Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Κώστας Φέρρης: Το «Ρεμπέτικο», ο Σταύρος κι εγώ

Η ιδέα

Στην Αίγυ­πτο, έζη­σα τον πόλε­μο, με τις Συμ­μα­χι­κές δυνά­μεις μαζί με τους Ελλη­νες και Κύπριους φαντά­ρους να εδρεύ­ουν στο Κάι­ρο, το Κίνη­μα της Μέσης Ανα­το­λής, και την κορύ­φω­ση του δρά­μα­τος με τη μάχη του Ελ Αλα­μέιν. Ο πατέ­ρας και τα δύο αδέρ­φια μου υπη­ρε­τού­σαν ως εθε­λο­ντές στον Αγγλι­κό στρα­τό. Υστε­ρα ήρθαν τα γεγο­νό­τα που οδή­γη­σαν στην επα­νά­στα­ση των συνταγ­μα­ταρ­χών, την εξο­ρία του Φαρούκ, την Εθνι­κο­ποί­η­ση της Διώ­ρυ­γας του Σου­έζ, τον πόλε­μο του Πορτ Σάιντ. Ολα αυτά συγκρο­τή­θη­καν στη σκέ­ψη μου με τη θητεία μου στη δημο­σιο­γρα­φία στην εφη­με­ρί­δα ΠΑΡΟΙΚΟΣ, και τη μύη­σή μου στη στοι­χειώ­δη «δια­λε­κτι­κή λογι­κή», που με οδή­γη­σε στη συνεί­δη­ση πως η Ιστο­ρία, με τους πολέ­μους, τις επα­να­στά­σεις και τις κάθε είδους πολι­τι­κές συγκρού­σεις, χρη­σι­μο­ποιεί τον άνθρω­πο, τους απλούς πολί­τες, τον ίδιο τον λαό, ως απλό καύ­σι­μο. Το όνει­ρό μου να «κάνω σινε­μά», μου φώτι­ζε την αλλη­λε­πί­δρα­ση ανά­με­σα στους λαούς και την Ιστο­ρία τους, κι αυτό άλλω­στε στη σκέ­ψη μου ήταν και η ουσία της Αρχαί­ας Ελλη­νι­κής τρα­γω­δί­ας, όπου ο θνη­τός συγκρού­ε­ται και συν­θλί­βε­ται από την ειμαρ­μέ­νη και την υπέρ­τα­τη εξου­σία των θεών. Στη σύγ­χρο­νη επο­χή, αυτή η μετα­φυ­σι­κή «ειμαρ­μέ­νη» δεν μπο­ρεί να είναι άλλη από την ίδια τη μεγά­λη Ιστο­ρία, με την οποία πότε ταυ­τί­ζε­ται και πότε συγκρού­ε­ται ο απλός πολίτης.

Στην Ελλά­δα πλέ­ον, και μια μέρα του 1958, ο φίλος μου και σύντρο­φος στην κοι­νή «ρεμπε­το­λο­γι­κή» έρευ­να Κώστας Καζά­κος, μου περιέ­γρα­ψε την κηδεία της Μαρί­κας Νίνου. Σ’ αυτήν καθρε­φτί­ζο­νταν όλη η έντα­ση της μετεμ­φυ­λια­κής επο­χής και ανα­δει­κνύ­ο­νταν η αλλη­λε­πί­δρα­ση ανά­με­σα στις «μικρές ιστο­ρί­ες» των ανθρώ­πων της φτω­χο­λο­γιάς, με τη «μεγά­λη Ιστο­ρία». Εδώ μάλι­στα, ως συν­δε­τι­κός κρί­κος λει­τουρ­γού­σε ο ίδιος ο πολι­τι­σμός, μια και οι «ήρω­ες» της ιστο­ρί­ας ήσαν δημιουρ­γοί έργων Τέχνης, τρα­γου­διών δηλα­δή που δεν μπο­ρού­σαν παρά να εκφρά­σουν τα πάθη των ανθρώ­πων στον κυκε­ώ­να της ειμαρ­μέ­νης — Ιστο­ρί­ας. Το θέμα ήταν ιδα­νι­κό, και στρώ­θη­κα αμέ­σως στη δου­λειά, με συνερ­γά­τη μάλι­στα στο σενά­ριο τον Στρα­τή Καρά.

Η ιδέα αυτού του σενα­ρί­ου πέρα­σε από σαρά­ντα κύμα­τα και 25 χρό­νια, ως την απο­μά­κρυν­ση από την «αλη­θι­νή ιστο­ρία» και τη Νίνου, με μια «Μαρί­κα» μυθι­κή που συμ­βο­λί­ζει όλες τις Μαρί­κες του ρεμπέ­τι­κου τρα­γου­διού και όχι μόνο. Η ζωή της ορί­ζε­ται από το οικο­γε­νεια­κό της δρά­μα, στη συνέ­χεια από την επαγ­γελ­μα­τι­κή της ενα­σχό­λη­ση με τους αντα­γω­νι­σμούς και τα μικρά δρά­μα­τα, τέλος την αλλη­λε­πί­δρα­ση της ίδιας της Μεγά­λης Ιστο­ρί­ας, από την προ­σφυ­γιά της Σμύρ­νης ως τον Εμφύ­λιο και τη Μετανάστευση.

Η μου­σι­κή

Με τον Σταύ­ρο μάς συνέ­δεε μία αμοι­βαία εκτί­μη­ση, από τα πρώ­τα κιό­λας χρό­νια της καριέ­ρας του. Στο Παρί­σι, στη διάρ­κεια της επτα­ε­τί­ας, δια­σταυ­ρω­θή­κα­με στα στού­ντιο ηχο­γρά­φη­σης, και ήξε­ρε καλά τη δου­λειά που έκα­να (στί­χους και λιμπρέ­το, και μάλι­στα στα Αγγλι­κά) με τον Βαγ­γέ­λη Παπα­θα­να­σί­ου, για την από­δο­ση της Απο­κά­λυ­ψης του Ιωάν­νη σε ένα έργο της ροκ μου­σι­κής που έμελ­λε να έχει τον τίτλο 666. Ετσι, όταν με την επι­στρο­φή μου στην Ελλά­δα και μου ανα­τέ­θη­κε η σκη­νο­θε­σία της σει­ράς «Οι Εμπο­ροι των Εθνών», η πρώ­τη μου σκέ­ψη ήταν να του ζητή­σω να γρά­ψει τη μου­σι­κή. Εκεί­νος με τη σει­ρά του, μου ζήτη­σε να γρά­ψω τους στί­χους του τρα­γου­διού των τίτλων, και προ­έ­κυ­ψε το «Ητα­νε μια φορά» που τρα­γού­δη­σε ανε­πα­νά­λη­πτα ο Νίκος Ξυλού­ρης. Ηταν οι μέρες του Πολυ­τε­χνεί­ου, και ζού­σα­με στιγ­μές μεγά­λης έντα­σης και συναι­σθη­μα­τι­κής φόρ­τι­σης. Ισως είναι αυτό που έδω­σε τη μεγά­λη δύνα­μη του τρα­γου­διού, που ανα­δεί­χτη­κε ως το τρα­γού­δι με τις περισ­σό­τε­ρες επα­νε­κτε­λέ­σεις στην ιστο­ρία του Ελλη­νι­κού τραγουδιού.

Οταν πια το 1982 ήρθε η ώρα να πραγ­μα­το­ποι­ή­σω το παλιό μου εκεί­νο όνει­ρο που θα απο­κτού­σε τον τίτλο «Ρεμπέ­τι­κο», ομο­λο­γώ πως δεν σκέ­φτη­κα τον Ξαρ­χά­κο. Η τάση μου ήταν να χρη­σι­μο­ποι­ή­σω παλιά κλα­σι­κά τρα­γού­δια, που θ’ αντι­στοι­χούν στις επο­χές της εξέ­λι­ξης του ρεμπέ­τι­κου τρα­γου­διού. Είναι εκεί­νος που πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε το σχέ­διό μου — παλιά του είχα μιλή­σει γι’ αυτό — και μου μήνυ­σε πως… θα κάνω μεγά­λο λάθος αν δεν του ανα­θέ­σω τη μου­σι­κή και τα τρα­γού­δια της ται­νί­ας. Φυσι­κά και πέτα­ξα από τη χαρά μου, για­τί εκτός από την εγγυ­η­μέ­νη ποιό­τη­τα και την αξία της μου­σι­κής του, η ιδέα να γρα­φτούν και­νούρ­για τρα­γού­δια με βοη­θού­σε ν’ απο­φύ­γω το φολ­κλο­ρι­κό στοι­χείο που θα προ­έ­κυ­πτε από τη χρή­ση παλιών και πρω­τό­τυ­πων τρα­γου­διών. Με την πρώ­τη κιό­λας συνά­ντη­σή μας, ο Σταύ­ρος — λες και είχα­με συνεν­νοη­θεί — μου έδω­σε το κλει­δί. Αυτό που θ’ απε­λευ­θέ­ρω­νε τα τρα­γού­δια από τον κίν­δυ­νο της γρα­φι­κό­τη­τας μου είπε, ήταν ο στί­χος. Που δεν έπρε­πε να έχει στε­νή σχέ­ση με την επο­χή στην οποία ανα­φέ­ρε­ται, αλλά μια δια­χρο­νι­κή διά­στα­ση, που θα παρέ­πε­μπε ακό­μα και στο σήμε­ρα, χωρίς να γίνε­ται ανα­χρο­νι­στι­κό. Ν’ απο­κτή­σει, προ­σέ­θε­σα εγώ, και μια πολι­τι­κή διά­στα­ση. Μ’ αυτή τη δομή, η ται­νία θα επα­νέ­φε­ρε την τρα­γω­δία στο σήμε­ρα, αφού τα τρα­γού­δια ως χορι­κά θα έκα­ναν ανά­γλυ­φη την αλλη­λε­πί­δρα­ση της ζωής μιας κάποιας Μαρί­κας, με τη Μεγά­λη Ιστο­ρία αυτού του τόπου. Τη σύγκρου­ση δηλα­δή του ανθρώ­που με την ειμαρ­μέ­νη του, ρόλος που απο­δί­δο­νταν στην ίδια την Ιστο­ρία. Είναι αυτό που στη φιλο­σο­φία απο­δί­δε­ται με την έννοια της «ανα­γω­γής του παρα­δειγ­μα­τι­κού στο συνταγ­μα­τι­κό». Και φυσι­κά, για να τον προ­λά­βω μήπως και μου το ζητή­σει, σήκω­σα τα χέρια ψηλά ως προς τον στί­χο! «Μα φυσι­κά!» μου απά­ντη­σε, δια­κιν­δυ­νεύ­ο­ντας την πιθα­νό­τη­τα να με… προ­σβάλ­λει. «Τους στί­χους θα τους γρά­ψει ο Νίκος Γκά­τσος!». Ο κύβος ερρί­φθη. Εγώ άρχι­σα να επεμ­βαί­νω στη μου­σι­κή, κι ο Σταύ­ρος στη σκη­νο­θε­σία! Για καλ­λι­τέ­χνες ακο­μπλε­ξά­ρι­στους που δεν καθο­ρί­ζο­νται από τους εγω­ι­σμούς τους, δεν μπο­ρεί να υπάρ­ξει πιο ηδο­νι­κή συνερ­γα­σία στη δημιουργία.

Η πραγ­μά­τω­ση

Η συνά­ντη­ση με τον Γκά­τσο ήταν μαγι­κή. Και πριν ακό­μα ξεκι­νή­σο­με τη δου­λειά, ο Γκά­τσος μου… ανέ­θε­σε επι­τα­κτι­κά να γρά­ψω το τρα­γού­δι της παρου­σί­α­σης των προ­σώ­πων! «Για­τί;» τον ρώτη­σα βαρύ­θυ­μα… «Για­τί αυτό το τρα­γού­δι είναι σενα­ρια­κό, και πρέ­πει να το γρά­ψει ο σενα­ριο­γρά­φος!» μου απά­ντη­σε. Ετσι προ­έ­κυ­ψε το τρα­γού­δι «Στου Θωμά», που δεν έχει καμία ποι­η­τι­κή ή άλλη προ­έ­κτα­ση, αλλά περιο­ρί­ζε­ται στο «εδώ και τώρα» της ίδιας της κινη­μα­το­γρα­φι­κής μυθοπλασίας.

Ο Γκά­τσος έγρα­ψε τα τρα­γού­δια με μεγά­λη ευκο­λία, και το μόνο που τον… «δυσκό­λε­ψε» ήταν το «Μάνα μου Ελλάς». Είναι η μόνη φορά που ζήτη­σε τη βοή­θειά μου. Του είχε πει ο Σταύ­ρος πως παλιά είχα επι­χει­ρή­σει να γρά­ψω τους στί­χους πάνω στην ίδια μου­σι­κή και δεν είχα κατα­φέ­ρει να τους ολο­κλη­ρώ­σω. Ο Ξαρ­χά­κος επέ­με­νε πως έπρε­πε να χρη­σι­μο­ποι­η­θεί ο όρος Ελλάς, κι εγώ τον μόνο στί­χο που είχα πετύ­χει ήταν «και σαν τη μαύ­ρη πέτρα που κυλά, δεν πιά­νεις ρίζα που­θε­νά!». Αυτή η «πέτρα που κυλά» με οδή­γη­σε στη στι­χουρ­γι­κή του μπλουζ και του γκό­σπελ. Ο Γκά­τσος μ’ άκου­σε προ­σε­κτι­κά, αλλά δε νομί­ζω πως τον βοή­θη­σα. Αντί­θε­τα, ο άνθρω­πος που στά­θη­κε δίπλα του και λει­τούρ­γη­σε απο­φα­σι­στι­κά ως Μού­σα του, ήταν η Αγα­θή Δημη­τρού­κα, που εκεί­νη την επο­χή μετέ­φρα­ζε Λόρκα.

Το «Πρα­κτο­ρείο» γρά­φτη­κε για να το τρα­γου­δή­σει μία ηθο­ποιός της ται­νί­ας, σε μια σκη­νή στον Πει­ραιά του 1925. Τέσ­σε­ρις ώρες βασα­νι­στή­κα­με με την ορχή­στρα, αλλά… η ηθο­ποιός ήταν παρά­φω­νη. Αντί να το παρα­τή­σει ζήτη­σα από τον Ξαρ­χά­κο να το ηχο­γρα­φή­σου­με έστω ως «ντέ­μο» με τη δική του φωνή, και… «αχρεί­α­στο νάναι!». Αυτό και έγι­νε, αλλά… το τρα­γού­δι, σ’ αυτή την — ας πού­με — «πρό­χει­ρη» ηχο­γρά­φη­ση, μας έσω­σε όταν — τελευ­ταία στιγ­μή — βρή­κε τη θέση του. Την παρα­μο­νή του γυρί­σμα­τος του καμπα­ρέ στη Σύρα, 1950, τον πήρα τηλέ­φω­νο. «Αύριο να είσαι στο στού­ντιο, γυρί­ζο­με το “Πρα­κτο­ρείο” με σένα στο πιά­νο, αλλά και στο τρα­γού­δι». Δεν έμα­θα ποτέ αν το δέχτη­κε με χαρά ή ως αγγα­ρεία, αλλά είχα τη χαρά να πετύ­χω την μονα­δι­κή του εμφά­νι­ση σ’ ελλη­νι­κή ται­νία, και μάλι­στα μία εμφά­νι­ση που «έγρα­ψε».

Ο επί­λο­γος

Τα γυρί­σμα­τα ολο­κλη­ρώ­θη­καν με μεγά­λη ευκο­λία, κι αυτό ηχεί παρά­ξε­να για μια ται­νία που φαντά­ζει ως εξαι­ρε­τι­κά δύσκο­λη. Ομως, από την αρχή συνα­ντή­σα­με μια κλι­μα­κού­με­νη εχθρό­τη­τα, τόσο από παρά­γο­ντες του Ελλη­νι­κού κινη­μα­το­γρά­φου, όσο και από… συναδέλφους.

Του Κώστα ΦΕΡΡΗ

«Ναι, αλλά ο Στά­λιν…», του Νίκου Μόττα

Μοι­ρα­στεί­τε το:

Μετάβαση στο περιεχόμενο