• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Η ποίηση στα χρόνια της καπιταλιστικής κρίσης

Σχολιάζει ο Ειρηναίος Μαράκης //

Πληθαίνουν μέρα με τη μέρα, λεπτό με το λεπτό τα σχόλια και οι παρατηρήσεις για την ποίηση από ανθρώπους που ασχολούνται συστηματικά με αυτή την υψηλή και δύστροπη τέχνη και ιδιαίτερα με την ποιητική έκφραση της σύγχρονης εποχής μιλώντας για την ποίηση της κρίσης ή και για την ποίηση της αγανάκτησης και με αφορμή ότι αρκετά ποιήματα και συλλογές ασχολούνται με ιδιαίτερη προσοχή και ενδιαφέρον με τα καθημερινά και με παλιές αιτίες προβλήματα της μετανάστευσης και της προσφυγιάς, της φτώχειας και της εξαθλίωσης.

Οι κοινωνικοί προβληματισμοί, η κοινωνική και αγωνιστική απογοήτευση, η ανάδειξη της ψυχολογίας (ατομικής και συλλογικής) ως καθοριστικού παράγοντα για μια ποίηση της αμφισβήτησης, η αστική μοναξιά, ο χρόνος και η ιστορία του τόπου, η σάτιρα και η οργή, η φασιστική απειλή, οι προσωπικές ιστορίες διάφορων προσώπων που αντιπροσωπεύουν τους εξαθλιωμένους της γης και διάφορες γενικεύσεις σχετικά με τα προαναφερθέντα θέματα εντοπίζονται, εντοπίζονται σε μία σειρά διαφορετικών μεταξύ τους ποιητών. Αυτή η τάση, σε σύνδεση πάντα με την αναζήτηση μιας ποιητικής φόρμας, με έντονη προφορικότητα ή με ένα σχηματικό πεζογραφικό λόγο αλλά και αξιοποιώντας τις κατακτήσεις των προηγούμενων ποιητικών γενιών, γιγαντώνεται όσο η καπιταλιστική κρίση βαθαίνει και εξαθλιώνει όλο και μεγαλύτερο μέρος της επισφαλούς εργαζόμενης πλειοψηφίας ανεξαρτήτως ηλικίας.

Το παρελθόν, ιστορικό και φανταστικό, πραγματικό και κατασκευασμένο στα εργαστήρια των αστών ιστορικών και οικονομολόγων αλλά και η πραγματική ιστορία που γράφεται καθημερινά, συνειδητά ή και ασυνείδητα, στους δρόμους, στις απεργίες, στα στρατόπεδα συγκέντρωσης προσφύγων, στις ουρές της Εφορίας και των ΚΕΠ, στα σπίτια με έλλειψη θέρμανσης, στα καταφύγια αστέγων είναι το υπόβαθρο που αναπτύσσεται αυτή η τάση της ποίησης μας που κάποιοι ονομάζουν ποίησης της κρίσης ή και ποίηση της αγανάκτησης ενώ υπάρχουν κι αυτοί που αρκούνται σε μια ιδεαλιστική προσέγγιση αυτών των ζητημάτων ή και σε μία, ηθελημένη στις περισσότερες φορές, άγνοια αυτών των ζητημάτων. Με βάση αυτή την οπτική θέσεις που καταγγέλλουν ποιητικές δημιουργίες λίγο έως πολύ ως προπαγανδιστικές, γιατί δήθεν μοιάζουν με προκηρύξεις (δηλαδή, τι κακό έχουν οι προκηρύξεις;) είναι άκαιρες και οπωσδήποτε άκομψες ενώ υπηρετούν, έστω και άθελα τους, άλλες λογικές.

Οι σχετικοί σχολιασμοί για αυτή την ανερχόμενη τάση ξεκινούν σε πολλές περιπτώσεις από τον ορισμό της Ποίησης, τι είναι δηλαδή και τι εκφράζει. Από την πλευρά μας, μπορούμε να πούμε πως η Ποίηση και η Τέχνη γενικότερα, πρώτα και πάνω απ’ όλα είναι δημιουργία, είναι έρωτας, είναι κατάθεση ψυχής. Με την ποίηση, η οποία αποτελεί μια φυσική διαδικασία, είτε ως αναγνώστες, είτε ως ενεργοί ποιητές, μαθαίνουμε να θυμόμαστε, να κρατάμε υψηλό το φρόνημα για τη ζωή. Με λίγα λόγια γράφουμε, διαβάζουμε και τραγουδάμε την ποίηση γιατί είναι μέσα στη φύση μας. Μέσα από την ποιητική διαδικασία, που ίσως είναι και η ανώτερη μορφή ανθρώπινης επικοινωνίας και διαλόγου, μπορούμε να χτίσουμε τις βάσεις για ένα νέο, διαφορετικό και όμορφο κόσμο! Γιατί περισσότερο απ’ όλα η ποίηση είναι η ίδια η ζωή, είναι βίωμα, είναι αντίσταση. Και θέλουμε ιδιαίτερα και μέσα από αυτή την παρέμβαση να υπενθυμίσουμε την άποψη που έχουμε εκφράσει και αλλού (1), ότι ενώ υπάρχουν διάφοροι δημιουργοί, τεχνοκριτικοί, ακόμα και ποιητές που υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχει ή δεν μπορεί να βρεθεί ένας ικανοποιητικός ορισμός για την ποίηση. Κι αυτοί δεν είναι άλλοι από διάφορους ποιητές που είτε δεν ασχολούνται με τα καθημερινά ζητήματα, είτε τα προσπερνούν επιδεικτικά, ακόμα κι όταν χρησιμοποιούν μια κάποια… αγωνιστική φρασεολογία.

Στην πραγματικότητα, όλα αυτές οι θεωρίες και οι απόψεις είναι απλώς γελοίες, οπωσδήποτε ιδεαλιστικές και σχεδόν μεταφυσικές. Φυσικά, ο σκοπός τους δεν είναι άλλος από το να δώσουν την εντύπωση πως η ποίηση είναι κάτι το ιερό, κάτι το απόκρυφο που μόνο οι μύστες μπορούν να ερμηνεύσουν τα σημάδια της. Αυτό μας οδηγεί με σίγουρο τρόπο να αναγνωρίσουμε ότι κάποιοι (ποιοι;) γνωρίζουν και φοβούνται τον απελευθερωτικό ρόλο που έχει η ποίηση και η τέχνη γενικότερα και γι’ αυτό σαμποτάρουν τη συγκεκριμένη διαδικασία. Ας είμαστε ξεκάθαροι όμως, όταν λέμε για ποίηση εννοούμε (ή πρέπει να εννοούμε) την ποίηση που οι απλοί άνθρωποι μπορούν ή πρέπει να δημιουργούν. Αυτού του είδους η ποίηση, δηλαδή η δυνατότητα της ποίησης να απελευθερώσει – σ’ ένα βαθμό τουλάχιστον – από διάφορα ιδεολογικά δεσμά, βρίσκεται στο στόχαστρο. Κι όχι η ποίηση, η λογοτεχνία, δηλαδή ο ενοχλητικός και μικροαστικός ελιτισμός των σαλονιών, με τα ηχηρά ονόματα, τις υπόγειες διασυνδέσεις, την σχέση με την εξουσία, με την διανόηση που συντάσσεται με τα μεγάλα, επιχειρηματικά συμφέροντα, που υπερασπίζεται και προάγει τον ρατσισμό και τις κοινωνικές ανισότητες καθώς και που προωθεί την εισβολή ιδιωτικών ιδρυμάτων και χορηγών στις σχολές Καλών Τεχνών και στα πανεπιστήμια, χτίζοντας μια πολιτιστική εκπαίδευση και παρέμβαση για τους ελάχιστους.

apergies

Σε αυτό το σημείο είναι απαραίτητο να σημειώσουμε ότι η τάση για μια ποίηση της κρίσης ή της αμφισβήτησης δεν είναι κάτι το καινούργιο στη λογοτεχνία μας, ιδιαίτερα εάν συνυπολογίσουμε πως ιστορικά και χρονολογικά οικονομική κρίση κυρίως και λιγότερο πολιτική κρίση, έχουμε ήδη από την δεκαετία του  ’70, η λεγόμενη, λανθασμένα, κρίση του καζινοκαπιταλισμού. Φυσικά, και σε σχέση με την επαφή με τις προηγούμενες γενιές, δεν υπάρχει ένας άκρατος μιμητισμός αλλά μια γόνιμη επαφή με τις προηγούμενες ποιητικές και κοινωνικές γενιές (από τη «Γενιά του ιδιωτικού οράματος» μέχρι πολύ παλαιότερους ποιητές), επηρεασμένη άμεσα από τα νέα δεδομένα και τις πρόσφατες εξελίξεις τόσο στο κοινωνικό πεδίο, όσο και στην ποιητική έκφραση. Επίσης, δεν πρέπει να παραβλέψουμε αυτό που σημειώνει κι ο ποιητής και δοκιμιογράφος Δήμος Χλωπτσιούδης στην παρέμβασή του «Η ποίηση της γενιάς της κρίσης/ποιητές της αγανάκτησης» (2) ότι «η ποίηση στην εποχή της κρίσης δε θα μπορούσε να αποφύγει (και δεν αποφεύγει, θα συμφωνήσουμε) την μεταμοντέρνα αναφορά στη διάλυση και τα πάθη της κοινωνίας. Οριοθετημένη από το οικείο και το ευανάγνωστο εμπλουτισμένη με το συναίσθημα και το παιχνίδισμα των λέξεων που μεταφέρουν μηνύματα και εικόνες, δεν έχει στόχο να πείσει, όπως σημείωνε ο Σεφέρης, αλλά να προκαλέσει συναίσθημα, να αφυπνίσει, να προκαλέσει. Αμφισβητεί τον προηγούμενο μεταμοντερνισμό, διαφωνεί με την ελιτίστικη εικόνα που αναπτύχθηκε για την Ποίηση τις προηγούμενες δεκαετίες και αναζητά διεξόδους μέσα από την Τέχνη. Δε θέλει να επαναστατήσει πολιτικά (άλλωστε η Τέχνη δεν προκαλεί επαναστάσεις), αλλά καλλιτεχνικά. Η νεώτερη ποιητική γενιά με δεδομένη την βιωματική εικόνα χάους αναζητά ακόμα τη δική της καλλιτεχνική νόρμα, το δικό της ύφος που θα συγκροτήσει μια πραγματική ποιητική γενιά. Τούτο εσωκλείει μια δυναμική και αναδεικνύει μια μοναδική κινητικότητα […]»

    Εδώ βέβαια, δεν μπορούμε παρά να εντοπίσουμε μια ισχυρή και πολύ έντονη αντίφαση. Ενώ ένα σημαντικό μέρος αμφισβητεί γόνιμα τον μεταμοντερνισμό, που στην πολιτική εκφράστηκε με τον κατά Φουκουγιάμα τέλος της ιστορίας και την αστική διήγηση ότι η ανθρωπότητα θα προχωρήσει σε μια νέα ηθική, ειρηνική και οικονομική ανάπτυξη μετά το τέλος των χωρών του κρατικού καπιταλισμού στην πρώην ΕΣΣΔ, αλλά από την άλλη δεν θέλει να επαναστατήσει, ή έστω να δράσει σ’ ένα απλό, ακτιβιστικό πλαίσιο που είναι ακριβώς η εφαρμογή του μεταμοντερνισμού στην καθημερινότητα των απλών ανθρώπων που επιβάλλει σε ορισμένους σοφούς και ιδανικούς, είτε πολιτικούς, είτε τεχνοκράτες, είτε πολιτικούς, είτε ποιητές να οργανώσουν την ζωή μας και τις απόψεις μας. Όμως, κι εδώ αποδεικνύεται πως η ποίηση και η τέχνη στα χρόνια της καπιταλιστικής κρίσης δεν έχει ενιαία έκφραση, υπάρχουν κι εκείνοι οι δημιουργοί σε όλες τις μορφές τις καλλιτεχνικής έκφρασης που πραγματικά έχουν ξεπεράσει τον σκόπελο της μη δράσης και ασχολούνται με κοινωνικά ζητήματα, συνδεόμενοι με τους κοινωνικούς και ταξικούς αγώνες που ξεδιπλώνονται σε κάθε γωνιά της χώρας, ερχόμενοι σε επαφή με ανερχόμενες καλλιτεχνικές δράσεις τόσο στο εσωτερικό της χώρας, όσο και με το εξωτερικό – αυτοί είναι που πραγματικά διεκδικούν να αλλάξει ο κόσμος προς το καλύτερο, χωρίς εκμετάλλευση και χωρίς ίχνος υποταγής σε αλλότρια συμφέροντα. Μπορούμε λοιπόν να πούμε πως ενώ η πρώτη κατηγορία, οι ποιητές και οι καλλιτέχνες που αμφισβητούν τον μοντερνισμό δεν προχωρούν (αλλά ελπίζουμε να προχωρήσουν) και σε μια περισσότερο υλική εφαρμογή των αμφισβητήσεων τους αποτελούν τους… «συνοδοιπόρους» της εργαζόμενης πλειοψηφίας στον αγώνα και στην ατελή προσπάθεια για την κοινωνική απελευθέρωση, ενώ οι ποιητές και οι δημιουργοί που ταυτίζουν με κάποιο τρόπο το έργο τους με τον πολιτικό ακτιβισμό, είναι περισσότερο «δικοί» μας. Αναμφίβολα, και οι δύο πλευρές, είναι σύμμαχοι στον δρόμο της αναζήτησης για μια άλλη κοινωνική ή πολιτιστική αναζήτηση και όχι εχθροί, έχοντας τη δυνατότητα να προσφέρουν πάρα πολλά σε όλους μας.

Και στις δύο περιπτώσεις βέβαια εντοπίζονται κοινές θεματικές, σχετικά με την κοινωνική δικαιοσύνη, με τα ανθρώπινα δικαιώματα κ.α. ενώ, όπως αρμοδιότεροι από εμάς έχουν εντοπίσει, επιστρέφει μορφολογικά και αναπτύσσεται η χρήση της ομοιοκαταληξίας και του  μετρικού στίχου, χωρίς αυτό να αποτελεί βέβαια οπισθοδρόμηση κι αυτό γιατί, κατά τη γνώμη μας, είναι το περιεχόμενο και οι ιδέες που καθορίζουν το έργο και όχι η μορφή αν και υπάρχει ο σοβαρός κίνδυνος η μορφή να επιβληθεί του περιεχομένου και να αμβλύνει τις όποιες αιχμές του όποιου δημιουργήματος – αλλά αυτό ακόμα και με τον ελεύθερο στίχο μπορεί να συμβεί, ιδιαίτερα που στα χρόνια μας ο ελεύθερος στίχος έχει γίνει από διάφορους μεγαλόσχημους ποιητές της τρύπιας δεκάρας ακαδημαϊκό εργαλείο και ενσωματωμένο να υπηρετεί μια στείρα, ιδιωτική και… ιδιωτικοποιημένη ποίηση της επιπολαιότητας. Επίσης, παρατηρείται στην ποίηση της καπιταλιστικής κρίσης και η πολύπλευρη χρήση διάφορων ποιητικών μορφών, μέτρων και εκφράσεων, είναι η αναζήτηση της ικανότερης ποιητικής μορφής που μπορεί α εκφράζει τις ανάγκες και τις ιδέες του ποιητή ενώ αυξάνονται οι κοινές δράσεις και η σύνδεση με άλλες μορφές τέχνης, δημιουργώντας όμορφες κι ενδιαφέρουσες καλλιτεχνικές συνθέσεις ενώ δεν λείπουν και οι ποιητικές εκδόσεις που δεν προχωρούν παραπέρα από τις προθήκες ενός βιβλιοπωλείου ενώ όλα αυτά τα έργα αντιμετωπίζουν το πρόβλημα της προώθησης και της έκδοσης καθώς και του υψηλού κόστους που έχει μια τέτοια απόπειρα – οι μεμονωμένες προσπάθειες αντιμετώπισης αυτού του προβλήματος, ενώ αξίζουν συγχαρητηρίων, της στήριξης και της προσοχής μας, δεν μπορούν να ξεφύγουν της συντεχνιακής λογικής και της στήριξης των δικών μας φωνών κάτι που από τη μία δίνει υποστήριξη στις όποιες νέες φωνές, κι έχουν αναδειχθεί ελπιδοφόροι νέοι ποιητές από αυτές τις προσπάθειες, και από την άλλη δημιουργεί έναν περιορισμένο κύκλο που άλλοι, ηθελημένα ή αθέλητα, δεν έχουν θέση.

Κλείνοντας τούτη την ατελή και πρόχειρη, σχεδόν επιπόλαιη παρέμβαση, που δεν παίρνει τίποτα ως οριστικό ή και ως απόλυτα σωστό, θέλουμε να τονίσουμε πως τα ποιήματα και οι καλλιτεχνικές δημιουργίες μπορούν και χρειάζεται να εκφράζουν τις ανάγκες και τις ανησυχίες των συνανθρώπων μας, της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων. Είναι αναγκαίο να λαμβάνουν ξεκάθαρη θέση απέναντι στα κοινωνικά προβλήματα και σε αυτούς που τα δημιούργησαν και να διεκδικούν παράλληλα μια διαφορετική, ελεύθερη και αληθινά δημοκρατική κοινωνία, χωρίς ιδεολογικά και κυρίως οικονομικά δεσμά, χωρίς ανισότητες. Να βρίσκονται πρέπει απέναντι στην εμπορευματοποιημένη τέχνη και στους μηχανισμούς ιδεολογικής μας καταστολής. Επίσης, το βίωμα, οι εμπειρίες και οι γνώσεις έχουν και πρέπει να έχουν τεράστιο ρόλο σε αυτά που γράφονται – δεν γίνεται αλλιώς, χωρίς τον εαυτό τους, οι ποιητές και η προσπάθειά τους καθώς και το κοινωνικό περιβάλλον που τους αλλά και μας περιβάλλει θα μοιάζει μάταια και ανούσιο, ακόμα κι όταν κάποιοι θα εκφράζουν αντιδραστικές θέσεις και ιδέες ή, στην καλύτερη περίπτωση, θέσεις ατομικές και ιδεαλιστικές. Χρειάζεται λοιπόν, οι ποιητές της καπιταλιστικής κρίσης να παίρνουν, όπως και κάνουν δηλαδή, θέση. Να ανατρέπουν, όσο μπορούν και όσο αντέχουν, τα καθιερωμένα, ακόμα και στη γλώσσα ή την μορφή – όσο δύσκολο κι αν είναι αυτό.

Αλλά πέρα από την μορφή, τους τρόπους έκδοσης και τα θέματα που προσεγγίζουν οι ποιητές της καπιταλιστικής κρίσης, και όχι απλά της κρίσης – χωρίς τον αναγκαίο αυτό προσδιορισμό δεν μπορούμε να εστιάσουμε και να εξετάσουμε σωστά στο πρόβλημα ενώ δίνουμε συγχωροχάρτι σε αυτούς που δημιούργησαν αυτή την απεχθή κατάσταση, υπάρχουν και άλλα ζητήματα που (πρέπει να) απασχολούν τους ποιητές και τους καλλιτέχνες, όπως η σχέση τους με το κοινό, κι αυτό ελπίζουμε, πρώτα ο… Μαρξ, να σχολιάσουμε σε κάποια επόμενη παρέμβασή μας.

 

Παραπομπές:

1) Ειρηναίος Μαράκης, Το δικαίωμα στο ψωμί και το τραγούδι, Το Κόσκινο (21/1/2017)

2) Δήμος Χλωπτσιούδης, Η ποίηση της γενιάς της κρίσης/ποιητές της αγανάκτησης, τοβιβλίο.net (3/1/2015)