• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

«Το παρελθόν κρατά  πολύ»: η λογοτεχνική «πράξη» του Αλέκου Χατζηκώστα

Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης* //

«Είναι η σιωπή που λάμνει στα νερά προς μαύρο του κυπαρισσιού και πέτρας της αμνήμονος» (Χρήστος Μπουλώτης, «Η ΝΗΣΟΣ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ» ΤΟΥ ΒΟCKLIN). 

biblioΟ εκδότης και δημοσιογράφος της εφημερίδας ‘Η άλλη άποψη’ Αλέκος Χατζηκώστας, συνεχίζει την δική του ‘πλοήγηση’ στο λογοτεχνικό γίγνεσθαι, αυτήν την φορά με το μυθιστόρημα ‘Το παρελθόν κρατά πολύ’. Έχουν προηγηθεί το συμβολικό-‘πραγματικό’  ‘Δυτικά του Αλιάκμονα’ και η πολύσημη ‘Σχεδία Μνήμης’. Το νέο του μυθιστόρημα ‘διαρκεί πολύ’.

Με βιωματικές αναφορές, με μία εν γένει ιδεολογική σκευή που ενυπάρχει στα πρόσωπα και στις ζωές τους, ο Αλέκος Χατζηκώστας, κινεί για την δημιουργία ενός μείγματος λέξεων και σημασιών, για τη σύζευξη-συνάρθρωση αντιθετικών ταυτοτήτων, για την πραγματοποίηση ενός σπινουζικού πειράματος, που τον εγκιβωτίζει στο ‘χώρο’ ενός καθρέφτη που αφήνει να πέφτουν ιστορίες, τυπικές & άτυπες συνάμα, ιστορίες που καταλήγουν βαθιά, ιστορίες «απείραχτες & ανέγγιχτες»: και το πείραμα του; να τις καταστήσει ορατές, να τις ψηλαφήσει και γνωρίσει και ο ίδιος, να τις βγάλει από την «αρχαία σκουριά» για να δανειστούμε και τον τίτλο του κλασικού βιβλίου της Μάρως Δούκα.

Ο τίτλος προσδιορίζεται νοηματικά, δίδει στοχεύσεις, νοηματοδοτεί τον ίδιο το χρόνο, εναλλασσόμενος με τη γνωστή ρήση του Γάλλου μαρξιστή φιλοσόφου Λουί Αλτουσέρ: ‘το μέλλον διαρκεί πολύ’.  Ο χρόνος δεν σταματά, αλλά συμπυκνώνεται. Στο μυθιστόρημα του Αλέκου Χατζηκώστα, «ανακαλείται» & «προσκαλείται» ως μνήμη ανοιχτή και ως ιστορικότητα (στην ιστορία, πολλές φορές, η ίδια η πράξη συμβολοποιείται), ως ‘τραυματική’ συνείδηση που εγγίζει τον συγκαιρινό κρισιακό χρόνο.

Ο πρωταγωνιστής, το αενάως κινούμενο σύμβολο, ασκεί το επάγγελμα του δημοσιογράφου, ενός χώρου που βιώνει με έντονο τρόπο τις συνέπειες της βαθιάς κρίσης του ελληνικού κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού. Όντας η «ενσάρκωση» μίας κρίσης που εμβαθύνει, προκαλώντας κοινωνικές-ταξικές μεταβολές, ο δημοσιογράφος προσφέρει & δίνει, ‘εργαλειοποιεί’ την ίδια την έννοια του «κρυφού» (και επώδυνου) συμβιβασμού: ‘δομική’ προσαρμογή έναντι απόλυσης, ‘κάτι’ που, την ίδια στιγμή, δεικνύει και αντανακλά τα μικρά και μεγάλα συμβάντα της οικονομικής κρίσης[1], τις επί τα χείρω μεταβολές στο πεδίο των εργασιακών σχέσεων, μεταβολές που ‘εγκιβωτίζονται’ στον πυρήνα και στον ‘τρόπο’ λειτουργίας του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής.

Ο συγγραφέας αποδίδει την όλη στιγμή παραστατικά: «Μα είναι Κυριακή» τόλμησε να ψελλίσει, θέλοντας να διασώσει κάτι από τη χαμένη του αξιοπρέπεια. Μία αξιοπρέπεια που είχε χάσει από τότε που σκύβοντας το κεφάλι και μπροστά στον κίνδυνο της απόλυσης, είχε υπογράψει την ατομική σύμβαση εργασίας πετώντας στο καλάθι των αχρήστων δικαιώματα ετών».[2]

Αυτή η ‘βουβή’ στιγμή, αυτή η «σιωπηλή» αποδοχή, αντανακλάται αληθινά στο κοινωνικό γίγνεσθαι, αναπαριστά μία κοινωνική ανομοιογένεια: η εργοδοτική συνέχεια πάνω στο αντικείμενο της εργασίας ήτοι η αποδοχή της Κυριακάτικης εργασίας λόγω εκτάκτου γεγονότος αποτελεί το αντεστραμμένο  ‘είδωλο’ της τομής (έτσι όπως βιώνεται και από τον εργαζόμενο): της ατομικής σύμβασης, της αλλαγής των υλικών συνθηκών, της υποκειμενικής ζωής, το ίδιο το όριο της δυνητικής απόλυσης.

Και όμως, αυτή η «χαμένη αξιοπρέπεια» υπάρχει, ή ανασυγκροτείται, ανατρέπει και ‘διεμβολίζει’ ένα παρελθόν που παρήλθε αλλά ‘κρατά ως συνειρμός και μνήμη, και ένα παρόν (ιστορικός χρόνος) που αποκαλύπτει & αποκαλύπτεται. Η εξέλιξη της πλοκής εξελίσσει και τον πρωταγωνιστή-δημοσιογράφο, τον καθιστά τον «πυροδότη» ιστοριών που τέμνονται, αναπτύσσονται, που εγγίζουν ένα παρελθοντικό πλαίσιο που όχι μόνο ‘κρατά πολύ’ αλλά ‘πονεί’ πολύ και ‘χωρά’ πολλούς.

Ένα τροχαίο που προκαλεί τον θάνατο ενός επιφανούς οικονομικού παράγοντα της περιοχής. Ο δημοσιογράφος που σπεύδει στον τόπο του ατυχήματος, που καλείται από τον εργοδότη του να συντάξει εκ νέου την ζωή και την προσφορά του θανόντος, πατέρα και του τοπικού βουλευτή της συντηρητικής παράταξης, Ανδρέα Χαρίτογλου.

Με λογοτεχνικό «όπλο» μία αστυνομική πλοκή που διατρέχει την όλη ιστορία και εξελίσσεται παράλληλα με τις θεμελιώδεις εκφάνσεις της, με την τεχνική της αφήγησης που χωρίζει σε επιμέρους κεφάλαια και ρέει, απλά και πολλές φορές ‘κυνικά’, ο Αλέκος Χατζηκώστας συγκροτεί τους χαρακτήρες που δρουν εντός του πεδίου δράσης του πρωταγωνιστή, διαμεσολαβεί τις πολλαπλές απολήξεις της ιστορίας, της ιστορίας που λειτουργεί και ως πεδίο κατάθεσης ταυτοτήτων, «ανασύρει» &  αποκρυσταλλώνει υπόγειες και ρητές συγκρούσεις, προσδιορίζει, θα λέγαμε κεντρικά, το βίωμα της ναζιστικής φρικτής θανατοπολιτικής: την εξόντωση των Εβραϊκών κοινοτήτων που ενυπήρχαν στον ελλαδικό χώρο, από τις ναζιστικές κατοχικές αρχές.

Η μεταφορά τους στα στρατόπεδα θανάτου και άρσης της θεμελιώδους ανθρώπινης υποκειμενοποίησης, η μη απόδοση των περιουσιών σε όσους κατάφεραν να επιστρέψουν συνιστά ένα ‘παρελθόν που κρατά πολύ’, ένα ιστορικό ‘τραύμα’ που συναιρεί μνήμες και μνήμες θανάτου, ένα ίδιον και απόλυτο χάσμα της ιστορίας.

Και ακούγεται ως βαθιά συνήχηση, η γραφή του Πρίμο Λέβι για το στρατόπεδο συγκέντρωσης-θανάτωσης του Άουσβιτς: «Όταν τελειώσαμε, ο καθένας έμεινε στη γωνιά του. Χωρίς να τολμάμε να κοιτάξουμε ο ένας τον άλλον.  Δεν έχουμε καθρέφτη να δούμε το πρόσωπο μας, αλλά ο καθρέφτης βρίσκεται απέναντι μας, η όψη μας αντανακλάται σε εκατό μελανιασμένα πρόσωπα, σε εκατό ρυπαρές και αξιοθρήνητες μαριονέτες. Μεταμορφωθήκαμε ήδη σε φαντάσματα, σαν εκείνα που είδαμε χθες».[3]

Μία γραφή ‘πρισματική’ και ‘φασματική’ για την ύπαρξη των ανθρώπινων «φαντασμάτων». Για την προσπάθεια επιβίωσης και για την φυσική εξόντωση, εκεί όπου όλα κατευθύνονται προς την «απόλυτη απεδαφοποίηση» του Jacques Derrida.

Διαθέτοντας ως στήριγμα τις διηγήσεις του κομμουνιστή Αντώνη Κατσογιάννη, (το πρόσωπο της αριστερής-κομμουνιστικής ιδεολογίας, της ‘ανεξάντλητης’ ελπίδας που ακουμπά τα προσωπικά βιώματα και στις στιγμές του συγγραφέα, είναι η ‘άλλη διάσταση του χωριού, που, αποδομεί το ‘μύθο’ έτσι όπως τον γνωρίζουν οι συγχωριανοί του), που αποτελεί την επιτομή της φορτισμένης δι-ιστορικής πραγματικότητας, και την κατοπινή και ερωτική βοήθεια μίας όμορφης συμβολαιογράφου, της Ολυμπίας Ορφανοπούλου,  ο δημοσιογράφος με το «δαιμόνιο» του, αναζητά, εμβαθύνει, ανασύρει τα ίχνη των ιδεολογικών και πρακτικών παρεμβάσεων της εξουσιαστικής κυβερνολογικής ( για να θυμηθούμε και τον Foucault).

Το παρακάτω απόσπασμα διακρίνεται για τη συντριπτική παράθεση αντινομιών, για την πρόθεση και την πράξη ενός εκ νέου θανάτου, για την πολιτισμική αποστέρηση της χώρας από έναν « κοινωνικό-πολιτισμικό πλούτο», για τη εν πολλοίς βίαιη απόσπαση-αποσυσχέτιση από το «κοινό» Εβραϊκό περιβάλλον.

Είναι η ίδια η κοινωνική γλώσσα της κρατικής εξουσίας: «Οι ιδιοκτησίες, (σ.σ: οι Εβραϊκές) σύμφωνα με την επίσημη θέση της κατοχικής δωσίλογης «κυβέρνησης», δημεύτηκαν από το ελληνικό κράτος και θα αποδίδονταν σε άστεγους, πρόσφυγες και άνεργους. Οι κυρίως ευνοημένοι, είναι οι πατενταρισμένοι δωσίλογοι, οι γερμανοντυμένοι, οι επιφανείς ταγματασφαλίτες. Άθλια υποκείμενα και καθάρματα που όταν μυρίστηκαν την αποχώρηση των Γερμανών, τον Οκτώβριο του 1944, πούλησαν τις περιουσίες που καταχράστηκαν με τις ευλογίες των Γερμανών και την κοπάνισαν με τα λύτρα του αίματος, μαζί με την Βέρμαχτ, κάποιοι περνώντας το υπόλοιπο του βίου τους στην κοιτίδα του χιλιόχρονου Ράιχ ως Γερμανοί πολίτες! Ωστόσο, οι αγοραστές που απόκτησαν τις ιδιοκτησίες από τους παραπάνω με χρυσές λίρες, συμβόλαια και έγκυρες μεταβιβάσεις, μετέγραψαν τα Εβραϊκά ακίνητα, με σκοπό να προστατεύσουν τις ιδιοκτησίες από την ενδεχόμενη μεταπολεμική διεκδίκηση».[4]

Με το πάθος του ιστορικού που μελετά τα Γενικά αρχεία του κράτους, ο Αλέκος Χατζηκώστας, δημοσιογράφος-ιστορικός, προσδίδει στον πρωταγωνιστή του, τα ‘εργαλεία’ ώστε να προσεγγίσει την αχλή του ιστορικού χρόνου, πτυχώσεις μίας ιστορίας «αφανούς», ‘κρυμμένης’ κάτω από δρόμους, οικίες, οδοδείκτες, μία ιστορίας της υφαρπαγής του ‘εαυτού’. Mία πραγματική ‘φασματική’ γραμμή υπάρξεων.

Ο δημοσιογράφος, με βασική βοηθό τη συμβολαιογράφο, ανασυγκροτεί την βασική ύπαρξη του Γεωργίου Χαρίτογλου, ο οποίος «οικειοποιείται» Εβραϊκές ιδιοκτησίες, εκκινώντας το «χτίσιμο» της προσωπικής του περιουσίας.

Πρόσωπο «μυθικό» για τους συντοπίτες του, (στον Άγιο Γεώργιο[5] και στο νομό) χάριν των πολλών δωρεών του, στις πραγματικές του διαστάσεις  για τον δημοσιογράφο, ο Γεώργιος Χαρίτογλου ‘ενσαρκώνει’ το κατεξοχήν πνεύμα της γρήγορης αναρρίχησης, το οποίο αναζητεί προσβάσεις στο μάκρο- ‘σωματιδιακό’ πεδίο  του κράτους, διαπλεκόμενο με τις εκφάνσεις μίας μεταπολεμικής (και της μεταπολιτευτικής)  κρατικής εξουσίας του ιδεολογικού (και όχι μόνο) αποκλεισμού.

Όταν  οι «ευκαιρίες» και οι «προσβάσεις» συναντούν την πολιτική αναγκαιότητα, παράγονται και αναπαράγονται τοπικές άρχουσες τάξεις, ή με άλλα λόγια διατυπωμένο, ‘τοπικές μίκροεξουσίες’, αποτυπώσεις ενός για πολλούς, «μνημειώδους» περάσματος στην οικονομική εξουσία και ισχύ. Ποιος θα μπορούσε να είναι ο Γεώργιος Χαρίτογλου, η ισχύς του οποίου ακουμπά στο γιο του σαν ‘βάρος’, διερωτάται ο Αλέκος Χατζηκώστας;

Είναι το ένα και τα πολλά πρόσωπα της ιστορίας της χώρας, ατομικής & συλλογικής, που, δείκνυε ευκαιρίες, όταν για τους πολλούς έτερους, σήμαινε θάνατο και αποκλεισμό. Η πολιτική τέχνη της ευκαιρίας, η συνάρθρωση τοπικού παραγοντισμού και εξουσιαστικών σκοπιμοτήτων. Έχουμε να κάνουμε με τη διαδικασία της πρωταρχικής συσσώρευσης δια της υφαρπαγής γης-περιουσιών. Η αποξένωση των Εβραϊκών κοινοτήτων γίνεται εκ νέου έτερη, ‘σκληρή’ και περιεχομενική.  Και όλα προχωρούν.

Ο πρωταγωνιστής, μέσα στην ιστορική αλλά και συγκαιρινή περιδίνηση γνωρίζει τον έρωτα στο πρόσωπο της όμορφης και έξυπνης συμβολαιογράφου. Και ο έρωτας, μία μηχανική απρόβλεπτη, «κυλά» και εξελίσσεται, άλλοτε αργά, επώδυνα, άλλοτε ανυπόμονα και γρήγορα, συγκροτώντας τον ολοκληρωμένο εαυτό, τη στιγμή της έκρηξης-επανάστασης, ανατρέποντας δεδομένα της ιστορίας. Η συμβολαιογράφος κινεί, ελπίζει και προσδοκά, αποτελεί «προϊόν» της συγκεκριμένης πολιτικοποίησης που παρήγαγε η διαχείριση της καπιταλιστικής κρίσης.

Ο έρωτας είναι η ίδια η διαδικασία που «κυλά» στις φλέβες του  δημοσιογράφου, άλλοτε ατελής και τώρα ολοκληρωμένος, σε συνάρτηση με μία ολοκλήρωση που δίδεται μαεστρικά από τον Αλέκο Χατζηκώστα: όχι ως λύτρωση αλλά ως σκληρή, επώδυνη και βιωματική (εν πολλοίς και συναισθηματική) αλήθεια. Όλα αποκαλύπτονται, όπως και το όνομα της ‘Χαράς’, μίας πολύ καλής φίλης του πρωταγωνιστή.

Προχωρώντας, στην περαιτέρω διερεύνηση, ο δημοσιογράφος της τοπικής εφημερίδας, ανακτά βήμα-βήμα, την «χαμένη του αξιοπρέπεια», για την οποία μας είχε προϊδεάσει ο συγγραφέας στην αρχή του βιβλίου. Μία αντιστροφή που τον οδηγεί ενός, θα λέγαμε, στην ‘αποκάλυψη’  καθόλα εξιδανικευμένου παρελθόντος. Και το ίδιο το τέλος συγκροτεί την αρχή.. Και εντός αυτών των θραυσμάτων της ιστορίας, επέρχεται και επενεργεί η σημερινή κρισιακή περίοδος.

Οι ταυτοτικές εναλλαγές προτιμήσεων, η διαιρετική τομή Μνημόνιο-Αντιμνημόνιο και η επενέργεια του στο κομματικό-πολιτικό σύστημα-γίγνεσθαι, η επιτάχυνση του πολιτικού χρόνου, η κυβερνητική εναλλαγή με την άνοδο στην κυβερνητική εξουσία της ‘πρώτης φοράς Αριστεράς’, ήτοι του Συνασπισμού της Ριζοσπαστικής Αριστεράς, (και  η ήττα των δυνάμεων του κλασικού δικομματισμού, της Ν.Δ & του ΠΑΣΟΚ), οι προσδοκίες που φέρει σε πρόσωπα όπως η συμβολαιογράφος, το κλίμα της ατέρμονης διαπραγμάτευσης που συνιστά θα λέγαμε και εγχειρίδιο ανάλυσης των ποικίλων αποχρώσεων της κρίσης, το δημοψήφισμα του Ιουλίου του 2015, το παροιμιώδες παίγνιο της ιστορίας..

Όλα δίνονται παραστατικά από τον Αλέκο Χατζηκώστα, που, συγκροτεί μία διήγηση των επάλληλων κρίσεων, μία λογοτεχνία που αναπαριστά όχι το ‘δέον γενέσθαι’, αλλά το μη-ορατό, «πεδίο» σήμανσης,  εκφοράς & αποτύπωσης αυτού που δεν ακούγεται. Σε ένα ταξίδι στη Βουλγαρία, οι εραστές έρχονται πιο κοντά. Σε κάθε βήμα τους, το σοσιαλιστικό παρελθόν και η σημερινή καπιταλιστική κανονικότητα-υλικότητα. Σε κάθε βήμα τους, ο χρόνος και ο ‘τόπος’ της κατοχής & της αντίστασης στην Ελλάδα, η απτή πραγματικότητα του Εμφύλιου πολέμου, και η διαφυγή πολλών μαχητών του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδος (ΔΣΕ), ή χαρακτηριστική αναφορά, με τον ιδιαίτερο τρόπο του Αλέκου Χατζηκώστα: η, διαμέσου της άρσης των πολλαπλών συμβολισμών, ‘καπιταλιστικοποίηση’ και η προσαρμογή (και του υιού Λαδόπουλου), σε αυτήν την νόρμα.

Ο υιός Λαδόπουλος συναιρεί και φέρει εντός του την πολυσημία, τις αντιφάσεις δύο ‘καιρών’, θύμα και θύτης συνάμα, ευεργέτης για πολλούς Βούλγαρους, αλλά και μονίμως τροφοδοτούμενος από την τραγική ιστορία του πατέρα του. Η δική του ιδιαίτερη δικαίωση, είναι η εκβολή στον κόσμο των βημάτων των ‘αντιπάλων’. Ο πατέρας του, ο πάντα εξόριστος, θαρρείς πως μένει και τώρα «ενεργός»…

Με τον τρόπο που το παρελθόν επενεργεί στο παρόν  και εγγίζει το άδηλο μεσομακροπρόθεσμο μέλλον, ο συγγραφέας παραδίδει μία ολική ιστορική-μυθιστορηματική εξιστόρηση, όπου οι χαρακτήρες ενέχουν  ένα αναπαραγωγικό στοιχείο της ιστορίας (και ως επιστήμης): την αρχή της αμφισβήτησης καθιερωμένων αναπαραστάσεων. Και επρόκειτο για ένα τέλος, που όσο είναι θάνατος (του ακλόνητου Αντώνη Κατσογιάννη), άλλο τόσο είναι και διεύρυνση ιδεών, «σκηνών», επιθυμιών. Η τελευταία στιγμή: «Με συγκίνηση έσκυψαν στη φωτογραφία του. Του άφησαν για κερί το αντίτυπο ενός βιβλίου. Είχε ως εξώφυλλο μία εντυπωσιακή φωτογραφία του χωριού. Ο τίτλος του: «Το παρελθόν κρατά πολύ». Και από κάτω «Κοινωνικό-πολιτικό-αστυνομικό μυθιστόρημα».[6] Με άξονες μία λογική αλλά και μία ιδιαίτερη «λογική» παράνοια, ο δημοσιογράφος της ιστορίας, ψάχνει «τρελά», ερωτεύεται αδέξια και άτακτα, παλινδρομεί για να ρυθμίσει, να οργανώσει, να δείξει προς ένα παρελθόν που μένει εκεί. Και ανακαλύπτει την αλήθεια πίσω από την επίφαση, τις προεκτάσεις ενός φαινομενικά «αθώου» τροχαίου ατυχήματος, τα επίχειρα που άφησε ο πολιτική & ιδεολογική καταστολή στις ζωές των υποκειμένων. Γιατί, σε αυτή την περίπτωση, η αλήθεια είναι η αλήθεια των ‘άλλων’.

Και πραγματικά, θυμίζει κάπως τη ρήση του Γκάαφαρ Ιμπραήμ Σάγιεντ Ελ Ράουι, από το μυθιστόρημα του σπουδαίου Αιγύπτιου συγγραφέα Ναγκίμπ Μαχφούζ, ‘Στην καρδιά της νύχτας’: «Είθε η ιερή παράνοια να γεμίζει τη ζωή μας ως την τελευταία μας πνοή».[7]

Ένα στοιχείο που προσδιορίζει και ανασημασιοδοτεί, που «διεισδύει» στο ιστορικό καλειδοσκόπιο, με έναν απλά ανθρώπινο τρόπο, όπως το θέτει ο Γάλλος ποιητής  Πιερ Μπερενζέ: «Είχε αποφασίσει να μην ξαναβγεί ποτέ από το σπίτι. Για μήνες πολλούς ήταν υπέροχα. Ώσπου μια μέρα μια επείγουσα ιατρική ανάγκη τον ξετρύπωσε βίαια απ’ τη φωλιά του. Βρέθηκε σ’ ένα ανώνυμο κρεβάτι νοσοκομείου δίπλα σε κάποιον άγνωστο που δεν θα είχε ποτέ διαλέξει για γείτονα του και που όμως του είπε πράγματα που τον ενδιέφεραν».[8]

Μία καίρια αναπαράσταση, ένα ολικό μυθιστόρημα από τον Αλέκο Χατζηκώστα, ο οποίος ‘θεραπεύει’ εκείνο το λογοτεχνικό είδος που αποκτά ιστορικές πτυχές, όχι χρονολογικές αλλά βαθιά χρονικές απολήξεις, και κρισιακές προεκτάσεις. Ένα μυθιστόρημα που διαβάζεται ως ίδιαν ιστορία. Ένας λογοτεχνικός, δυναμικός αντιφασισμός που αναπαράγεται. Μέσα στον κυκεώνα του καιρού του, ο δημοσιογράφος (ένας άλλος Αλέκος Χατζηκώστας), παραπέμπει σε μία καταγωγική ποίηση, στην ποίηση που εκκινεί για να γεφυρώσει τη μνήμη με το στίγμα που αφήνει η μνήμη, με μία ζωή (και η ιστορία του) που ‘κυλά’ ειρωνικά: «Θα προσπαθήσει ξανά όταν θα’ χει κάνει όλες του τις ασκήσεις σωστά: τόσο κλάμα, τόση ευεξία. Όταν θα’ χει προσέξει τη δίαιτα του: λίγη θλίψη, αρκετή απόσταση κι άφθονη επιβίωση».[9]

[1] Είναι χαρακτηριστικό το ότι και στην προηγούμενη σειρά διηγημάτων με τίτλο ‘Σχεδία Μνήμης’, ο Αλέκος Χατζηκώστας, διαμεσολαβεί λογοτεχνικά (εντέχνως και πολιτικά), την κρίση, με έναν τρόπο που «διασώζει» ή προσφέρει ιστορίες, ανασύρει βιώματα, ‘χτυπά’ τα αίτια, αποδομεί αφηγήσεις πολιτικών δυνάμεων. Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε ότι αυτό που νοείται ως σημείο σύγκλισης ιστοριών συνιστά ένα ταυτόχρονο σημείο απόκλισης από τα συμφραζόμενα διαχείρισης της καπιταλιστικής κρίσης. Το υποκείμενο που πλήττεται, πλήττεται βουβά & ενεργά μαζί. Ο Αλέκος Χατζηκώστας προσφέρει ιστορίες του χρόνου που έχει περιεχόμενο, διάσταση. Έχουμε να κάνουμε με ένα υπόδειγμα, όχι απλά κρισιακής λογοτεχνικής αφήγησης, αλλά και συγκέντρωσης των ιδιαίτερων και πολωμένων μίκρο-στοιχείων  της, αναγωγής τους σε έναν χρόνο που ‘κρατά πολύ’.

[2] Βλέπε σχετικά, Χατζηκώστας Αλέκος, ‘Το παρελθόν κρατά πολύ’, 1η έκδοση: Ιούνιος 2016, Εκδόσεις Εντύποις, σελ. 7.

[3] Από το βιβλίο του Πρίμο Λέβι, ‘Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος’, παρατίθεται στο pandoxeio. com, 10/07/2014.

[4] Βλέπε σχετικά, Χατζηκώστας Αλέκος, ‘Το παρελθόν κρατά πολύ…ό.π, σελ. 37-38.

[5] Ο ίδιος ο χώρος καταγωγής συμβολίζει πολλά, διότι είναι ο κατεξοχήν τόπος συγκέντρωσης ζωών, τόπος σύγκρουσης ιδεών και προσώπων, τόπος παρουσίας του Αντώνη Κατσογιάννη, που, έτερος στο δικό του χώρο, κρατά στα χέρια του το ‘μίτο’ της δικής του απόδοσης ευθυνών και δικαιοσύνης. Συνιστά το παράλληλο σημείο εγκιβώτισης των φορτίσεων και των πολλαπλών διαιρετικών τομών του Εμφυλίου πολέμου.

[6] Βλέπε σχετικά, Χατζηκώστας Αλέκος, ‘Το παρελθόν κρατά πολύ…ό.π, σελ. 100.

[7] Βλέπε σχετικά, Μαχφούζ Ναγκίμπ, ‘Στην καρδιά της νύχτας’, Μετάφραση από τα αραβικά: Κουμούτση Πέρσα, Εκδόσεις Ψυχογιός, Αθήνα, 2012, σελ. 181.

[8] Βλέπε σχετικά, Μπερενζέ Πιερ, ‘Διαρρήξεις’, Μετάφραση: Αρχιμανδρίτης Γιώργος, Περιοδικό ‘Νέα Εστία’, Τεύχος 1869, Ιούνιος 2016, σελ. 333.

[9] Βλέπε σχετικά, Αγγελάκη-Ρουκ Κατερίνα, ‘Ο φωτογράφος’, Ποιητική Συλλογή, ‘Ωραία έρημος η σάρκα’, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, 1995, σελ. 24.

* Ο Σίμος Ανδρονίδης είναι υποψήφιος διδάκτορας στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ