• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Εννιά δεκαετίες Μίκης Θεοδωράκης – Ρεπορτάζ από τη συναυλία προς τιμήν του

Γράφει ο Βασίλης Κρίτσας //

Δεν ήταν «μέρα Μαγιού», αλλά του Ιουνίου η χτεσινή. Λόγω της ημέρας όμως όλα έμοιαζαν διαφορετικά. Η σημαιοστολισμένη Πετρούπολη και τα κόκκινα λάβαρα στον κεντρικό δρόμο, σαν πανηγύρι από ένδοξες εποχές που δεν παρήλθαν. Η ανάβαση των μυρίων κόκκινων στο βουνό είχε κάτι από τη ζωή που τραβάει την ανηφόρα, ψάχνοντας την έφοδο στον ουρανό. Το κομβόι των αυτοκινήτων στην αναχώρηση ήταν βγαλμένο από τις κινητοποιήσεις για την ειρήνη και τη Γιουγκοσλαβία. Τα δεκάδες πούλμαν από κάθε γειτονιά της Αθήνας θύμιζαν πανελλαδικό συλλαλητήριο. Και τα νταμάρια στο θέατρο Πέτρας είχαν ένα βαθύτερο συμβολισμό, κάτι από τη Μακρόνησο και τους ήρωές της.

Βράχο-βράχο τον καημό μου, τον μετράω και πονώ, σε τούτο το χώμα που είναι δικό τους και δικό μας. Μόνο που οι δικοί μας το μούσκεψαν με τίμιο ιδρώτα και το πότισαν με το αίμα τους, ενώ οι άλλοι το ξεπούλησαν δίνοντας γη και νερό σε τιμή ευκαιρίας.

Σα μια περίληψη των κορυφαίων σταθμών του λαϊκού κινήματος και των αγώνων κάθε γενιάς. Κι αν κάποιοι πίστευαν πως η χτεσινή συναυλία αφορούσε κυρίως τη γενιά των Λαμπράκηδων, που θα πήγαινε να αποτίσει φόρο τιμής στα νεανικά της βιώματα και ακούσματα, έπεσαν έξω κι ίσως να έμειναν κι έξω απ’ το ασφυκτικά γεμάτο θέατρο. Εκεί όπου έδωσαν το «παρών» όλες οι γενιές, απ’ τους ηρωικούς παλαίμαχους της Αντίστασης και τους Λαμπράκηδες, μέσω της φουρνιάς του Πολυτεχνείου και της Μεταπολίτευσης, στη γενιά της ανασυγκρότησης και την καινούρια σπορά του σήμερα, με τη μαζική παρουσία. Γιατί αν γλιτώσει το παιδί, υπάρχει ελπίδα

Η συναυλία εξελίχθηκε σε ένα άτυπο λαΪκό προσκύνημα σε ένα ζωντανό μύθο, από τον κόσμο που κατέκλυσε κάθε γωνιά του θεάτρου (τα καθίσματα, τους διαδρόμους, τα σκαλοπατάκια, τα βραχάκια, το περιμετρικό μονοπάτι, τα πλαϊνά μέρη της σκηνής και τον χώρο πίσω από αυτήν, σε μεγάλο βάθος) κι έπρεπε να πάει τουλάχιστον μισή ώρα πριν την έναρξη, για να βρει σίγουρα θέση, όπως στις μεγάλες συναυλίες της Μεταπολίτευσης, με την κοσμοσυρροή. Συνολικά πάνω από 6.000 κόσμου, περισσότεροι ίσως από όσους παρακολούθησαν την πολυδιαφημισμένη εκτέλεση –με διπλή ερμηνεία- του «Άξιον εστί» από το Ρουβά, κι ας μη βρέθηκε αρκετός χώρος γι’ αυτήν στα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων. Φαντάσου δηλ να μην ήταν καθημερινή…

Έμεινε άδεια μόνο η «πίστα» μπροστά από τη σκηνή, για να μπορεί να παρακολουθεί ο Μίκης, που ήταν καθηλωμένος σε καροτσάκι (δίπλα στον ομοιοπαθή Καζάκο), αλλά κράτησε όρθιο έναν ολόκληρο λαό με τα τραγούδια του (Β. Λέκκας). Και μπορεί να λύγισε, δακρύζοντας από συγκίνηση στο σύντομο χαιρετισμό του, αλλά βοήθησε να παραμείνουν αλύγιστοι χιλιάδες αγωνιστές, που δε συνεμορφώθησαν προς τας υποδείξεις κι αντλούσαν δύναμη από τη μουσική του. Και όταν ο Μίκης αφιέρωσε τη συναυλία-εκδήλωση στο Χαρίλαο Φλωράκη, που τον ένιωθε «σαν να είναι και αυτός εδώ», γέμισε η ατμόσφαιρα αναμνήσεις και ξεχείλιζε το συναίσθημα από τα μάτια του συνθέτη και πολλών θεατών.

Αναλυτικό ρεπορτάζ με το κείμενο της ομιλίας του Δημήτρη Κουτσούμπα και τις λεπτομέρεις της εκδήλωσης, μπορείτε να βρείτε στο πόρταλ του 902, που θα ανεβάσει πιθανότατα μέσα στη μέρα και όλη τη συναυλία μαγνητοσκοπημένη. Ειδικής αναφοράς χρήζει η στιγμή που ο ΓΓ παρέδωσε στο συνθέτη αντίγραφο από ένα δικό του χριστουγεννιάτικο μήνυμα που είχε στείλει από τις φυλακές Ωρωπού και βρίσκεται στο αρχείο του Κόμματος. Επίσης, αξίζει τον κόπο να δείτε το σύντομο αλλά προσεγμένο βιντεάκι που ετοίμασε το Κόμμα για την περίσταση, όπου ξεχωρίζουν τα στιγμιότυπα από μια παλιά εκπομπή της ΕΡΤ με το Μίκη και το Γιάννη Ρίτσο.

Στη συνέχεια εστιάζουμε σε μικρές, αθέατες πινελιές από τη χτεσινή ημέρα, που έδωσαν το δικό τους ιδιαίτερο χρώμα στην εκδήλωση.

-Η μουσική αυλαία άνοιξε με το τραγούδι «κι εσύ να λείπεις», που παρέπεμπε κατά μία έννοια στο Χαρίλαο και την δεκάχρονη πλέον απουσία του.

-Το κοινό είχε ανοιχτό δίαυλο με τους καλλιτέχνες επί σκηνής, φτάνοντας μέχρι του σημείου της «ερωτικής εξομολόγησης»: «Ρίτα σ’ αγαπάω» (για την Αντωνοπούλου) ή «Μαρία σ’ αγαπάω».

Πώς να μην τραγουδήσω ωραία μετά απ’ αυτό; απάντησε γελώντας στο μικρόφωνο η Φαραντούρη.

-Στη «Δραπετσώνα» (πια δεν έχουμε ζωή), κάποιος απ’ το κοινό σηκώθηκε και χόρεψε μπροστά στο Μίκη. Ενώ σε πολλά άλλα κομμάτια, ο κόσμος τραγουδούσε αυτός, χειροκρότησε ρυθμικά, σηκωνόταν όρθιος κι έκανε γενικώς τη διαφορά με τον παλμό του.

-Μία κυρία είχε μαζί της και ένα αυτοσχέδιο πλακάτ, σαν παιδική ζωγραφιά, με τον Σόιμπλε, το ευρώ, ένα φουστανελοφόρο και με θολό πολιτικό στίγμα, που έκλεψε ωστόσο την παράσταση.

-Όλοι οι ερμηνευτές είχαν κρατήσει έναν καλό γνώμο αγάπης κι ευγνωμοσύνης για το τιμώμενο πρόσωπο της βραδιάς. «Γεια σου Μίκη αθάνατε», του είπε ο Πασχαλίδης, ενώ ο Λάκης Χαλκιάς ευχήθηκε «και στα εκατό», που έχει διπλή ανάγνωση, αφού κολλάει και με το Κόμμα.

-Ο (πάντα εκδηλωτικός) Βασίλης Λέκκας έδινε τεχνικές οδηγίες («πιο μπροστά, πιο μπροστά») την ώρα που τραγουδούσε το «βρέχει στη φτωχογειτονιά», για να ξεσηκώσει το πλήθος.

kritsas2

-Η οθόνη πίσω από τους καλλιτέχνες έπαιζε σκηνές σχετικές με κάθε τραγούδι. Για παράδειγμα, στο «βρέχει σtη φτωχογειτονιά» είχε μια σκηνή με τον Κατράκη και τον Αλεξανδράκη από τη «Συνοικία το Όνειρο», ενώ στις «άπονες εξουσίες», όπου «σκοτώσαν τον Αντώνη», μπήκε μια φωτό του Μίκη με τον Άντονι Κουίν!

-Το σχεδόν γεμάτο φεγγάρι ξεπρόβαλε πίσω από τα βραχάκια, τιμώντας κι αυτό τον Μίκη με την παρουσία του.

Αστέρι μου, φεγγάρι μου, της Άνοιξης κλωνάρι μου.

Προς το τέλος ανέβηκαν όλοι οι τραγουδιστές επί σκηνής κι αφιέρωσαν στον Κουτσούμπα «της Δικαιοσύνης ήλιε νοητέ». Το φινάλε ήρθε με μια έκρηξη ενθουσιασμού απ’ το κοινό, που άρχισε να φωνάζει καμιά δεκαριά συνθήματα ταυτόχρονα, προτού καταλήξει στο «εννιά δεκαετίες» για το ΚΚΕ. Αλλά και για το Μίκη που, όπως είπε στο χαιρετισμό του, έζησε τα πιο ωραία χρόνια του μέσα από τις γραμμές του Κουκουέ.

Κι ο λαός τον αγαπούσε πάντα, έσβησε τα λάθη και τις κακές στιγμές από τη θύμησή του, κρατώντας αυτή την ερωτική σχέση ζωντανή μέχρι και σήμερα.