Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Μια ποιήτρια τιμά εκδήλωση για τον Γολγοθά των οικογενειών με αυτιστικά παιδιά

Γρά­φει η Χαρού­λα Βερί­γου \ Ζωή Δικταί­ου

Με την ελπί­δα πως δεν είναι μακριά η μέρα που η κοι­νω­νία μας θα ανοί­ξει διευ­ρύ­νο­ντας τον ορί­ζο­ντα της και θα μας αγκα­λιά­σει περισ­σό­τε­ρο, ελά­τε, να θυμί­σου­με σε όσους το γνω­ρί­ζουν και να γνω­ρί­σου­με σε όσους το αγνο­ούν πως ο αυτι­σμός δεν είναι ούτε αρρώ­στια ούτε ψυχια­τρι­κό νόση­μα, αλλά ένας δια­φο­ρε­τι­κός τρό­πος ύπαρ­ξης, που έχου­με χρέ­ος να απο­δε­χτού­με και να στηρίξουμε.
Ελά­τε, να συμ­βάλ­λου­με όλοι μαζί, ώστε να ανα­τρα­πεί η άγνοια και οι προ­κα­τα­λή­ψεις του κόσμου και αν όχι να σπά­σει, του­λά­χι­στον να ραγί­σει ο φόβος που μας κρα­τά­ει μακριά. Ελά­τε να σας δανεί­σου­με τα μάτια μας, να προ­σεγ­γί­σου­με  και να κατα­νο­ή­σου­με αυτό τον άλλο τρό­πο ύπαρ­ξης, αγκα­λιά­ζο­ντας όλους τους ανθρώ­πους  για έναν καλύ­τε­ρο κόσμο, αύριο, εκεί όπου όλοι είμα­στε ίδιοι στα θέλω και ίσοι στα μπο­ρώ, εκεί που σωπαί­νει ο φόβος και αρχί­ζει το τρα­γού­δι της αγάπης.

             Βιο­γρα­φι­κό σημείωμα
Η Χαρού­λα Βερί­γου — Μπά­ντιου, πεζο­γρά­φος – ποι­ή­τρια, (λογο­τε­χνι­κό ψευ­δώ­νυ­μο Ζωή Δικταί­ου) γεν­νή­θη­κε στον Άγιο Νικό­λαο της Κρή­της το 1962. Μεγά­λω­σε στο Τζερ­μιά­δων του Ορο­πε­δί­ου Λασι­θί­ου. Είναι πτυ­χιού­χος της Σχο­λής Του­ρι­στι­κών Επαγ­γελ­μά­των Κέρ­κυ­ρας. Εργά­στη­κε στον Ξενο­δο­χεια­κό Τομέα, καθώς και στις Σχο­λές Του­ρι­στι­κής Εκπαί­δευ­σης ως Διοι­κη­τι­κή Υπάλ­λη­λος. Συνερ­γά­ζε­ται με τα Δια­δι­κτυα­κά Περιο­δι­κά, Ποιείν, Fractal, Ατέ­χνως, Σβού­ρα, Open book κ.α. Έχει αρκε­τές συμ­με­το­χές σε ημε­ρί­δες και συνέ­δρια. Στί­χοι της έχουν μελο­ποι­η­θεί από τους: Νίκο Ανδρου­λά­κη, Γιώρ­γη Κοντο­γιάν­νη, Ανδρέα Ζιά­κα, Γιάν­νη Νικο­λά­ου, Αλέ­ξαν­δρο Χατζη­νι­κο­λι­δά­κη, Αρε­τή Κοκ­κί­νου και Θοδω­ρή Καστρι­νό. Η μέχρι τώρα εργο­γρα­φία της περι­λαμ­βά­νει τα βιβλία:

  • Αύριο, μια ελιά η μέσα πατρί­δα, Ποι­η­τι­κή συλλογή
  • Λασί­θι, Τόπος Μέγας – Η κού­πα των θεών, Αφήγημα
  • Αύριο, αφή αλμύ­ρας οι λέξεις, Ποι­η­τι­κή συλλογή
  • Αθι­βο­λή γαρύ­φαλ­λο και θύμη­ση κανέλ­λα, Διηγήματα
  • Αύριο στά­χυα οι λέξεις, Ποι­η­τι­κή συλλογή
  • Οι άλλες ν’ απλώ­νουν ρού­χα κι εσύ τρια­ντά­φυλ­λα, Διηγήματα
  • Μια κούρ­σα για τη Χαρι­γέ­νεια, Μυθιστόρημα
  • Αύριο, νυχτώ­νει φθι­νό­πω­ρο, Μυθιστόρημα
  • Ιστο­ρί­ες για φεγ­γά­ρια, Παι­δι­κή Λογοτεχνία

Συμ­με­τέ­χει επί­σης στα συλ­λο­γι­κά έργα:

  • Γράμ­μα­τα της ποί­η­σης, Μονό­λο­γοι, Λογο­τε­χνι­κά Μονο­πά­τια, Λογο­τε­χνι­κό Ολόγραμμα.

Ατέχνως infoΤο κοινωνικό στίγμα του αυτισμού: 
Η εμπειρία της εργατικής τάξης

Μιλά στον «Ριζο­σπά­στη» η ανα­πλη­ρώ­τρια καθη­γή­τρια του Πανε­πι­στη­μί­ου Αιγαί­ου, Ανα­στα­σία Ζήση, υπεύ­θυ­νη της έρευ­νας για την ταξι­κή διά­στα­ση του να μεγα­λώ­νει μια γυναί­κα παι­δί με αυτι­σμό

Οι τερά­στιες δυσκο­λί­ες που αντι­με­τω­πί­ζουν οι οικο­γέ­νειες που μεγα­λώ­νουν παι­διά με ειδι­κές ανά­γκες, γίνο­νται ακό­μα μεγα­λύ­τε­ρες από τις ελλεί­ψεις στις δημό­σιες δομές Υγεί­ας και Παι­δεί­ας, που σε μεγά­λο βαθ­μό «σπρώ­χνουν» στον ιδιω­τι­κό τομέα, με απο­τέ­λε­σμα οι λαϊ­κές οικο­γέ­νειες να βαρυ­γκω­μούν διπλά και τρι­πλά, για να τα βγά­λουν πέρα στις απαι­τη­τι­κές συν­θή­κες που πρέ­πει να αντιμετωπίσουν.

Αυτό ακρι­βώς το γεγο­νός, το ότι οι λαϊ­κές οικο­γέ­νειες που μεγα­λώ­νουν παι­διά με ειδι­κές ανά­γκες πλήτ­το­νται πολ­λα­πλά­σια σε σχέ­ση με τις εύπο­ρες οικο­γέ­νειες που έχουν να αντι­με­τω­πί­σουν αντί­στοι­χες κατα­στά­σεις, έρχε­ται να επι­βε­βαιω­θεί και από μια πρό­σφα­τη επι­στη­μο­νι­κή έρευ­να, που έβα­λε στο επί­κε­ντρό της ακρι­βώς την ταξι­κή διά­στα­ση του ζητήματος.

Συγκε­κρι­μέ­να, πρό­κει­ται για την έρευ­να με τίτλο «Μεγα­λώ­νο­ντας παιδί/ά στο φάσμα του αυτι­σμού: Η ταξι­κή διά­στα­ση». Η έρευ­να διε­ξή­χθη με κύρια ερευ­νή­τρια την αν. καθη­γή­τρια στο Τμή­μα Κοι­νω­νιο­λο­γί­ας του Πανε­πι­στη­μί­ου Αιγαί­ου, Ανα­στα­σία Ζήση, και μέλη της ερευ­νη­τι­κής ομά­δας την καθη­γή­τρια του Queensland Australia Σοφία Μαυ­ρο­πού­λου και την ψυχο­λό­γο Χρι­στί­να Δαρ­δά­νη.

Από την έρευ­να φαί­νε­ται ότι η απου­σία οργα­νω­μέ­νων κρα­τι­κών δομών πλή­ρους στή­ρι­ξης του παι­διού και της οικο­γέ­νειας αφή­νει έδα­φος στον κοι­νω­νι­κό στιγ­μα­τι­σμό, στη διάρ­ρη­ξη των οικο­γε­νεια­κών δεσμών κ.τ.λ. Οι μητέ­ρες κατά κανό­να βιώ­νουν εντο­νό­τε­ρα και σηκώ­νουν το βάρος αυτών των κατα­στά­σε­ων, γι’ αυτό και αυτές μπή­καν στο επί­κε­ντρο της μελέ­της. Αυτό που προ­κύ­πτει, όμως, ξεκά­θα­ρα από την έρευ­να, είναι ότι το βάρος που σηκώ­νουν αυτές οι γυναί­κες είναι πολ­λα­πλά­σιο για όσες προ­έρ­χο­νται από την εργα­τι­κή τάξη σε σχέ­ση με αυτές που ανή­κουν στα υψη­λό­τε­ρα στρώματα.

Τα ευρήματα της έρευνας

Η κύρια ερευ­νή­τρια, Ανα­στα­σία Ζήση, και σημείωσε:

«Η παρού­σα μελέ­τη που διε­ξή­χθη στο πλαί­σιο του ερευ­νη­τι­κού έργου ΑΡΙΣΤΕΙΑ Ι με τίτλο “Κοι­νω­νι­κο­οι­κο­νο­μι­κές ανι­σό­τη­τες και ψυχι­κή κατα­πό­νη­ση: Κοι­νω­νι­κές συν­θή­κες, δρώ­ντες και ιδε­ο­λο­γί­ες των επαγ­γελ­μα­τιών στη σύγ­χρο­νη Ελλά­δα” έθε­σε στο επί­κε­ντρό της τη συσχέ­τι­ση της εμπει­ρί­ας των μητέ­ρων που μεγα­λώ­νουν παιδί/ά στο φάσμα του αυτι­σμού με την ταξι­κή τους θέση, καθώς η έρευ­να στο συγκε­κρι­μέ­νο πεδίο είναι ταξι­κά τυφλή.

Ογδό­ντα τρεις μητέ­ρες (83) παι­διών με αυτι­σμό από την περιο­χή της Θεσ­σα­λο­νί­κης που ανή­κουν σε δια­φο­ρε­τι­κές κοι­νω­νι­κές τάξεις, αφη­γή­θη­καν την εμπει­ρία τους ξεκι­νώ­ντας από τη χρο­νι­κή περί­ο­δο κατά την οποία είχαν παρα­τη­ρή­σει “τα πρώ­τα σημά­δια” μέχρι την παρού­σα κατά­στα­σή τους. Σ’ αυτό το άρθρο παρου­σιά­ζο­νται ορι­σμέ­να από τα ευρή­μα­τα της ποιο­τι­κής ανά­λυ­σης συνε­ντεύ­ξε­ων από 43 μητέ­ρες που ανή­κουν στην εργα­τι­κή τάξη. Μολο­νό­τι το μεγά­λω­μα ενός παι­διού ή παι­διών στο φάσμα του αυτι­σμού απο­τε­λεί για όλες τις μητέ­ρες, ανε­ξάρ­τη­τα της ταξι­κής τους θέσης, έναν ισχυ­ρό βιο­γρα­φι­κό κλο­νι­σμό, για τις μητέ­ρες της εργα­τι­κής τάξης οι βιο­γρα­φι­κές αλλα­γές είναι μαζι­κές και βιώ­νο­νται κάθε λεπτό εντός της καθη­με­ρι­νό­τη­τάς τους. Οι μητέ­ρες της εργα­τι­κής τάξης, σύμ­φω­να με τις αφη­γή­σεις τους, βρέ­θη­καν να βιώ­νουν πιο συχνά και πιο έντο­να την κοι­νω­νι­κή από­στα­ση, να έχουν σημα­ντι­κά μεγα­λύ­τε­ρη χρο­νι­κή καθυ­στέ­ρη­ση στην ορθή διά­γνω­ση και τις κατάλ­λη­λες παρα­πο­μπές σε ειδι­κούς επαγ­γελ­μα­τί­ες. Το κοι­νω­νι­κό στίγ­μα ήταν η κύρια πηγή της ηθι­κής τους εξά­ντλη­σης, ισχυ­ρό­τε­ρη και από την ίδια την αναπηρία.

Επί­σης, οι μητέ­ρες της εργα­τι­κής τάξης τόνι­σαν τις αυξα­νό­με­νες δυσκο­λί­ες που συν­δέ­ο­νται με τη χαμη­λή πρό­σβα­ση σε οικο­νο­μι­κούς πόρους και το συνε­πα­γό­με­νο απο­κλει­σμό από μια γκά­μα θερα­πειών οι οποί­ες είναι απα­ραί­τη­τες για την ποιό­τη­τα ζωής των παι­διών τους.

Οι σύζυ­γοι της εργα­τι­κής τάξης φάνη­καν να έχουν μεγα­λύ­τε­ρες δυσκο­λί­ες ως προς την αφο­μοί­ω­ση της νέας κατά­στα­σης, και αυτός ήταν ένας εξαι­ρε­τι­κά επι­βα­ρυ­ντι­κός παρά­γο­ντας για την ψυχο­λο­γι­κή κατά­στα­ση των μητέ­ρων. Αναμ­φί­βο­λα, οι μητέ­ρες οι οποί­ες εντο­νό­τε­ρα βίω­σαν την απόρ­ρι­ψη, κυρί­ως από τον πατέ­ρα του παι­διού, ήταν εκεί­νες που υπέ­φε­ραν περισ­σό­τε­ρο, ψυχι­κά και σωμα­τι­κά, βιώ­νο­ντας την από­λυ­τη μονα­ξιά και ζώντας στην εγκα­τά­λει­ψη. Αντί­θε­τα, όταν η ποιό­τη­τα της σχέ­σης κρι­νό­ταν από τις μητέ­ρες και συζύ­γους ως θετι­κή, αυτό λει­τουρ­γού­σε ως σημα­ντι­κό αντι­στάθ­μι­σμα και ως σημα­ντι­κή πηγή κοι­νω­νι­κής υπο­στή­ρι­ξης. Το ίδιο βρέ­θη­κε να ισχύ­ει όταν οι μητέ­ρες είχαν τη δυνα­τό­τη­τα για μερι­κή απα­σχό­λη­σή τους και όταν είχαν τη δυνα­τό­τη­τα να χρη­σι­μο­ποι­ή­σουν απο­γευ­μα­τι­νές υπη­ρε­σί­ες που προ­σφέ­ρο­νταν από την τοπι­κή αυτοδιοίκηση.

Οι εκτε­νείς και εμφα­τι­κές ανα­φο­ρές των μητέ­ρων της εργα­τι­κής τάξης για ισχυ­ρές και μαζι­κές στιγ­μα­τι­στι­κές εμπει­ρί­ες κατα­δεί­χνουν πόσο στε­νά συν­δε­δε­μέ­νες θεω­ρού­νται στην ελλη­νι­κή κοι­νω­νία η ευμε­νής μητρό­τη­τα με τη θεσμι­κή και τη συμ­βο­λι­κή συγκρό­τη­ση της μητέ­ρας ως κοι­νω­νι­κού προ­σώ­που. Οταν οι προ­σπά­θειες των μητέ­ρων υπο­νο­μεύ­ο­νται από τις αντι­δρά­σεις του άμε­σου κοι­νω­νι­κού περι­βάλ­λο­ντος και την απου­σία ικα­νών θεσμών, οι μητέ­ρες εκτο­πί­ζο­νται σε τόπους καθη­με­ρι­νής εξο­ρί­ας και σε μια μονα­χι­κή και μονό­δρο­μη πορεία ζωής. Η ηθι­κή λογο­δο­σία των επί­ση­μων και πολι­τεια­κών θεσμών απο­τε­λεί μεί­ζον ζήτη­μα παρα­γω­γής και δια­νο­μής κοι­νω­νι­κής δικαιο­σύ­νης και τήρη­σης των βασι­κών αρχών για ένα κρά­τος δικαί­ου», υπο­γραμ­μί­ζει κατα­λη­κτι­κά η καθη­γή­τρια Αν. Ζήση.

Για τον εντοπισμό του προβλήματος 
και την αντιμετώπιση από τους ειδικούς

Στην έρευ­να παρα­τί­θε­νται μαρ­τυ­ρί­ες των ίδιων των μητέ­ρων στα διά­φο­ρα πεδία που εξε­τά­στη­καν, που δεί­χνουν ακό­μα πιο ανά­γλυ­φα τις δια­φο­ρές που κατα­γρά­φο­νται στο ζήτη­μα, ανά­με­σα στις γυναί­κες της εργα­τι­κής τάξης και εκεί­νες που ανή­κουν σε εύπο­ρα στρώ­μα­τα. Ενα τέτοιο πεδίο ήταν η «ποιό­τη­τα της δια­γνω­στι­κής εμπει­ρί­ας», ο εντο­πι­σμός δηλα­δή του προ­βλή­μα­τος και η αντι­με­τώ­πι­ση των μητέ­ρων από τους ειδι­κούς που έκα­ναν τη διά­γνω­ση του αυτισμού.

Κατα­γρά­φε­ται, λοι­πόν, στην έρευ­να σε σχέ­ση με τις μητέ­ρες της εργα­τι­κής τάξης:

«Η δια­δρο­μή μέχρι την τελι­κή επί­ση­μη διά­γνω­ση περι­γρά­φη­κε από τις περισ­σό­τε­ρες μητέ­ρες των εργα­τι­κών στρω­μά­των ως μια εμπει­ρία χαο­τι­κή, με μεγά­λη χρο­νι­κή καθυ­στέ­ρη­ση, ακα­τάλ­λη­λη καθο­δή­γη­ση και αρνη­τι­κή διά­δρα­ση ή μη διά­δρα­ση με τους επαγ­γελ­μα­τί­ες. Είναι αντι­προ­σω­πευ­τι­κά τα απο­σπά­σμα­τα που ακολουθούν:

“Δηλα­δή πολύ ξερά, πολύ ψυχρά, του τύπου ότι: Να ξέρε­τε ότι είναι αυτι­στι­κό! Ετσι. Και λέω εγώ, ωραία, εντά­ξει. Το πρώ­το σοκ ας πού­με… και λέω: Το οποίο σημαί­νει; Λογι­κή ερώ­τη­ση. Ε, εντά­ξει, να μην περι­μέ­νε­τε και πολ­λά… ξέρω εγώ, πολύ ψυχρά, πολύ κάθε­τα, να μην σου εξη­γή­σει τίπο­τα, έτσι…”.
“Πήγα­με έξω σε ανα­πτυ­ξιο­λό­γο, όχι ότι έκα­νε κάτι ιδιαί­τε­ρο, απλώς τον είδε που πήγαι­νε από εδώ, που πήγαι­νε από ‘κει [το παι­δί]: Α! Μάλι­στα, είναι υπερ­κι­νη­τι­κός! Εχει και αυτι­σμό! Αυτό. Δεν του έκα­νε κάτι άλλο για να το δει…”.

Τα συναι­σθή­μα­τα που φάνη­καν να κυριαρ­χούν εκεί­νη την περί­ο­δο ήταν η τυραν­νι­κή αβε­βαιό­τη­τα και η από­γνω­ση των μητέ­ρων λόγω της έλλει­ψης καθο­δή­γη­σης από τους επαγ­γελ­μα­τί­ες. Ενδει­κτι­κές είναι οι απο­τι­μή­σεις τους:

“Ενα κενό. Δεν ήξε­ρα τι είναι, ναι. Για­τί δεν υπήρ­χε ένας άνθρω­πος να μου εξη­γή­σει, να με πάρει μια-δυο ώρες και να μου πει το και το, αυτό συμ­βαί­νει έτσι, έτσι, έτσι (…) Είναι πολύ δύσκο­λες κατα­στά­σεις. Θα πρέ­πει να είναι πολύ υπεύ­θυ­νοι οι άνθρω­ποι, να εξη­γή­σου­νε μία μητέ­ρα, όποια ηλι­κία και να έχει το παι­δά­κι… Μπο­ρεί κάποιος να μην έχει πεθε­ρά, μπο­ρεί να μην έχει συγ­γε­νείς, μπο­ρεί να μην έχει τίπο­τα, τι γίνε­ται αυτός ο άνθρωπος”;
“…Θεω­ρώ ότι είναι μεγά­λο λάθος του για­τρού, τον εκτι­μώ πάρα πολύ, αλλά έπρε­πε εγώ να ρωτάω, τι μου συμ­βαί­νει, τι θα μου έρθει, για­τί θέλει ο γονιός να ξέρει τα πάντα. Για­τί έτσι ξαφ­νι­κά, όπως σου λέει κάποιος για­τρός έχεις μία ασθέ­νεια, θέλεις να ξέρεις όμως, τι θερα­πεία θα χρη­σι­μο­ποι­ή­σω; Τι θα κάνω;”».

Αντί­θε­τα, οι αντί­στοι­χες εμπει­ρί­ες εντο­πι­σμού και διά­γνω­σης του αυτι­σμού για τις μητέ­ρες από τα πιο εύπο­ρα στρώ­μα­τα ήταν πολύ πιο ποιο­τι­κές. Κατα­γρά­φει η έρευνα:

«Οι μητέ­ρες που εργά­ζο­νταν ως υψη­λά εξει­δι­κευ­μέ­να στε­λέ­χη, κυρί­ως λόγω της ειδι­κό­τη­τάς τους — αρκε­τές είναι για­τροί — φάνη­καν να είναι σε μεγα­λύ­τε­ρη εγρή­γορ­ση εντο­πι­σμού των πρώ­των ενδεί­ξε­ων και ανα­ζή­τη­σαν επαγ­γελ­μα­τι­κή βοή­θεια πριν τα δύο έτη του παι­διού. (…) Η πρώ­τη επα­φή ήταν συνή­θως με ιδιώ­τη επαγ­γελ­μα­τία και σε γενι­κές γραμ­μές, μια σχε­τι­κά ικα­νο­ποι­η­τι­κή ποιό­τη­τα επα­φής (…) Οι συγκε­κρι­μέ­νες μητέ­ρες ήταν κυρί­ως προ­σα­να­το­λι­σμέ­νες στην επί­τευ­ξη λύσε­ων και μαθη­σια­κών έργων των παι­διών τους, κατά βάση μέσα από την παρο­χή ιδιω­τι­κών εξει­δι­κευ­μέ­νων θεραπειών».

Το γεγο­νός ότι η έλλει­ψη πλή­ρους κρα­τι­κής μέρι­μνας, φρο­ντί­δας και υπο­στή­ρι­ξης των οικο­γε­νειών με παι­διά με ειδι­κές ανά­γκες πλήτ­τει κατά­φω­ρα τις γυναί­κες της εργα­τι­κής τάξης, γίνε­ται φανε­ρό και από τα παρα­κά­τω απο­σπά­σμα­τα της έρευ­νας που αφο­ρούν το πεδίο των «θερα­πευ­τι­κών δια­δρο­μών». Γρά­φει η έρευ­να παρα­θέ­το­ντας και τις σχε­τι­κές μαρτυρίες:

«Το κοι­νό προ­ε­ξέ­χον χαρα­κτη­ρι­στι­κό στις συνε­ντεύ­ξεις των μητέ­ρων από τα εργα­τι­κά στρώ­μα­τα ήταν οι αρνη­τι­κές εμπει­ρί­ες θυμα­το­ποί­η­σης που ανέ­φε­ραν από “ειδι­κούς” και “επαγ­γελ­μα­τί­ες”, όπως και η πολύ περιο­ρι­σμέ­νη και συχνά προ­βλη­μα­τι­κή πρό­σβα­ση σε υπη­ρε­σί­ες κρα­τι­κής πρό­νοιας και φροντίδας.

“Για­τί δε σε βοη­θά­ει κανείς, πολύ περισ­σό­τε­ρο το κρά­τος, δεν το συζη­τά­με. Μετά ήρθαν οι καλοί ανα­πτυ­ξιο­λό­γοι ξέρεις απ’ έξω, μετά πλά­κω­σαν και τα κορά­κια από δίπλα οι.. πώς τους λένε.. οι λογο­θε­ρα­πευ­τές, εργο­θε­ρα­πευ­τές και λοι­πά. Άλλες φορές κάνουν δου­λειά, άλλες φορές δεν κάνουν και σε κοροϊ­δεύ­ουν. Αυτό είναι άλλη ιστο­ρία, πονεμένη…”.
“Οτι πέρ­σι πηγαί­να­με, πέρ­σι και το μισό χρό­νο πρό­περ­σι, σε ένα κέντρο λογο­θε­ρα­πεί­ας και σε ένα κέντρο εργο­θε­ρα­πεί­ας ξεχω­ρι­στό, το οποίο δεν κάνα­νε καθό­λου δου­λειά, ειδι­κά το κέντρο εργο­θε­ρα­πεί­ας ήτα­νε… κορόι­δευαν κόσμο…”».

Δεί­τε και_Ριζο­σπά­στης

 

 

Μοι­ρα­στεί­τε το:

Μετάβαση στο περιεχόμενο