Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Μαρξιστές και τραγωδία

Επιμέλεια Αλέκος Χατζηκώστας //

Το παρακάτω άρθρο το «αλιεύσαμε»  από τον ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ  (7/8/1977) και περιέχει σημαντικές επισημάνσεις για το όλο ζήτημα, δηλαδή το πώς αντιμετωπίζει ο  ιστορικός υλισμός το τραγικό και ευρύτερα ο Μαρξισμός την αρχαία  τραγωδία, με πολλές αναφορές στην πρόσληψη της τραγωδίας από τον Μ. Μπρεχτ, καθώς και αναφορές για το σοσιαλιστικό θέατρο. Πρόκειται στην ουσία για την ομιλία που πραγματοποίησε σε Διεθνές Συνέδριο που έγινε στην Αθήνα ο γνωστός μαρξιστής Θεατρολόγος Ερνστ Σουμάχερ *.

« Οι μαρξιστές δεν αγαπούν το τραγικό και σαν παράγωγο αυτού την τραγωδία στα βαθμό που δημιουργεί την εντύπωση ότι η αποτυχία του ανθρώπου είναι μία αιώνια κατηγορία της ύπαρξης.

Δεν πιστεύουν ότι το τραγικό ήρθε στον κόσμο μαζί με τον άνθρωπο και ο άνθρωπος θα μπορέσει ν’ απαλλάξει τον κόσμο απ’ αυτό. Έτσι θεωρούν το τραγικό σαν μία ιστορική κατηγορία και όχι συνυφασμένο με την ανθρώπινη φύση.

Το τραγικό σύμφωνα με τον ιστορικό υλισμό ,απορρέει από την λίγο ανεπτυγμένη ή καθυστερημένη κατάσταση της κοινωνικής ύπαρξης. Η «τραγική ματαιότητα» είναι η ανεπαρκής γνώση των ανθρώπων πάνω στις σχέσεις που συνάπτουν αναγκαστικά με τη φύση και μεταξύ τους. Η ΑΝΑΓΚΗ  της αρχαίας τραγωδίας είναι η ακατανόητη  από τον άνθρωπο αναγκαιότητα στις σχέσεις με τους ίσους του και τη φύση.  Η τραγωδία παρουσιάζεται λοιπόν σαν μία αλλοτρίωση μη αποφασιστική. Μέσα από την τραγωδία ο άνθρωπος για πρώτη φορά και με πλήρη συναίσθηση της αιτιότητας εισδύει σο «Βασίλειο της αναγκαιότητας». Η θυσία  και τα σφάγια μόνο του επέτρεπαν να περάσει στο «Βασίλειο της ελευθερίας».Αυτή είναι η τιμή της «αυτοδημιουργίας του ανθρώπου».Η δράση είναι τόσο υπεράνθρωπη που, στην κλασσική τραγωδία, παραχωρείται μόνο  στους ήρωες, στους ημίθεους .Ο Προμηθέας είναι η υπέροχη προσωποποίηση αυτού του υπεράνθρωπου κατορθώματος.

Αυτός όμως ο προσδιορισμός της τραγωδίας είναι ταυτόχρονα και η πρώτη πράξη του ξεπεράσματος της. Οι αλυσίδες του Προμηθέα συμβολίζουν  την υποταγή του ανθρώπου στη φύση, την οποία δεν έχει ακόμα δαμάσει και στους νόμους της ανθρώπινης συνύπαρξης. Από το αλυσοδέσιμο προηγήθηκε όμως μια ενέργεια, έκλεψε τη φωτιά  από τους θεούς κι αυτή η ενέργεια είναι πια αναπότρεπτη. Συμβολίζει  τη δύναμη του ανθρώπου να αυτοπραγματωθεί μέσα στην ιστορία. Σ’ αυτό το  στάδιο της ανάπτυξης  η αποτυχία του ήρωα είναι αναπόφευκτη, αλλά από το γεγονός αυτό είναι ιστορικά τελειωμένη, όχι αιώνια. Η «τραγική ενέργεια» είναι ταυτόχρονα η «ενέργεια που δημιουργεί την ευτυχία».Το κλειδί της κατανόησης αυτής της διαλεκτικής βρίσκεται στη θέση του Μάρξ που λέει ότι οι  άνθρωποι δεν αναλαβαίνουν ούτε μπορούν ν’ αναλάβουν στόχους άλλους από αυτούς που είναι ικανοί να εκπληρώσουν.

Οι θεωρητικοί της τραγωδίας από τον Αριστοτέλη ως τον Χέγκελ ομόφωνα προσδιορίζουν ένα μόνο στοιχείο τραγικής βάσης, δηλαδή  ένα άτομο ή μια κοινότητα ανθρώπων που με τις πράξεις και τις κινήσεις τους, δείχνουν ότι σκέπτονται να κάνουν καλό, αλλά που επιμένοντας σ’ αυτό ξεπερνούν τον εαυτό τους στην κυριολεξία. Παρ’ όλα αυτά από την άποψη του ιστορικού υλισμού θα αναζητήσουμε την τραγική βάση περισσότερο στον ήρωα ή τους ήρωες που, ενεργώντας έχουν την πρόθεση να επιβάλουν ένα νέο τρόπο ανθρώπινης συνύπαρξης αλλά που παραγνωρίζοντας τις δυνατότητες, ενεργούν πολύ νωρίς ή ωθούνται να το κάνουν χωρίς να έχουν τις επαρκείς δυνάμεις γι’ αυτό ούτε να βοηθιούνται από τις δυνάμεις που ιστορικά, καλούνται να επενεργήσουν στην επόμενη φάση της αυτοαπελευθέρωσης. Μ’  αυτή τη λογική οι Μαρξ και Ενγκελς αρχίζοντας τη συζήτηση με τον Φερτινάν φον Λασάλ για τηνιστορική τραγωδία του «Φρανς φον Ζίκιγκεν»,το 1859 θα προτιμούσαν να είχε κάνει ήρωα ο Λασάλ,στην τραγωδία του, τον Τόμας Μουνστερ, επαναστάτη που έφτασε πολύ νωρίς στη θέση του ιππότη  Ζίκινγκεν, που έφτασε πολύ αργά.

Αλλά η τραγωδία του επαναστάτη που ήρθε πολύ νωρίς και που έχει τον Προμηθέα σαναρχέτυπο, είναι στο βάθος μια πράξη «αποτραγωποίησης» της ιστορίας. Η «αισιόδοξη τραγωδία» που γράφτηκε από τον Βισνέφσκι το  1932 και «ανέβηκε» στη Μόσχα το 1933 παίρνει μια γενικευμένη αξία η θυσία των ναυτών ,ο θάνατος της επιθεωρήτριας, είναι στη δοσμένη εποχή αναπόφευκτα αλλά επιτρέπουν την οικοδόμηση μιας κοινωνίας που δεν θα γνωρίσει πια πολέμους αμυντικούς ή επιθετικούς και όπου η θυσία της ζωής, ατομικά ή συλλογικά δεν είναι πια αναγκαία. Πέφτοντας στη μάχη η επιθεωρήτρια μεταμόρφωσε άριστα  το αρχέτυπο του ανθρώπου που αποτυχαίνει, σε πρότυπο του ανθρώπου που θριαμβεύει. Η κατάργηση των τάξεων που πραγματοποιείται με την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, με τη χειραγώγηση των δυνάμεων της  φύσης και τη δημιουργία μιας κοινωνίας ελεύθερης, δηλαδή η εγκαθίδρυση του κομμουνισμού θα κάνει να εξαφανιστούν οριστικά οι μοιραίες αποτυχίες, οι  καταστροφικές περιπέτειες που πλήττουν το άτομο όπως και τα σύνολα είτε πρόκειται για τάξεις, είτε για λαούς. Η «εξανθρώπιση του ανθρώπου» που διενεργείται μέσα στην πάλη των τάξεων ,αφαιρεί τον τίτλο της αιωνιότητας ,από την «τραγική ιδέα» του Λασάλ. Μιλώντας ιστορικά ο άνθρωπος είναι πολύ κοντά στην ώρα όπου ο τραγικός ήρωας της κλασσικής έκφρασης δεν θα έχει πια λόγο  ύπαρξης. Ήδη από σήμερα, ένας αντιπρόσωπος του παλιού καθεστώτος- ο  καπιταλισμός που ξοφλάει- δεν γνωρίζει πια  τραγική ερμηνεία πάνω στη σκηνή. Δεν εμφανίζεται ,παρά σαν κωμικό ή γκροτέσκο πρόσωπο: ακόμα κι αν θεωρεί τον εαυτό του πάντα αναντικατάστατο, δεν αποτελεί πια τραγική φυσιογνωμία. Δεν υπάρχει πια ούτε η επιθεωρήτρια που θυσιάζεται γιατί η αντικατάσταση του παλιού από το νέο – διαδικασία που χαρακτηρίζει την κομμουνιστική κοινωνία – θα μπορεί να γίνεται χωρίς θύματα ούτε ανθρώπινες θυσίες. Το σύμβολο της σπείρας θα πάρει τη θέση του  συμβόλου του τραγικού τροχού…

Σύμφωνα με τον ιστορικό υλισμό η λειτουργία της τραγωδίας δεν μπορεί καθόλου να περιορίζεται στη λειτουργία της κάθαρσης, όπως ο Αριστοτέλης έκρινε χρήσιμο για την ελληνική δουλοφροσύνη να προκαλεί τον οίκτο   και το  φόβο για τον εξαγνισμό  από αυτές ή εκείνες τις συγκινήσεις. Η διαλεκτική υπέρβαση περιέχεται σ’ αυτή τη σκέψη του Μπρεχτ: «Για τους αρχαίους ο σκοπός της τραγωδίας ήταν να προκαλέσει τον τρόμο και τον οίκτο. Θα εξακολουθούσε να είναι ένας καλός σκοπός μόνο αν με τον τρόμο εννοούσε τον τρόμο των ανθρώπων και με τον οίκτο, τον οίκτο για τους ανθρώπους και ότι το  σοβαρό θέατρο βοηθάει να καταργηθούν οι καταστάσεις ανάμεσα στους ανθρώπους που χαρακτηρίζονται από τον αμοιβαίο τρόμο και τον οίκτο που έχουν ο ένας για τον άλλο».

Η μέθοδος αφομοίωσης για το σοσιαλιστικό θέατρο, ανθρωπιστικό με την πλατιά έννοια, δίνει την προτεραιότητα στις κλασσικές τραγωδίες που παρουσιάζουν τον ήρωα ακόμα κι όταν αποτυχαίνει, έτοιμο να δράσει, να ενεργήσει, δηλαδή την αυτοαπελευθέρωση, την αυτοπραγμάτωση. Είναι λογικό που η Αντιγόνη γίνεται αρχέτυπο του δημιουργού νόμων και ηθών πιο ανθρώπινων,  η Ιφιγένεια την ακολουθεί. Είναι εξίσου λογικό ότι το φεμινιστικό κίνημα πετύχαινε πρόσφατα να ανεβάσει στη σκηνή τα φυσιογνωμία της Μήδειας, χωρίς όμως να κατορθώσει να βγάλει απ’ αυτή τίποτε περισσότερο από μιά αυτοεπιβεβαίωση της αναρχικής ,βίαιης αυτοαπελευθέρωσης. Απ όλους τους μύθους ,πάντως, που έχουν γίνει θεατρικά έργα, ο μύθος του Προμηθέα αποτελεί την πιο δυνατή έκφραση της ορμητικότητας που χαρακτηρίζει τη θέληση του ανθρώπου να απελευθερωθεί απ’ όλες τις μεταφυσικές θεωρίες και την κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στον άνθρωπο.

Στην αφομοίωση της πλειοψηφίας των τραγικών μύθων, θα καταφεύγουμε παρόλα αυτά στην ίδια διαδικασία με τους Έλληνες κλασσικούς ,τον Αισχύλο, το Σοφοκλή και τον Ευριππίδη,να τους δόσουμε μια νέα ερμηνεία, να «ανακυκλώσουμε» την πνευματική τους κατεύθυνση, να δημιουργήσουμε καινούργια «παραδείγματα» ξεκινώντας από τα «αρχέτυπα». Είναι η μέθοδος της «προσαρμογής» που στη Γερμανική Λαοκρατική Γερμανία εφαρμόστηκε με επιτυχία μάλιστα από τους δραματουργούς Χάινερ Μύλλερ και Πέτρε Χανκς. Μ’αυτή την έννοια οι μύθοι δεν είναι πια ιεροί από την κοινωνική τους χρησιμότητα για την κατανόηση των συγχρόνων μας. Υπήρχε βέβαια το πρόβλημα της «ακρίβειας» της παραδειγματικής ερμηνείας γιατί τα κλασσικά πρόσωπα έχουν στο μέγιστο βαθμό την αφαίρεση, την τυποποίηση, την «αντιπροσωπευτικότητα» που τα διαχωρίζουν από τους συγχρόνους.

Το γεγονός ότι οι παλιοί μύθοι μπορούν να αποκτήσουν ειδική επικαιρότητα εφαρμόζοντας την απλή διαδικασία του προλόγου και του επιλόγου, αποδείχτηκε από το Μπρεχτ με τον πρόλογό του στην Αντιγόνη , όπου η συμπεριφορά της Αντιγόνης και της Ισμήνης απέναντι στον σκοτωμένο αδελφό τους τοποθετείται χρονικά στις τελευταίες μέρες της μάχης του Βερολίνου το 1945.Αποφασιστικότερη σημασία είχε το ότι ο Μπρεχτ στο  κείμενο του, παρουσιάζει τον πόλεμο του Κρέοντα ως πόλεμο επιθετικό, βίαιη ενέργεια, αναπόφευκτη συνέπεια ενός αντιδραστικού καθεστώτος σε κρίση και η Αντιγόνη σπρωγμένη από τη πιο βαθιά ανθρώπινη αξιοπρέπεια ,δεν διστάζει ,αντιστεκόμενη ανοιχτά ,να αποτρέψει το λαό της, από τον κίνδυνο να ηττηθεί σ’ έναν  πόλεμο επιθετικό.

«Δεν απαιτούμε αρκετά αν δεν ζητάμε από το θέατρο παρά γνώσεις, έννοιες, αποκαλυπτικές εικόνες της πραγματικότητας. Το θέατρο μας πρέπει να προκαλεί την επιθυμία της γνώσης, να οργανώνει την ευχαρίστηση των αλλαγών της πραγματικότητας. Οι θεατές μας δεν πρέπει μόνο να ακούν την πράξη της απελευθέρωσης του δεσμώτη Προμηθέα αλλά πρέπει εξίσου να παρασύρονται στην επιθυμία να τον απελευθερώσουν.    Όλες τις επιθυμίες και τις ικανοποιήσεις των εφευρετών και εξερευνητών ,τους θριάμβους των απελευθερωτών, το θέατρο μας πρέπει να τις διδάσκει».

Αυτή τη λειτουργία του σύγχρονου σοσιαλιστικού θεάτρου καθορίζει ο Μπρεχτ στην «Πολιτική πάνω στη σκηνή».

Τέτοιες ικανοποιήσεις , επιθυμίες, θριάμβους ,ακόμα και «αισιόδοξες τραγωδίες» δεν μπορούν να τις προκαλέσουν παρά δύσκολα, χωρίς να μιλάμε για τις άλλες, όπου η αποτυχία του ανθρώπου παρουσιάζεται σαν μοιραία, αναπόφευκτη, αιώνια. Αυτά τα αισθήματα προκαλεί περισσότερο η κωμωδία. Οι ήρωές της είναι οι άνθρωποι ταπεινής καταγωγής, οι «κοινοί θνητοί» ,οι μάζες που σε τελευταία ανάλυση αποφασίζουν για την πορεία της ιστορίας…

Ασφαλώς η κωμωδία δεν είναι ο μόνος δρόμος που δείχνει τον κόσμο ,την ιστορία, την ανθρώπινη δράση. Εξίσου όμως γεγονός είναι ότι οι μαρξιστές δεν αγαπούν το τραγικό και την τραγωδία. Τη θεωρούν σαν έκφραση του μάταιου, που προετοιμάζουν μόνοι τους οι άνθρωποι όσο ζουν σε μια κατάσταση αποξένωσης. Δεν πιστεύουμε στην αναγκαιότητα της. Και οι μαρξιστές το αποδείχνουν αυτό μετασχηματίζοντας πραγματικό  την κοινωνία. εσείς είστε λένε στους ανθρώπους ,που ετοιμάζεται μόνοι σας το μέλλον σας. Είστε ο Προμηθέας, δημιουργός της ίδιας της απελευθέρωσης.»

 

* Ο Ερνστ Σουμάχερ (1921-2012) γεννήθηκε στη Βαυαρία. Υπήρξε καθηγητής της Θεατρολογίας  στο πανεπιστήμιο Χούμπολτ (Βερολίνο) της Γερμανικής Λαοκρατικής Δημοκρατίας. Ήταν ένας από τους σημαντικότερους μαρξιστής μελετητής του Μπρεχτ. Υπήρξε μέλος του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου της ΓΛΔ. Έγραψε πέρα από πολυάριθμες μελέτες και δοκίμια, μια σειρά από αφηγήματα, ποιήματα και θεατρικά έργα.