• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Ο Χανιώτης ποιητής Μανούσος Γ. Δασκαλάκης (1948-2017)

Παρουσιάζει ο Ειρηναίος Μαράκης //

Όλοι θα πεθάνετε.
Εκτός από εμένα.
Για να σας υπενθυμίζω
να ζείτε κάθε ημέρα
την ζωή σας.
(Υπενθύμιση, Μανούσος Δασκαλάκης).

 

Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που ξεχωρίζουν με την καλοσύνη τους, με ευγένεια και την θετική τους ενέργεια, με την γενικότερη παρουσία τους. Υπάρχουν επίσης κάποιοι άνθρωποι βαθιά συναισθηματικοί και ευαίσθητοι, πολίτες ενεργοί και συνειδητοποιημένοι που χαίρεσαι να τους ακούς και κατά περίπτωση, να τους διαβάζεις, που η φυσική τους απώλεια σου δημιουργεί ένα τεράστιο συναισθηματικό κενό ακόμα και όταν δεν τους γνώριζες προσωπικά. Ο ποιητής και αρθρογράφος Μανούσος Δασκαλάκης αποτελούσε μια τέτοια περίπτωση ανθρώπου – μία από τις πολλές ανάλογες περιπτώσεις, μία από τις πολλές ελπίδες αυτού του τόπου, του ποτισμένου με αίμα, του ηρωικού.

Ο Μανούσος Δασκαλάκης, γεννημένος το 1948 στα Σφακιά των Χανίων, ήταν ένας αυτοδημιούργητος βιοπαλαιστής που δίχως να έχει σπουδάσει και με περίσσια ευαισθησία αυτομορφώθηκε, παρακολουθώντας ανελλιπώς σεμινάρια στο «Ινστιτούτο Κρητικού Δικαίου» και στο «Ανοιχτό Λαϊκό Πανεπιστήμιο» του Δήμου Χανίων, σχολίαζε την επικαιρότητα, έγραφε ποίηση και πεζογραφία, αρθρογραφώντας στις τοπικές εφημερίδες «Αγώνας της Κρήτης» και «Χανιώτικα Νέα» για σχεδόν τριάντα χρόνια. Ήταν μέλος της «Ένωσης Πνευματικών Δημιουργών Ν. Χανίων» ενώ είχε διατελέσει μέλος του Διοικητικού της Συμβουλίου επί δύο θητείες (2006 και 2008). Συμμετείχε στα κοινά, σε εκδηλώσεις κοινωνικού, πολιτιστικού και πολιτικού ενδιαφέροντος, σταθερός παρατηρητής και αναλυτής των κοινωνικών και πολιτικών φαινομένων. Πλούσιο το βιογραφικό του, όπως μας το παρουσιάζει ο ίδιος στον προσωπικό του διαδικτυακό χώρο, το ιστολόγιο «Χανιώτικη Αύρα», τονίζοντας ιδιαίτερα ότι από πολύ νωρίς συνειδητοποίησε ότι τα παιδιά των πολύ φτωχών οικογενειών, της εποχής του δεν είχαν την δυνατότητα να σπουδάσουν αν και ο ίδιος ήταν ένας άριστος μαθητής και γι’ αυτό εργάστηκε σκληρά από τότε που τέλειωσε το δημοτικό ως το στρατιωτικό του ως πλανόδιος μικροπωλητής ενώ eεπαγγελματικά, μετά το στρατιωτικό του ασχολήθηκε με το εμπόριο και την βιοτεχνική παραγωγή. Αντανάκλαση αυτών των εμπειριών του Μανούσου Δασκαλάκη θα βρούμε σε πολλές ποιητικές αναφορές του. Γράφει χαρακτηριστικά στο ποίημα του «Το δικό μου σχολείο»:

Ήταν εβδομήντα πέντε.
Κι ήταν όλα τους παιδιά.
Τόσες ήταν οι τάξεις
στην δική μου εποχή.
1955 -1960
Φτωχά παιδιά ξυπόλητα
ορφανά.
Περήφανα παιδιά
Άνοιγαν το χέρι στην δασκάλα
για την πρώτη χαρακιά.
“Τι δουλειά κάνει
ο μπαμπάς σου παιδί μου;”
“Τελευταία ήρθαμε στην πόλη
από το χωριό κυρία.”
“Ακόμη ψάχνει για δουλειά.”

   Ή όπως θα δούμε, αντίστοιχα, και στο ποίημα «Ο μονόδρομος»:

Τι δυστυχία.
Το παιδί μεγάλωσε
μέσα στην φτώχεια
και την γκρίνια.
Δεν εισέπραξε ποτέ
επαίνους.
Οι επιλογές του ήταν
μονόδρομος.
Δίχως σπουδές.
Από παιδί στο καθήκον¨
Δουλειά δουλειά
δουλειά.
Όλη του την ζωή πέρασε
για να επουλώσει τις πληγές του.
Προσπαθούσε και αγκομαχούσε…

Αυτοδίδακτος ποιητής και παθιασμένος φιλαναγνώστης ο Μανούσος Δασκαλάκης, ξεχώριζε με την παρουσία του μέσα σε μία πόλη που η πνευματική της κίνηση περνάει από την νοσταλγία ενός παραποιημένου ιστορικού παρελθόντος (όπου η οποιαδήποτε κριτική αναφορά στον «Εθνάρχη» Ελευθέριο Βενιζέλο χαρακτηρίζεται το λιγότερο «αντιπατριωτική») σε έργα που ο ποιητικός τους κύκλος ανακυκλώνει παλαιότερες μορφές έκφρασης, τόσο στη μορφή όσο και στα θέματα (έχοντας όμως φωτεινές εξαιρέσεις δημιουργούς όπως ο αείμνηστος Γιώργος Μανουσάκης αλλά ενεργούς και ακμαίους μέχρι σήμερα ποιητές όπως τους Βικτώρια Θεοδώρου, Λεωνίδα Κακάρογλου, Βαγγέλη Κακατσάκη και τον Δημήτρη Κακαβελάκη,  την Ελένη Μαρινάκη, για να αναφέρω τους επιφανέστερους από αυτούς). Και ξεχώρισε κυρίως γιατί ήταν ένας βιωματικός δημιουργός που με τα έργα και την αρθρογραφία του εξερεύνησε τα ζητήματα της εποχής μας με κριτική ματιά, νοσταλγώντας δημιουργικά το παρελθόν αλλά και χωρίς να υπερασπίζεται μία επιστροφή σε εποχές δήθεν αθώες και ρομαντικές. Κανένα θέμα της επικαιρότητας, κανένα ζήτημα της σύγχρονης εποχής δεν έμεινε ασχολίαστο, πάντα δημιουργικά από τον Μανούσο Δασκαλάκη, ούτε καν τα ζητήματα των ηθικών κανόνων και της σεξουαλικότητας.

Στα ποιήματά του, περισσότερο και από την πολιτική παρέμβασή του, θα βρει ο αναγνώστης εικόνες που στοίχειωσαν τις μνήμες του ποιητή και κατ’ επέκταση τις μνήμες ενός ολόκληρου τόπου, ενός ολόκληρου λαού, που προσπάθησε να αναστηθεί (και το προσπαθεί ακόμα) μέσα από τη φτώχεια και την εξαθλίωση. Η απλή, αιχμηρή, σύντομη, χωρίς περιττά καλολογικά στοιχεία γλώσσα του, αναδεικνύει με δυναμικό τρόπο αυτές τις εικόνες, αυτές τις μνήμες, όπως παρατηρούμε και στο ποίημα του «Ο τυρέμπορος»:

Πάμπτωχος ο μπαμπάς με πολλά
παιδιά.
Εσωτερικός μετανάστης χωρίς δουλειά.
Κάποια στιγμή με απελπισία
αρπάζει από το σπίτι
το Κρητικό βουργιάλι και οδεύει
στο λεωφορείο του χωριού.
Μιλάει με μικρούς κτηνοτρόφους όπου
έφερναν στην πόλη
κάποια γραβιέρα για πούλημα.
Βάζει το “κεφάλι” τη γραβιέρα στο σακούλι
και λιανικώς την πουλά σε γραφεία
και καταστήματα.
“Τι δουλειά κάνει ο πατέρας σου
παιδί μου ρωτάει η δασκάλα
τον μικρό.”
-“Πουλάει τυρί κυρία.”
-“Είναι δηλαδή τυρέμπορος!!!!”
Το παιδί γνέφει το κεφάλι
καταφατικά με αμηχανία και ντροπή.

Αλλά δεν νοσταλγούσε μόνο, έστω και δημιουργικά, ο ποιητής Μανούσος Δασκαλάκης, οργιζόταν κιόλας, θύμωνε με την πολιτική διαφθορά και με τους στίχους του, ειρωνικούς και σκληρούς την ίδια στιγμή, στιγμάτιζε τον καθωσπρεπισμό και την κοινωνική ηλιθιότητα, εκφράζοντας και μια πολιτική, οπωσδήποτε προσωπική, απογοήτευση όπως στο ποίημα του με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Βουβοί»:

Τώρα δεν μιλάμε για πολιτική
Μας πήραν την λαλιά
 
οι αρπακτικοί.
Τώρα εμείς βουβοί
πληρώνουμε.
Τα κερατιάτικα
Τα γαμισιάτικα.
Ας είναι και μπαγιάτικα.
Γιατί μωρέ γιατί;
γίναμε μαλθακοί;

    Η καθημερινή ευτέλεια της ζωής, η θυσία των ανθρώπινων αξιών και της δημοκρατίας (έστω αυτής της κουτσουρεμένης, της κίβδηλης, της αστικής δημοκρατίας), η υποτέλεια των πολλών μπροστά στη σιδερένια φτέρνα της εξουσίας ήταν ένα ακόμα από τα πολλά ζητήματα που ασχολήθηκε ο ποιητής, όπως διαβάζουμε στο πικρό ποίημα του «Παίζουμε»:

Παίζουμε;
Η ζωή είναι ένα παιδικό παιγνίδι.
Ας πούμε σαν το¨ “μονόπωλη.”
Ο άνθρωπος σαν δρομέας
ανωμάλου δρόμου.
Θα παλέψουμε μέχρι θανάτου
Θα ξεσκιστούμε.
Θα φάμε τις σάρκες μας.
Θα γίνουμε σαν κανίβαλοι.
Θα χάσουμε κάθε ίχνος ανθρωπιάς.
Όποιος επιβιώσει θα
ονομαστεί¨ “νικητής”
Θα του δώσουν βραβείο.
Ίσως η πολιτεία να τον τιμήσει
με ονομασίες οδών και πλατειών.
Παιγνίδι είναι αυτό.
Ο νικητής τα παίρνει όλα.
Ο χαμένος τίποτα.

Η αλήθεια είναι ότι δεν προσδοκούσε μια ριζική αλλαγή της κοινωνίας και του πολιτικοοικονομικού συστήματος ο ποιητής, συχνά στην αρθρογραφία του, λανθασμένα, τόνιζε πως ο σοσιαλισμός απέτυχε εκεί που προσπάθησε να οικοδομηθεί, ανακυκλώνοντας, άθελα του, τις παλιές, μεταμοντερνιστικές ιδέες για το τέλος της ιστορίας. Αλλά δεν ήταν και απολογητής του καπιταλισμού, αντίθετα ήταν ένας μοναχικός αγωνιστής, ένας φιλάνθρωπος και ανθρώπινος ατομιστής που έλπιζε σε μία γόνιμη αναδημιουργία, πάνω σε ηθικές και νομικές βάσεις και για αυτό αγωνίζονταν, εχθρός κάθε εξουσίας, όπως ακριβώς δηλώνει και στο ποίημά του «Ο σταυρωμένος», που τολμώ να πω αποτελεί, μεταξύ άλλων, μια πολύ σημαντική παρέμβαση στο έργο του:

Δεν πιστεύω σε θρησκείες κύριε.
Οι άνθρωποι ….
Με προδίδουν με φτύνουν.
με σταυρώνουν καθημερινά.
Δεν προσπαθώ να σώσω κανένα κύριε.
Τον εαυτόν μου θέλω
να γνωρίσω να βοηθήσω.
Όλες οι εξουσίες όμως μου ρίχνονται
να με κατασπαράξουν.
Αντιστέκομαι κύριε….

   Η πόλη των Χανίων έχασε είναι η αλήθεια ένα πολύ ιδιαίτερο πνευματικό παιδί της, ένα «ελάσσων ποιητή» σύμφωνα με χαρακτηρισμό του φιλόλογου Κώστα Μουτζούρη όταν γνώρισε τον ποιητή στην Χανιώτισσα πνευματική δημιουργό, Βικτώρια Θεοδώρου (χαρακτηρισμός που είχε στενοχωρήσει αρχικά τον Μανούσο Δασκαλάκη, μόνο για να αναθεωρήσει στη συνέχεια), αλλά δεν πρόκειται ποτέ να τον ξεχάσει.