• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Λογοτεχνία – μαρξισμός – κομμουνιστικό κίνημα (Α’ Μέρος)

Γράφει η Άννεκε Ιωαννάτου //

«Πιστεύω πως οι κομμουνιστές συγγραφείς πρώτα απ’ όλα, οφείλουν να κάνουν λογοτεχνία που να γίνεται μία απ’ τις αναγκαίες πηγές γνώσης της ζωής».
Ναζίμ Χικμέτ (1)

«Πιστεύω ότι χωρίς ορμή κι ενθουσιασμό δεν μπορεί να υπάρχει πραγματική λογοτεχνία. Είναι ευκολότερο να διορθώσεις ένα στιλ ανώμαλο, διάφορες αδυναμίες στη σύνθεση ή άλλες ελλείψεις φιλολογικές, παρά μια ψυχή κρύα».
Ίλια Έρενμπουργκ (2)

Τα παραπάνω αποσπάσματα των δύο κομμουνιστών συγγραφέων φωτίζουν δυο πλευρές – δύο απαραίτητες προϋποθέσεις – της δημιουργικής επίδρασης της λογοτεχνίας στην κοινωνική εξέλιξη: η λογοτεχνία πρέπει να γίνεται μία από τις αναγκαίες πηγές γνώσης της ζωής, σύμφωνα με τον Τούρκο δημιουργό Ναζίμ Χικμέτ αλλά με μια κρύα ψυχή δεν γίνεται τίποτα, σύμφωνα με το συναισθηματικότερο απόφθεγμα του Σοβιετικού Ίλια Έρενμπουργκ, ο οποίος στο δοκίμιο όπου το λέει εμβαθύνει στο σημαντικό ρόλο του λογοτέχνη ως ανατόμο και αρχιτέκτονα της ανθρώπινης ψυχής.

Η λογοτεχνία, όμως, δεν έχει παρά να κερδίσει, αν οι δημιουργοί της αντιλαμβάνονται το μαρξισμό σαν τη δημιουργική σύνθεση των γνώσεων της ανθρωπότητας ως αναγκαία πηγή, αν συνειδητοποιήσουν στον ένα ή στον άλλο βαθμό ότι η καπιταλιστική κοινωνία έχει δημιουργήσει μια βαθιά ρήξη ανάμεσα στο βιβλίο και την πραγματική ζωή, ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη. Στη βάση αυτών των βασικής σημασίας διαπιστώσεων μπορούμε να συμπεράνουμε με ποιό κριτήριο οφείλει να κρίνεται η μαρξιστική επίδραση στη λογοτεχνία.

Διότι τί είναι μαρξιστική επίδραση στη λογοτεχνία; Δεν εννοούμε βέβαια μια λογοτεχνία της «παραγγελίας» από τα πάνω σε χώρες με σοσιαλιστικό προσανατολισμό. Η μαρξιστική επίδραση δεν περιορίζεται καθόλου σε μια άμεσα αντιληπτή υιοθέτηση εκ μέρους του συγγραφέα της μαρξιστικής κοσμοθεωρίας, όταν για παράδειγμα δείχνει απροκάλυπτα στα έργα του ότι είναι υπέρ της σοσιαλιστικής ή της κομμουνιστικής κοινωνίας (αν και δεν είναι μεμπτό) και το εκφράζει άμεσα και ρητά. Άλλωστε, ο Φ. Ένγκελς, σε ένα γράμμα του προς τη συγγραφέα Μίννα Κάουτσκι, μιλώντας για το θέμα των τάσεων μέσα στο μυθιστόρημα δηλώνει ότι δεν είναι καθόλου κακό να υπάρχουν συγκεκριμένες πολιτικές τάσεις και να φαίνονται οι πεποιθήσεις του συγγραφέα στα λογοτεχνικά έργα, αλλά: «Νομίζω ότι η τάση πρέπει να ξεπηδάει από την κατάσταση και την ίδια τη δράση χωρίς ρητές υποδείξεις και ούτε χρειάζεται ο ποιητής να δώσει στον ανανγνώστη στο χέρι την ιστορική μελλοντική λύση των κοινωνικών συγκρούσεων που περιγράφει» (3).

Μιλώντας για μαρξισμό στη λογοτεχνία εννοούμε τον ελάχιστο βαθμό αντανάκλασης των κοινωνικο-οικονομικών συνθηκών και αντιθέσεων στα λογοτεχνικά έργα. Μ’ αυτή την έννοια θα μπορούσαμε κατά κάποιο τρόπο να πούμε ότι ο μαρξισμός στη λογοτεχνία υπήρχε πριν από το Μαρξ, ο ιστορικός υλισμός υπήρχε πριν προσδιοριστεί επιστημονικά ως τέτοιος. Η λογοτεχνική πράξη απόκτησε – κι αυτή – με το μαρξισμό την επιστημονική θεωρία της. Πολύ πριν απ’ αυτό, η θεωρία αυτή ετοιμαζόταν να γεννηθεί περνώνατς από διάφορα ανολοκλήρωτα στάδια του ανθρώπινου στοχασμού. Σε πολλά έργα στη διάρκεια των αιώνων οι κοινωνικες αντιθέσεις αντικατοπτρίζονταν είτε με τη μορφή μιας απλής «παθητικής» περιγραφικής αντανάκλασης – που κι αυτή από μόνη της μπορεί να συμβάλει στη συνειδητοποίηση κάποιων καταστάσεων ή και να αποτελέσει ένα «κατηγορώ» – είτε με τη μορφή της ανατομίας της κοινωνίας εκ μέρους του συγγραφέα ενδεχομένως με μια ρητή ή και συγκαλυμμένη πρόταση αλλαγής ή το λιγότερο με μια υπόδειξη της κατεύθυνσης διεξόδου.

Επίσης, σε πολλά έργα του παρελθόντος που έχουν γραφεί σε εποχές περάσματος από ένα κοινωνικοοικονομικό σύστημα σ’ ένα άλλο, η διαδικασία αυτή της πάλης του παλιού με το καινούργιο βρίσκει την αντανάκλασή της σε λογοτεχνικά έργα (Αισχύλος, Σαίξπηρ, Θερβάντες και όχι μόνο). Γι αυτό το λόγο τα έργα αυτά αποκτούν μια κοσμογονική διάσταση χωρίς να είναι δοσμένο ότι ο συγγραφέας τη δίνει συνειδητά ή ότι καταγράφει αυτό που συμβαίνει.

Ίλια Έρενμπουργκ

Ίλια Έρενμπουργκ

Η ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ

Από την εποχή του Μαρξ η διαλεκτική μέθοδος ενώνεται με τον ιστορικό υλισμό και αυτή η εξέλιξη αντανακλάται σε πολλά έργα της εποχής. Η μαρξιστική ανάλυση εμφανίζεται πιο ολοκληρωμένα και στα λογοτεχνικά έργα. Δηλαδή στην ανάπτυξη του περιεχομένου, αλλά και στη κριτική της λογοτεχνίας. Έχουμε μπει πλέον σε μια ιστορική περίοδο στην οποία παίρνει σάρκα και οστά η ιδέα του περάσματος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό και σε πολλά έργα συναντούμε – είτε με μια μορφή πιο εσωτερική, πιο συγκαλυμμένη, είτε με μια μορφή άμεση και ξεκάθαρη – την ταξική πάλη ανάμεσα στις δύο βασικές τάξεις του αναπτυγμένου και όλο και πιο εδραιωμένου καπιταλισμού: την αστική και την εργατική.

Ο Γκέοργκ Λούκατς στο έργο του «Το ιστορικό μυθιστόρημα» (1965) θα πει σχετικά με την εξέλιξη αυτή και μιλώντας για την περίοδο μετά το 1848: «Η διαίρεση του κάθε λαού σε «δύο έθνη» συντελέστηκε επίσης – τουλάχιστον σαν τάση – στον ιδεολογικό τομέα. Οι ταξικοί αγώνες του πρώτου μισού του 19ου αιώνα οδήγησαν ήδη στις παραμονές της Επανάστασης του 1848, στην επιστημονική διαμόρφωση του μαρξισμού. Σ’ αυτή περιλαμβάνονται όλες οι προοδευτικές απόψεις σχετικά με την ιστορία σε μια μορφή «ξεπερασμένη», δηλαδή με την τριπλή χεγκελιανή έννοια της λέξης: δεν έχουν μόνο κριτικαριστεί και ακυρωθεί, αλλά επίσης διατηρηθεί και ανεβαστεί σ’ ένα ανώτερο επίπεδο….

Το κεντρικό πρόβλημα με αφορμή του οποίου εκδηλώνεται πια η αλλαγή στάσης απέναντι στην ιστορία είναι το πρόβλημα της προόδου. Είδαμε ότι οι συγγραφείς και οι πιο αξιοσημείωτοι στοχαστές της περιόδου πριν από το 1848 είχαν κάνει το πιο σημαντικό βήμα μπροστά δίνοντας στην ιδέα της προόδου μια ιστορική διατύπωση: προχώρησαν μέχρι την αντίληψη του αντιφατικού χαρακτήρα της ανθρώπινης προόδου, έστω μονάχα κατά τρόπο σχετικά σωστό και ποτέ ολοκληρωμένο. Ωστόσο, τα γεγονότα της ταξικής πάλης έδειξαν στους ιδεολόγους της αστικής τάξης το μέλλον της κοινωνίας τους και μάλιστα με μια τόσο απειλητική προοπτική, ώστε να εξαφανιστεί πλέον, αναγκαστικά, το αμερόληπτο πνεύμα στις διερευνήσεις τους, χάρη στο οποίο οι αντιφάσεις της προόδου είχαν ανακαλυφθεί και εκφραστεί» (4).

Σε αρκετούς συγγραφείς η μαρξιστική αντίληψη γίνεται συνειδητό υπόβαθρο της γραφής τους και μ’ αυτή την έννοια ιδιοποιούνται δημιουργικά το καινούργιο ιστορικό περιβάλλον το οποίο επεξεργάζονται στην καινούργια ιστορική κατεύθυνση με πυξίδα την ανατροπή του βιωμένου εκμεταλλευτικού συστήματος και τη δημιουργία – μέσω της συνειδητής πλέον διαμόρφωσης του ιστορικού γίγνεσθαι – μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας με απώτερο σκοπό την αταξική κοινωνία.

Ναζίμ Χικμέτ

Ναζίμ Χικμέτ

ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΙΔΑΝΙΚΟ

Με την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917 και την έντονη επίδρασή της στο παγκόσμιο λογοτεχνικό γίγνεσθαι προστίθεται και μια καινούργια διάσταση: εμφανίζεται στο λογοτεχνικό προσκήνιο και ο οργανωμένος ή μη λογοτέχνης με την ίδρυση κομμουνιστικών κομμάτων και μαζί μ’αυτό και η συζήτηση γύρω από το «τί πρέπει να είναι ο κομμουνιστής καλλιτεχνικός δημιουργός, ο κομμουνιστής συγγραφέας», «πώς γράφεται και τί είναι το λογοτεχνικό έργο με κομμουνιστικό προσανατολισμό», κλπ. Για πρώτη φορά στην ιστορία μπήκε μια τέτοια συζήτηση. Έτσι ο Ναζίμ Χικμέτ στο προαναφερόμενο βιβλίο θα πει σε συνέχεια: «Θυμάμαι πάντα μια φράση της Κρούπσκαγια στις αναμνήσεις για τον Λένιν, όπου έλεγε ότι για τον Λένιν η ρώσικη λογοτεχνία ήταν μια από τις πηγές γνώσης της πραγματικότητας. Θα ήθελα να γράφω ποιήματα, μυθιστορήματα, θεατρικά έργα που να έχουν αυτή την αρετή. Για το λαό μου, για τους άλλους λαούς, για τα μέλη του Κόμματός μου, απ’ το καινούργιο μέλος ως το ανώτατο στέλεχος. Όμως στα πλαίσια του σκοπού αυτού πρέπει να ξέρουμε να είμαστε ακριβείς, να γράφουμε με λιτότητα, χωρίς φλυαρίες, χωρίς μισόφωτα, να μην προσπαθούμε να πιάσουμε το δεξί μας αυτί με το αριστερό μας χέρι. Αυτό είναι ένα μόνιμο πρόβλημα κάθε πρωτοποριακής τέχνης και τώρα και στο μέλλον» (5).

Από τη δημιουργία του πρώτου σοσιαλιστικού κράτους στον κόσμο έχουμε πλέον δύο «κόσμους» στο ζήτημα της στρατευμένης στα ιδανικά του σοσιαλισμού τέχνης: την καλλιτεχνική δημιουργία στην οικοδόμηση της νεαρής σοσιαλιστικής κοινωνίας και την καλλιτεχνική δημιουργία στις καπιταλιστικές κοινωνίες ή ευρύτερα σε όλες τις άλλες μη σοσιαλιστικές κοινωνίες με κριτικό ή και ανατρεπτικό περιεχόμενο ως προς τον καπιταλισμό ενδεχομένως με σοσιαλιστικό προσανατολισμό και με πυξίδα το νεοδημιουργημένο και πρωτόγνωρο σοσιαλιστικό κράτος. Στην παγκόσμια αυτή συζήτηση δημιουργήθηκαν και αντιπαραθέσεις και θίγονταν ευαίσθητα θέματα που στα πλαίσια αυτού του άρθρου μπορούν να αναφερθούν μόνο ακροθιγώς. Ο δρόμος ήταν πρωτόγνωρος, μην το ξεχνάμε. Επομένως είχε και τα χαρακτηριστικά της νέας αναζήτησης με όλες τις ενδεχόμενες υπερβολές και σφάλματα.

Έτσι αναφερόμαστε εδώ σχεδόν δειγματοληπτικά, αλλά ωστόσο χαρακτηριστικά σε μια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε δύο διαφορετικές φωνές με ωστόσο τον ιδιο κοινωνικό προσανατολισμό, τον «κομματικό» Ναζίμ Χικμέτ και τον ευρύτερα σκεπτόμενο, αλλά όχι λιγότερο κομμουνιστή και επιπλέον «παιδί» της Οκτωβριανής Επανάστασης Ίλια Έρενμπουργκ. Ο τελευταίος στο ως άνω δοκίμιο ξεκιναέι ως εξής: «Τελευταία πήρα ένα γράμμα από ένα νεαρό μηχανικό του Λένινγκραντ που με ρωτάει: «Πώς το εξηγείτε, η λογοτεχνία μας να είναι πιο ισχνή και πιο άτονη απ’ τη ζωή μας; Είχαμε πριν από λίγο καιρό, μια συζήτηση πάνω στο θέμα αυτό, μα κανείς δεν μπόρεσε να δόσει την απάντηση. Μπορεί κανείς στ’ αλήθεια να συγκρίνει τη δική μας, τη σοβιετική κοινωνία, με την τσαρική Ρωσία; Κι όμως, οι κλασικοί μας συγγραφείς της τσαρικής εποχής έγραφαν καλύτερα. Βέβαια είναι πολλά έργα που τα διαβάζει κανείς μ’ενδιαφέρον, είναι όμως κι άλλα που διερωτάται: μα γιατί τα γράφουν; Νομίζει κανείς πως δεν τους λείπει τίποτα, κι όμως δεν μιλούν στην ψυχή των ανθρώπων και δεν είναι τα πρόσωπα που διαδραματίζουν το ρόλο τους, σαν κι αυτά που βλέπουμε καθημερινά στην πραγματικότητα…» (6).

Ο Έρενμπουργκ ασχολήθηκε με το θέμα, γιατί είχε ακούσει πολλές τέτοιες κριτικές και πίστευε ότι η ίδια αγάπη για τη σοσιαλιστική κοινωνία ένωνε τους σοβιετικούς συγγραφείς. Διαπιστώνει ότι ο επιστολογράφος έχει δίκιο και ότι για να βρεθεί η απάντηση πρέπει να μιλήσει κανείς για τον ίδιο το χαρακτήρα του συγγραφέα μέσα στην εποχή του. Συγκρίνοντας με τους δυτικούς μεγάλους κλασικούς επισημαίνει τη διακύμανση στην καλλιτεχνική δημιουργία που γνωρίζει αυγή και «καταμεσήμερο» (και νύχτα, θα προσθέταμε) και περνάει από εκκόλαψη, θριάμβου και αρμονία για να φτάσει στην αφθονία εκλεκτών έργων: «Οι συγγραφείς μας μοιάζουν με τους ανιχνευτές, ψαχουλεύουν. Να γιατί δεν έχουμε ακόμα Πούσκιν ή Τολστόι. Όμως θα έχουμε. Το «καταμεσήμερο» είναι μπροστά μας» (7). Τονίζοντας μάλιστα ότι ούτε η Γαλλία έχει πια Μπαλζάκ, Σταντάλ, Ουγκό, Φλομπέρ, Ζολά, ούτε η Αγγλία Ντίκενς, Μπάιρον, Σέλεϊ. Κι εκεί, με λίγα λόγια χρειάζονται οι κοινωνικές προϋπόθεσεις για τη μεγάλη δημιουργία, καθώς και η εκκόλαψη, η αναζήτηση. Πάντως τονίζεται, ότι η λογοτεχνία δεν πρέπει να περιγράφει προτσές παραγωγής αντί για ανθρώπινα αισθήματα κι αυτό είναι η αιτία που πολλά νέα σοβιετικά έργα ενδιαφέρουν πολύ λιγότερο τις υφάντριες, φερ’ ειπείν, απ’ ό ,τι η αστή Άννα Καρένινα (8).

Και κλείνοντας το πρώτο μέρος ακούμε και πάλι το Ναζίμ Χικμέτ που σε μια συνέντευξη στο ίδιο βιβλίο απαντάει στην ερώτηση «Τί εννοείτε με τον όρο κομματική λογοτεχνία;» ως εξής: «Προσπαθώ να το καταλάβω αυτό όπως ο Λένιν το καταλάβαινε. Μα που είναι πολύ δύσκολο, γιατί, σαν όλες τις βαθιές έννοιες, είναι επιφανειακά πολύ απλή. Κατ΄αρχήν σαν συγγραφέας, σαν μέλος του Κόμματος, η σχέση που αποκαθίσταται ανάμεσα σε αυτό και σε μένα δεν είναι παθητική, αλλά ενεργητική. Υπάρχει ανταλλαγή. Το Κόμμα μου προσφέρει κι εγώ με τη σειρά μου οφείλω κάτι να του προσφέρω. Είμαι συνδεδεμένος με το Κόμμα, με το καταστατικό του, με το πρόγραμμά του, που έγιναν δεκτά απ’ το Συνέδριο. Έξω απ’ αυτές τις καθορισμένες αρχές, δεν παίρνω διαταγές από πουθενά και από κανένα. Εμπνέομαι βέβαια απ’ τα συνθήματα του Κόμματος για να τα εκλαϊκεύσω, αλλά προσπαθώ να τα φέρω σ’ ένα επίπεδο αληθινά καλλιτεχνικό» (9).

Ο Χικμέτ, όπως και άλλοι ομοϊδεάτες του, μας δίνει εδώ την προσέγγιση σε μια εντελώς νέα διάσταση στο καλλιτεχνικό γίγνεσθαι: την επίδραση του μαρξισμού στη λογοτεχνία όπως περνάει από τον οργανωμένο σε κομμουνιστικό κόμμα δημιουργό. Και δεν ήταν λίγοι αυτοί στον 20ο αιώνα.

  • Έρενμπουργκ, Ισακόφσκι, Χικμέτ, «Η λογοτεχνία και η αισθητική της», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 105
  • Στο ίδιο, σελ. 32
  • Κ. Μαρξ- Φρ. Ένγκελς, Έργα, τ. 36, σελ. 393-394, γερμανική έκδοση
  • G. Loukacs, Το ιστορικό μυθιστόρημα, γαλλική έκδοση, σελ. 193-194
  • Έρενμπουργκ, Ισακόφσκι, Χικμέτ, «Η λογοτεχνία και η αισθητική της», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 105
  • Στο ίδιο, σελ. 13
  • Στο ίδιο, σελ. 18
  • Στο ίδιο, σελ. 21
  • Στο ίδιο, σελ. 106/107

    (Η Άννεκε Ιωαννάτου γράφει κάθε Τρίτη. Εκτάκτως για αυτή τη βδομάδα το κείμενό της αναρτήθηκε Δευτέρα)