• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Η «ταξιδιάρα ψυχή» ανάμεσα στο πρόσωπο και το δημιουργό

Γράφει ο Θανάσης Αλεξίου
Καθηγητής Κοινωνιολογίας/Πανεπιστήμιο Αιγαίου

Με αφορμή την παρουσία και την ομιλία του Μίκη Θεοδωράκη στο Σύνταγμα για το «Μακεδονικό», είχα προτείνει τότε να κρατήσουμε το πρόσωπο μακριά από το δημιουργό, καθώς άλλα είναι τα κριτήρια για να κριθούν τα πρόσωπα, αλλά για να κριθούν οι δημιουργοί. Αυτό θα επαναλάμβανα και τώρα με αφορμή τη συνέντευξη του Γιάννη Αγγελάκα, από τις «Τρύπες», στην Εφημερίδα των Συντακτών (19/5/2018). Αυτός ο διαχωρισμός κριτηρίων είναι άκρως αναγκαίος για να αξιολογούμε ορθά το έργο των δημιουργών αλλά και για να μην αδικούμε τα πρόσωπα. Σε κάθε περίπτωση οι δυνατότητες των προσώπων είναι πεπερασμένες ενώ δεν είναι αυτονόητο πως αυτά μπορούν να παρακολουθήσουν το έργο τους, ως μουσικοί, ως ποιητές κ.ο.κ. Και αυτό επειδή άλλες είναι οι διεργασίες που βγάζουν στα πρόσωπα (βιωματικές-ψυχολογικές) και άλλες είναι αυτές που βγάζουν στη καλλιτεχνική δημιουργία (κοινωνικές-πολιτικές).

Στη πρώτη περίπτωση που αφορά στο πρόσωπο, έχουμε να κάνουμε με βιώματα, βιογραφικές ασυγχρονίες, οικογενειακές ρήξεις, προσωπικές (ηλικιακές) ασυνέχειες κ.λπ., που είναι μέρος της κοινωνικοποίησης των ατόμων. Αντίθετα στη δεύτερη περίπτωση έχουμε να κάνουμε με το δημιουργό, ο οποίος μέσα από συγκεκριμένες μορφές και πρακτικές (μουσική, ποίηση, ζωγραφική κ.λπ.) μορφοποιεί το κοινωνικό υλικό. Στο έργο του ο καλλιτέχνης δεν είναι πια ο ίδιος (ως πρόσωπο) αλλά γίνεται ο διαμεσολαβητής των στιγμών, των προσδοκιών, των επιθυμιών πολλών ανθρώπων, πολλών υποκειμένων. Κατά κάποιο τρόπο πρόκειται για μια διαδικασία χωρίς υποκείμενο. Όπως αντιλαμβάνεται ο καθένας στη δεύτερη περίπτωση, ο δημιουργός, έχοντας κάποιες ιδιαίτερες δεξιότητες (καλλιτεχνικές, αισθητικές, εκφραστικές) βρίσκεται σε μια διαρκή ανάδραση με το περιβάλλον του (καλλιτεχνικό, κοινωνικό, πολιτισμικό κ.λπ.). Πάλι όμως αυτές οι δεξιότητες δεν είναι έμφυτες αλλά απόρροια πολιτισμικού κεφαλαίου αλλά και το αποτέλεσμα και το αποτέλεσμα δουλειάς (εργατοωρών) ενώ η ίδια η καλλιτεχνική δημιουργία είναι περισσότερο παράγωγο της θέσης των ατόμων στον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας όπως και του διαχωρισμού της εργασίας σε ποιητική/σχεδιαστική και εκτελεστική/μονότονη εργασία κ.λπ. Η δεύτερη χαρακτηρίζει μεγάλο μέρος της μισθωτής εργασίας. Αυτή έχει απωλέσει τα υποκειμενικά στοιχεία, τα στοιχεία δημιουργίας, φαντασίας και ποιητικότητας. Εδώ, στη μισθωτή εργασία, οι άνθρωποι βιώνουν την εργασία σαν αγγαρεία, σαν βιοπορισμό, σαν αλλοτρίωση, σαν έκπτωση από την ανθρώπινη συνθήκη (πραγμοποίηση). Αντίθετα στη καλλιτεχνική δημιουργία οι άνθρωποι ξαναβρίσκουν το εαυτό τους ως υποκείμενα.

Ορμώμενος ένας μουσικός και ποιητής, ο Γιάννης Αγγελάκας, από τις δικές του συνθήκες εργασίας, από τις δικές τους συνθήκες δημιουργίας που προϋποθέτουν, είναι αλήθεια, ένα ελευθεριακό και αυτόνομο τρόπο ζωής, προτείνει αυτό τον τρόπο ζωής σε ολόκληρη της κοινωνία (νεωτεριστικούς τρόπους ζωής, «αποποινικοποίηση» ναρκωτικών, κ.λπ.) και ιδιαίτερα στους νέους. Αυτό που του διαφεύγει όμως είναι πως οι συνθήκες εργασίας των περισσοτέρων ανθρώπων και πολύ περισσότερο των σημερινών νέων (εφόσον έχουν δουλειά) είναι καταπιεστικές και εξοντωτικές που καταπονούν τη ψυχή και το σώμα. Εδώ η «χαλάρωση» που προσφέρει, ας πούμε η χρήση ψυχοτρόπων ουσιών (ναρκωτικά κ.ά.) δεν θα είναι μέσον, όπως μπορεί να είναι για έναν αστό, για έναν μποέμη-καλλιτέχνη, αλλά γίνεται αυτοσκοπός που οδηγεί συνήθως στην απόλυτη ιδιώτευση, στην κοινωνική απομόνωση στην οριστική χαλάρωση, στην εξάρτηση με ότι αυτό συνεπάγεται για την κοινωνική δράση.

Αν η ποιητική του Αγγελάκα, η μουσική και ο στίχος, αποτυπώνει την εσωτερική περιπλάνηση, τη θανάσιμη μοναχικότητα, την κερματισμένη κοινωνική εμπειρία του ανθρώπου-νομάδα, αλλά περιγράφει κιόλας τα ξέφωτα που μέλλουν να ‘ρθουν, ο διδακτισμός με τον οποίο αυτός απευθύνεται στους νέους, σνομπάροντας ουσιαστικά τις μορφές δράσης τους, δείχνει τελικά πως αδυνατεί να κατανοήσει (ως πρόσωπο) τις πεζές συνθήκες ζωής και εργασίας των ανθρώπων και ιδιαίτερα των νέων. Και όμως αποτέλεσμα αυτών των συνθηκών είναι οι μορφές οργάνωσης και συλλογικής δράσης του «κόσμου της εργασίας» που επειδή βγαίνουν μέσα από την ανάγκη δεν μπορούν να έχουν τον «ελευθεριακό» και «αυτόνομο» χαρακτήρα που θα ήθελαν οι καλλιτέχνες, οι ποιητές, οι μουσικοί κ.ά. Σε τελική ανάλυση αυτές είναι που μετασχημάτισαν «μια τάξη αντικείμενο» σε «υποκείμενο» της ιστορίας.

Ωστόσο η συλλογική δράση, πόσο μάλλον ο ταξικός αγώνας προϋποθέτει ένα αυξημένο βαθμό συνείδησης, αυτοπειθάρχησης. Να γνωρίζω ποιος είμαι (ταυτότητα) και ποιόν έχω απέναντι (οριοθέτηση). Αποτέλεσμα αυτής της συνθήκης είναι η ένταξη (με τον αντίστοιχο καταμερισμό έργου και ευθυνών) στη πολιτική συλλογικότητα, η οποία όμως οφείλει να λάβει υπόψη τις νέες ταξικές καταστάσεις (εργασιακές, πολιτισμικές κ.λπ.) της εργατικής τάξης επινοώντας νέες μορφές ένταξης και συμμετοχής (οργανωτικές-λειτουργικές). Συνεπώς τα άτομα δεν είναι πλέον ιδιώτες για να συμπεριφέρονται, όπως θέλουν, αυθόρμητα, μποέμικα, κ.ο.κ. αλλά μέλη μιας πολιτικής οργάνωσης.

Αλλά όπως είπαμε. ‘Αλλο πράγμα το πρόσωπο, άλλο ο δημιουργός. Τα πράγματα αυτά δεν πηγαίνουν, παρόλο που πολύ θα το θέλαμε, πάντοτε μαζί. Νομίζω πως οι στίχοι του Γιάννη Αγγελάκα «Ταξιδιάρα ψυχή, και αν θέλω δίπλα σου είναι δύσκολο να μένω» δείχνουν, έστω και μεταφορικά, την εγγενή ένταση ανάμεσα στο πρόσωπο και το δημιουργό.