• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Οικοδόμος στη ζώνη του λυκόφωτος

Γράφει ο Οικοδόμος //

Το επάγγελμα του οικοδόμου δίνει απεγνωσμένα μάχη για να κρατηθεί στη ζωή. Η ανεργία τσακίζει παραπάνω από το 90% των εργαζόμενων του κατασκευαστικού κλάδου. Όσων, δηλαδή, δεν εγκατέλειψαν απελπισμένοι τα αστικά κέντρα για να βρουν καταφύγιο στα χωριά τους ή για να επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Τα λίγα μεροκάματα κάθε χρόνο κι αυτά συνήθως «μαύρα» και χωρίς ασφάλιση, γίνονται δυσεύρετα. Η απόγνωση έχει χτυπήσει από καιρό την πόρτα του οικοδόμου. Ειδικά ο άνεργος οικοδόμος μιας «κάποιας» ηλικίας, που δεν θεωρείται (και δεν είναι) νέος, αλλά και που απέχει χρόνια από τη σύνταξη, δέχεται ακόμα μεγαλύτερη πίεση. Έχει να αντιμετωπίσει εκτός του βιοπορισμού του ίδιου και της οικογένειάς του, εκτός της καθημερινής ανασφάλειας και του σαρακιού της αβεβαιότητας και τη βουβή «κριτική» του κοινωνικού περίγυρου ότι «δεν τα κατάφερε στη ζωή του».

Οι κατασκευές έφτασαν στο απόγειο της «δόξας» τους (στα νεώτερα χρόνια) την προηγούμενη δεκαετία. Οι λόγοι είναι λίγο-πολύ γνωστοί και δεν είναι σκοπός του παρόντος άρθρου να τους αναλύσουμε. Μέσα σ’ όλον αυτόν τον οργασμό της ανοικοδόμησης οι οικοδόμοι -και ας μην αρέσει αυτό σε όσους αρνούνται να αναγνωρίσουν τα κακώς κείμενα του κλάδου- πέρναγαν «καβάλα στ’ άλογο». Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα ένα μέρος του πληθυσμού να τροφοδοτεί και να τροφοδοτείται με στερεότυπα όπως «άμα δεν παντρέψεις κι άμα δεν χτίσεις σπίτι δεν ξέρεις τι θα πει ζωή», ή «έμπλεξες με οικοδόμους, ας πρόσεχες».

Ο οικοδόμος ήταν από παλιά ένα ανοιχτό επάγγελμα (ας μην συσχετίζεται με το νόημα που κάποιοι δίνουν σήμερα στα «ανοιχτά επαγγέλματα», τους σκοπούς και τις επιδιώξεις τους) που λειτουργούσε ως αποκούμπι στους κατατρεγμένους από το μετεμφυλιοπολεμικό κράτος, αυτούς δηλαδή που δεν μπορούσαν ν’ αποχτήσουν το αναγκαίο «πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων» για να μπορέσουν να δουλέψουν στη φάμπρικα, σε κάποιο μαγαζί ή σε μια υπηρεσία. Με τα χρόνια λειτούργησε και ως τροφοδότης στους άνεργους άλλων κλάδων. Έκλεινε ένα εργοστάσιο, τι κάνουμε τώρα; πάμε στο γιαπί που έχω έναν ξάδελφο και θα βοηθήσει.

Με τον ερχομό στη χώρα μας των εκατοντάδων χιλιάδων οικονομικών μεταναστών από τα τέλη κιόλας της δεκαετίας του ’80, τα χαρακτηριστικά και οι άγραφοι νόμοι του επαγγέλματος άρχισαν να αλλοιώνονται, να παραμορφώνονται. Ο σεβασμός προς τους παλιότερους ξεθωριάζει. Η τέχνη αρχίζει να γνωρίζει διάφορες «ερμηνείες» και «παραλλαγές» στις οποίες κυριαρχεί η «ευκολία» σε βάρος της ποιότητας και, πολύ συχνά, η «ξεπέτα». Ο καθένας σε λίγο καιρό θα «είναι» ό,τι δηλώσει. Όλοι θα «μπορούν» να κάνουν τα «πάντα». Ο ανειδίκευτος εργάτης που κουβαλούσε δυο μήνες λάσπη στο γιαπί θα «μπορεί» να «γίνεται» μάστορας και ας μη γνωρίζει ακόμα τις ονομασίες όλων των χρειαζούμενων εργαλείων. Ο κάθε πρώιμος μαστοράκος θα «μπορεί» να «παίρνει δουλειές», εννοείται στη ζούλα, «μαύρα», χωρίς τιμολόγια και τα τοιαύτα. Ο κάθε μηχανικός, κατασκευαστής ή ιδιοκτήτης έργου θα προσλαμβάνει αυτόν που του έκανε την «καλύτερη προσφορά», δηλαδή τον φτηνότερο, αγνοώντας ή χωρίς να πολυνοιάζεται για την ποιότητα της εργασίας και για τους σχεδόν βέβαιους κινδύνους (φτηνοδουλειά, κακή συνεργασία) που θα επιφέρει η επιλογή του. Η «αρπαχτή» στην κατασκευή κατοικίας (κατά κανόνα) και επαγγελματικών χώρων θα θριαμβεύσει και θα γίνει συνώνυμη της «κονόμας». Και η υποκρισία θα αποχτήσει «καθεστωτικά» χαρακτηριστικά…

Θα ρωτήσει κάποιος, αυτά δεν γίνονταν πριν έρθουν οι «ξένοι»; Ναι, σε κάποιο βαθμό. Η έλευση των οικονομικών μεταναστών διόγκωσε προβλήματα που ήδη υπήρχαν και λύνοντας κάποια άλλα… δημιούργησε νέα. Για παράδειγμα η ραγδαία αύξηση στην προσφορά εργασίας. Οι πιάτσες πλημμύρισαν από εργατικά χέρια. Οι επιλογές, για όσους πρόσφεραν δουλειά, πολλαπλασιάστηκαν. Τα μεροκάματα αρχικά συγκρατήθηκαν και στη συνέχεια μειώθηκαν. Υπήρχε όμως μπόλικη δουλειά για όλους και… το ελληνικό κλίμα ευνοούσε την υπερωριακή εργασία… Το εφτάωρο και οι πέντε μέρες δουλειά τη βδομάδα, που κερδήθηκαν με αγώνες και αίμα, μπήκαν στην πάντα. Δημιουργήθηκε μια κατάσταση όπου όλοι (και οι εργάτες) θεωρούσαν τους εαυτούς τους κερδισμένους. Στην πραγματικότητα όμως δεν διαταράχτηκε ποτέ το ισοζύγιο, που έγερνε πάντα, πεισματικά και μονότονα, προς τη μεριά των αφεντικών.

Αυτά και άλλα ακόμα φαινόμενα θα έχουν ως αποτέλεσμα να γιγαντώνονται χρόνο με το χρόνο οι ανισότητες και οι αδικίες εντός και εκτός του κλάδου και παράλληλα να προβάλλεται με όχι φωτεινά χρώματα η εικόνα του στην κοινωνία. Και ενώ στο συνδικαλιστικό τομέα η οργάνωση και η πάλη των εργαζομένων μέσα από τα ταξικά συνδικάτα μπόρεσε σε μεγάλο βαθμό να διασφαλίσει τυπικά ίδια δικαιώματα για έλληνες και μετανάστες, στην καθημερινή βιοπάλη οι ανισότητες (και όχι μόνο οι οικονομικές) μεγάλωναν, μεγάλωνε και η «ανθρωποφαγία». Τα θύματα έλληνες και «ξένοι», με τους δεύτερους «δεδομένους» και πιο «εύκολους» στην εκμετάλλευση.

Όσοι στερούνταν αναστολών, μπορούσαν εύκολα (ποιος τους έλεγχε;) να «κονομήσουν» «μιζάροντας», εξαπατώντας, κλέβοντας στα μέτρα, κλέβοντας ή νοθεύοντας υλικά, παραδίδοντας έργα με κακοτεχνίες, άρα και με μικρότερο -από το προσδόκιμο- χρόνο ζωής, είτε συμμετέχοντας σε «κυκλώματα» με μηχανικούς και εμπόρους, είτε –οι πιο «μάγκες»- από μόνοι τους. Η εκμετάλλευση ελλήνων και –κυρίως- «ξένων» εργατών χτύπησε κόκκινο. Απλήρωτα μεροκάματα, αδήλωτα ή «απαλλοτριωμένα» ένσημα, τραμπουκισμοί, καταδόσεις στην αστυνομία (για έλλειψη «χαρτιών») οικονομικών μεταναστών που ζητούσαν το δίκιο τους.

Όσοι πήγαιναν κόντρα στον συρμό, αυτό που λένε «με το σταυρό στο χέρι» και, χωρίς βέβαια να μπορούν να διανοηθούν τότε τη σημερινή τραγική κατάσταση, μίλαγαν για «κανόνες», δεν εισακούγονταν ή αντιμετωπίζονταν συνήθως με ειρωνικά μειδιάματα.

Τι είναι οι κανόνες; Επιγραμματικά: πιστοποίηση της παροχής υπηρεσιών και αυστηρός έλεγχος του παραγόμενου έργου. Τηρουμένων των αναλογιών κάτι ανάλογο με αυτό που συνέβη με τα οικοδομικά και συναφή υλικά: καθορισμός και τήρηση συγκεκριμένων προδιαγραφών. Ο κάθε εργαζόμενος στην οικοδομή (βοηθός, τεχνίτης, επιτηδευματίας υπεργολάβος) αποχτά πιστοποίηση για ό,τι προσφέρει. Μια κάρτα, ας πούμε, άσκησης επαγγέλματος, που θα του προσθέτει και θα του προστατεύει τα δικαιώματα αλλά θα του δημιουργεί και υποχρεώσεις. Με βάση τη συγκεκριμένη κάρτα ο εργαζόμενος θα μπορεί να ασκεί την –συγκεκριμένη- ειδικότητά του (που κάτω από προϋποθέσεις μπορεί να είναι και περισσότερες από μια) και να ελέγχεται αν το κάνει σωστά. Πώς θα προμηθεύεται ο κάθε εργαζόμενος την κάρτα πιστοποίησης; Με εξετάσεις (αφού λάβει επιμόρφωση με τη μορφή σεμιναρίων) που θα δίνει στον υπεύθυνο κρατικό φορέα. Αν πρόκειται για υπεργολάβο, επιπλέον με συνεχείς ελέγχους πάνω στη δουλειά του, στον τομέα του. Και με τους εμπειροτέχνες; Με όλους εμάς που αποχτήσαμε τις όποιες γνώσεις μας «κλέβοντας» από τους παλιούς μαστόρους και με την εμπειρία μας μάθαμε (ή –πολλοί- νομίζουν ότι έμαθαν) το επάγγελμα που ασκούμε εδώ και χρόνια; Με εξετάσεις και εμείς, να περάσουμε όλοι από τα θρανία. Τα διαδικαστικά δεν είναι το πρόβλημα, βρίσκονται. Και αν θέλουν οι κύριοι που κόπτονται για την πάταξη της φοροδιαφυγής να προχωρήσουμε περισσότερο, η θέσπιση κανόνων στην οικοδομή θα περιόριζε κατά πολύ και το φαινόμενο της «μαύρης» εργασίας, άρα της φοροδιαφυγής και της εισφοροδιαφυγής. Η βούληση έλειπε όλα αυτά τα χρόνια που το επάγγελμα ανθούσε. Σήμερα που η οικοδομεί ψυχορραγεί ποιος στ’ αλήθεια νοιάζεται;

Θα πει κάποιος, τα πράγματα είναι τόσο απλά; Όχι, δεν είναι. Θα μπορούσαν όμως να γίνουν πιο απλά αν κάποτε κάποιος ξεκινούσε να ξεπλέκει το πουλόβερ. Αν υπήρχε θέληση από το κράτος και αν δεν στρουθοκαμήλιζαν αυτοί που αποτελούν τα μέρη του προβλήματος. Αν κάποιος αποφάσιζε να καταγράψει τα «πώς» και τα «γιατί» της οικοδομής, ρωτώντας τους πιο αρμόδιους, αυτούς που γέμιζαν από τα χαράματα το γιαπί και του έδιναν ζωή και υπόσταση. Οι πιάτσες, στο μεταξύ, μπορεί να πέθαναν, η πείρα όμως παραμένει βαρύ ενθύμιο…

Το πρόβλημα «οικοδομή» ήταν πάντα πολύπλοκο, με πολλές παραμέτρους και κάποιες που έμεναν πάντα άθικτες. Η φύση των κατασκευών στη χώρα μας (πολλά μικρά έργα, ιδιωτική κατοικία) ευνόησε την άνθηση του «υπεργολάβου», του εργαζόμενου δηλαδή που αναγκαζόταν (ή «αναγκαζόταν») να εκμεταλλευτεί άλλους εργαζόμενους για να βγάλει κέρδος. Και εδώ οι όποιες αναστολές κατά κανόνα πήγαιναν περίπατο, άσχετα αν στην εποχή των παχιών αγελάδων η πίτα ήταν πολύ μεγάλη και τα κομμάτια της έφταναν για όλους. Δεν ήταν όμως μόνο η πίτα μεγάλη. Ήταν και η «σύνθεση» αυτών που καλούνταν να τη φάνε ευνοϊκή για κάποιους. Τα λίγα ευρουλάκια που έπαιρνε για μεροκάματο (ή αντί για κολλημένο ένσημο) ο «ξένος» εργάτης βόλευαν και τον ίδιο (στην πατρίδα του, αν έβρισκε δουλειά, έπρεπε να εργαστεί πολλές μέρες για να πάρει ένα «ελληνικό» μεροκάματο) και περισσότερο βολευόταν αυτός που τον πλήρωνε (υπεργολάβος, εργολάβος-κατασκευαστής-εταιρεία, ιδιοκτήτης έργου).

Σήμερα, που όλοι οι εργαζόμενοι δοκιμάζονται από τη βαρβαρότητα της καπιταλιστικής κρίσης (αυτή είναι η σωστή ονομασία, ας δυσανασχετούν κάποιοι) η συντριπτική πλειοψηφία των εργαζόμενων του κατασκευαστικού κλάδου φυτοζωεί, μένοντας ξεκρέμαστη μπροστά στις «νέες συνθήκες». Όπως και το κάνουμε δεν έχουν όλοι τη δυνατότητα να γίνουν επιχειρηματίες, δεν έχουν όλοι τις δυνάμεις να ξενιτευτούν, δεν έχουν όλοι την «τύχη» να βρουν σταθερό μεροκάματο σε μια άλλη δουλειά. Πολλές χιλιάδες τίμιοι δουλευτάρηδες που κόβει το μυαλό τους και πιάνουν τα χέρια τους, βρίσκονται εγκλωβισμένοι και φθείρονται στα γρανάζια της καθημερινής ανάγκης για επιβίωση, με αποτέλεσμα ένα τόσο καλά εξειδικευμένο προσωπικό να παραμένει αναξιοποίητο, ενώ στο μεταξύ παραμένουν ακάλυπτες οι λαϊκές ανάγκες για στέγη και έργα υποδομής. Παράλληλα σκουριάζει ή σαπίζει παραπεταμένος σε υπόγεια και αποθήκες σύγχρονος τεχνολογικός εξοπλισμός και εργαλεία που αποχτήθηκαν με κόπο και, όχι λίγες φορές, με στερήσεις.

Σήμερα, όταν ένας άνεργος οικοδόμος συμπληρώνει μια αίτηση για κλητήρας ή μια θέση «γενικών καθηκόντων» στα «πεντάμηνα» του ΟΑΕΔ ανακαλύπτει ότι πέρα από ένα απολυτήριο λυκείου (αν το έχει και αυτό) δεν έχει τίποτ’ άλλο στα χέρια του που να πιστοποιεί τις όποιες δυνατότητές του. Ότι, δηλαδή, τα χρόνια που πέρασαν, με αυτά τα χέρια και τη χρήση της κοφτερής αντίληψής του «σήκωσε» ολόκληρες πολιτείες και μέγαρα. Ακόμα και για μια ξένη γλώσσα που ίσως να γνωρίζει, ή για τη χρήση του υπολογιστή που πιθανώς να εξέλιξε με τον χρόνο, -κατά κανόνα- δεν έχει κάποιο «χαρτί» που να τα πιστοποιεί. Αυτομάτως λοιπόν εντάσσεται στην ίδια κατηγορία με κάποιον που δεν έκανε τίποτα στη ζωή του, με αυτόν που δεν έχει κολλήσει ούτε εκατό ένσημα, με αυτόν που δεν ξέρει πώς τοποθετούν ένα κάδρο στον τοίχο, με αυτόν που δεν άνοιξε ποτέ στη ζωή του ένα βιβλίο. Γιατί έτσι ήθελε πάντα τον εργάτη το σύστημα, άξεστο και χαμηλού επιπέδου και εκεί θέλει να τον κρατήσει και «με τη βούλα».

Σήμερα, τους οικοδόμους που διάνυσαν ήδη μερικές δεκαετίες στη ζωή τους δεν τους παίρνει κανείς για δουλειά, σε οποιαδήποτε δουλειά. Παραμένουν στα αζήτητα, πρόωρα παροπλισμένοι, σαν τα λαβωμένα σκαριά που ξέμειναν στα εγκαταλειμμένα καρνάγια, έχοντας όμως ακόμα πολλά να δώσουν· γεμάτοι ζωή, γνώσεις, δύναμη και πάθος για δημιουργία. Προσπαθούν να σταθούν όρθιοι και μαζί να κρατήσουν όρθιες τις οικογένειές τους, να στηρίξουν και να στηριχτούν από τους συναδέλφους τους, να δώσουν και να πάρουν δύναμη από όσους επίσης δοκιμάζονται και αντιστέκονται, έχοντας να παλέψουν με δυνάμεις που τις περισσότερες φορές τους ξεπερνούν. Έμαθαν όμως τη ζωή να την παλεύουν και γι’ αυτό δεν το βάζουν κάτω. Όσοι αντρώθηκαν στο γιαπί και στη σκαλωσιά, όσοι τους «έψησε» η παγωνιά και το λιοπύρι, όσοι έμαθαν τι θα πει πεζοδρόμιο και σφιγμένες γροθιές, «δέθηκαν» σαν το ατσάλι στο καμίνι της τάξης τους, είναι από γερό μέταλλο για να λυγίσουν. Και γνωρίζουν καλά πια ότι κανένας από μόνος του δεν είναι τόσο δυνατός για ν’ αντέξει.