίσης, σιγά σιγά ξεκινάνε και τα αφιερώματα στους θερινούς κινηματογράφους. Για παράδειγμα, αυτή την εβδομάδα (6-12/6) το «Cine Athenee» έχει αφιέρωμα στον κινηματογράφο του Κορεάτη Κιμ Κι-Ντουκ. «Crocodile» σε πρώτη πανελλήνια προβολή για το οποίο θα μιλήσουμε παρακάτω, «Ανοιξη, Καλοκαίρι, Φθινόπωρο, Χειμώνας… και Ανοιξη», «Bad Guy», «Το νησί», αποτελούν σταθμούς στη φιλμογραφία ενός ποιητικά ωμού, σκληρά ρεαλιστικού, αβάσταχτα πολιτικού και μελαγχολικού σκηνοθέτη. Eνω συνεχίζεται και το «Ταινιόραμα», στον κινηματογράφο «Αστυ», μέχρι και τις 19 Ιουνίου. Το Cine Paris φιλοξενεί ένα υπέροχο αφιέρωμα στο κλασικό ελληνικό σινεμά, από τις 10 Ιουνίου και κάθε Δευτέρα έως τις 15/7 με έξι αριστουργήματα του ελληνικού κινηματογράφου. Η αυλαία ανοίγει στις 10/6 με τον «Δράκο» του Νίκου Κούνδουρου και συνεχίζεται με το «Κυριακάτικο Ξύπνημα» (17/6), τη «Στέλλα» (24/6) και το «Τελευταίο Ψέμα» (1/7) του Μιχάλη Κακογιάννη, το «Ποτέ την Κυριακή» (8/7) του Ζιλ Ντασέν και κλείνει με τη «Μαγική πόλη» (15/7) του Νίκου Κούνδουρου. Ενώ ένα καινούργιο φεστιβάλ ανοίγει τις πύλες του από σήμερα 6 μέχρι και τις 9/6 στον Πειραιά και συγκεκριμένα στον κινηματογράφο «Ζέα». Το Piraeus Port Film Festival θα έχει δωρεάν είσοδο και θα προβάλλει αρκετές μικρού μήκους ταινίες πρόσφατης παραγωγής και ανάμεσα σε άλλες τις μεγάλου μήκους, «Το Δέντρο Που Πληγώναμε» του Δήμου Αβδελιώδη, τους «Απόντες» του Νίκου Γραμματικού, τη «Μικρά Αγγλία» του Παντελή Βούλγαρη και «Το λιμάνι της Χάβρης» του Ακι Καουρισμάκι.

Για αυτήν τη βδομάδα η γνωστή μας γαλλική κωμωδία «Θεέ μου, τι σου κάναμε» του Φιλίπ ντε Σοβερόν (2014) προσπαθεί να αποσβέσει τον σωβινισμό των Γάλλων και να φορτώσει το ίδιο αμάρτημα και στους μετανάστες δεύτερης γενιάς που μιλούν τα Γαλλικά καλύτερα από τους αυτόχθονες. Ο κλασικός Γάλλος μεσοαστός μπαμπάς παντρεύει τις 4 κόρες του με γαμπρούς άλλων εθνικοτήτων και το πανηγύρι ξεκινά. Απλώς υπενθυμίζουμε ότι δεν πρόκειται για κάτι αξιόλογο. «Νταααααλί!»/ «Daaaaaali!» του Κεντέν Ντουπιέ. Η ιστορία μιας δημοσιογράφου που προσπαθεί να πάρει συνέντευξη από τον Νταλί, που είναι εξαιρετικά ιδιόρρυθμος μέχρι σημείου τρέλας. Ενα ακόμα πορτρέτο του Νταλί, που όχι μόνο δεν έχει τίποτα να προσθέσει, αλλά έχει κι ένα σενάριο τόσο υποδομημένο χωρίς να αντιλαμβάνεται κανείς τον τελικό στόχο. Πέντε διαφορετικοί ηθοποιοί ενσαρκώνουν τον ζωγράφο σε πολύ ή λιγότερο διαφορετικές ηλικίες χωρίς κάποιο προφανή λόγο και η αμηχανία είναι παρούσα σε όλη τη διάρκεια. Εδώ ταιριάζει το Θεέ μου, τι σου κάναμε…

Crocodile_Κροκοδειλάκιας / Κιμ Κι-Ντουκ / 1996 / 102λ

 

Η ταινία ακολουθεί έναν άντρα με το παρατσούκλι Κροκόδειλος, έναν γκρινιάρη παρία που επιβιώνει κάτω από μια γέφυρα με ένα αγόρι και τον παππού του. Καθένας από αυτούς αποκτά χρήματα και φαγητό με τον δικό του τρόπο: Ο Κροκόδειλος είναι μεγάλος δύτης, που μαζεύει τα πορτοφόλια των ανθρώπων που αυτοκτονούν πηδώντας από τη γέφυρα. Το αγόρι πουλάει τσίχλες και ο παππούς έχει φυσικό ταλέντο στη μηχανική. Η ζωή τους θα αλλάξει την ημέρα που ο Κροκόδειλος σώζει τη ζωή μιας νεαρής γυναίκας που αποπειράται να αυτοκτονήσει… Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του σκηνοθέτη, η οποία βγαίνει για πρώτη φορά στους ελληνικούς κινηματογράφους και θα ανοίξει και το επταήμερο αφιέρωμα στο «Cine Athenee».

Πρόκειται για έναν σκηνοθέτη από αυτούς που σπανίζουν, κι αυτό φαίνεται ήδη από την πρώτη ταινία του και τη θεματολογία της. Εδώ ακόμα ψάχνει τα βήματά του και θέτει τις βάσεις για την αισθητική του, η οποία εξελίχθηκε στις επόμενες ταινίες σε μια ποιητικότητα του χάους. Ομως οι βάσεις για το σεναριακό του ντελίριο που θα ακολουθήσει, είναι ήδη εδώ. Ας ξεκινήσουμε με τη θεματολογία του, κοινωνική μέχρι το μεδούλι, ο ήρωάς του επιβιώνει με τον θάνατο των απελπισμένων, θυμίζει τους φτωχούς που έκλεβαν τα κτερίσματα των αρχαίων τάφων. Κι όμως, εδώ τούτος ο «τυμβωρύχος» δεν είναι ο χειρότερος χαρακτήρας της ιστορίας. Η κοινωνία που τον έχει εξορίσει είναι πολύ πιο σκληρή από αυτόν. Η κοινωνία εκπορνεύει, βιάζει, δολοφονεί, στέκεται απέναντι σε κάθε ηθικό κώδικα και εξαναγκάζει σε αυτοκτονία όποιον έχει κρατήσει λίγη ευαισθησία. Είναι ικανός τούτος ο χαρακτήρας να μεταστραφεί ή έχει χάσει όλη του την ανθρωπιά; Τι είναι εκείνο που θα μπορούσε να σκάψει μέσα του και να σπάσει όλα τα στεγανά του κτήνους; Το σενάριό του είναι απλοϊκό αλλά πολυεπίπεδο. Μόνο και μόνο οι τελευταίες σκηνές θα μπορούσαν να αναλυθούν εκτενώς, αλλά δεν θα χαλάσουμε τη μαγεία. Ας συνεχίσουμε με τους διάλογους του, λιγοστοί και περιεκτικοί, γιατί το σινεμά για εκείνον είναι εικόνα. Και η εικόνα περιέχει τα πάντα. Περιέχει αθωότητα, καλοσύνη, ομορφιά, αγάπη, κτηνώδη βία, εκδίκηση, φρίκη. Και στα Κορεατικά να τη δει κανείς, θα καταλάβει ακριβώς τι διαδραματίζεται. Η αμεσότητα της εικόνας είναι συνταρακτική. Ο «Κροκόδειλος» είναι μια ταινία που σκέφτεται κανείς για μέρες και επιζητά να δει τις υπόλοιπες ταινίες του σκηνοθέτη. Ο κινηματογράφος του, άλλωστε, σπάνια είναι εύκολος και διασκεδαστικός, θέλει να αναζητάς τον προβληματισμό και να μη μένεις στη βία της εικόνας, να ψάχνεις κάτω από το περίβλημα.

Ghost Dog: Ο Τρόπος Των Σαμουράι / Ghost Dog:
The Way of the Samurai / Jim Jarmusch/ 1999 / 116λ

 

Ένας μοναχικός Αφροαμερικανός εκτελεστής στη Νέα Υόρκη λειτουργεί με αυστηρή προσήλωση στον κώδικα τιμής των Σαμουράι. Υπηρετεί τον αφέντη του, τον μικρομαφιόζο Λούι, που κάποτε του έσωσε τη ζωή, αλλά όταν ένα χτύπημα πάει στραβά και βρίσκεται ο ίδιος στο στόχαστρο της μαφίας, αναγκάζεται να αναμετρηθεί με τις απόλυτες αρχές του.

Ο Τζάρμους μεταμορφώνει τον εκπληκτικό Φόρεστ Γουίτακερ σε έναν εσωστρεφή εκτελεστή που ζει στα γκέτο της δεκαετίας του ’90, όμως σύμφωνα με τον αρχαίο κώδικα των σαμουράι, όπως περιγράφεται στο Χαγκακούρε («κρυμμένος ανάμεσα στα φύλλα»), το διάσημο βιβλίο του Ιάπωνα σαμουράι και μετέπειτα ζεν μοναχού Γιαμαμότο Τσουνετόμο. Η φιλμογραφία του Τζάρμους είναι ένας κόσμος που δεν μοιάζει με κανέναν άλλον. Εχει τις επιρροές του από πολλούς σκηνοθέτες και είδη σινεμά, αλλά τις συνθέτει τόσο μοναδικά που κάθε ταινία του μοιάζει σαν ένα ιδιόρρυθμο μπλουζ των καταραμένων. Ο Τζάρμους δεν αντιγράφεται. Εδώ ακόμα πιο πολύ. Καταφέρνει να ενώσει εκ διαμέτρου αντίθετα μήκη και πλάτη του κόσμου, δείχνοντας έναν άνθρωπο που επιλέγει από την παγκόσμια φιλοσοφία εκείνη που του ταιριάζει να ακολουθήσει σαν τρόπο ζωής. Σημαντικότερο όλων δεν είναι ότι η ταινία θυμίζει διαφορετικές ιστορίες του σινεμά, είναι ότι έχει έναν άξονα ηθικής που είναι άθραυστος. Ο Γκοστ είναι ακέραιος χαρακτήρας, συνειδητά πιστός και ευγνώμων σε αυτόν που τον βοήθησε. Ξεπληρώνει το χρέος του με ολόκληρη τη ζωή, ακόμα και τον θάνατό του. Τα αποσπάσματα του Χαγκακούρε που προβάλλονται εμβόλιμα είναι συστατικά στοιχεία της πλοκής και το βιβλίο Ρασομόν του Ρυουνοσούκε Ακουταγκάβα παραπέμπει στην ουσία της ταινίας του Ακίρα Κουροσάβα, δηλαδή από πόσες οπτικές μπορεί κανείς να δει μια ιστορία. Η μουσική της εξίσου σημαντικό συστατικό σε επαναφέρει στο σήμερα. Θα είχαμε πολλά να πούμε, μα καλύτερα να αφήσουμε και κάτι για την προβολή…

Π. Α. _Ριζοσπάστης

 

 

Μοιραστείτε το: