• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Νίκος Παπάζογλου, ταξιδευτής στη ρωγμή του χρόνου

Γράφει ο Οικοδόμος //

papazoglou11Πολλοί οι καλλιτέχνες που αγαπήθηκαν στο πέρασμα του χρόνου· αρκετοί κι αυτοί που δημιούργησαν, και ας μην το επεδίωξαν πάντα οι ίδιοι,  αυτό που αποκαλείται από πολλούς  «φανατικό κοινό»· λίγοι όμως καταφέρνουν να στεριώσουν βαθιά στο μέσα των ανθρώπων «παραβιάζοντας» την απόσταση μεταξύ σκηνής και ανωνυμίας του ακροατή-θεατή και σπάζοντας τα ―συνήθως― προκαθορισμένα όρια διάρκειας της παρουσίας τους. Όταν αυτό συμβεί τότε το σύνηθες δούναι και λαβείν παραμερίζεται ως μια σύμβαση χωρίς αντίκρισμα και μεταξύ πομπού και αποδέκτη χτίζονται δεσμοί που αντέχουν στις κακουχίες που επιφέρει ο χρόνος.

Αυτή η διαπίστωση μπορούμε να πούμε ότι ισχύει στην περίπτωση του Νίκου Παπάζογλου, έστω και αν είναι μικρό ακόμα το χρονικό διάστημα από τη μέρα που έφυγε, πρόωρα, από τη ζωή. Η πορεία αυτού του καλλιτέχνη, που αποτελεί μια ξεχωριστή περίπτωση στο χώρο του τραγουδιού, είναι που πιστοποιεί ότι τα χνάρια του χαράχτηκαν αρκετά βαθιά για να τα σκεπάσει σύντομα η αδηφάγα σκόνη της λήθης. Άλλωστε η επιτυχία για τον Νίκο Παπάζογλου δεν μετριόταν με αριθμούς ή το χρώμα (χρυσός-πλατίνα) των δίσκων. Ο ίδιος επέμενε μονότονα να φτιάχνει και να ονομάζει τους δίσκους του «στρόγγυλους»· όχι βέβαια για να τονίσει το σχήμα τους (όλοι οι δίσκοι έχουν το σχήμα του κύκλου!), αλλά για να δώσει έμφαση στα υλικά από τα οποία είναι φτιαγμένοι.

Οι μουσικές του που καταφέρνουν  ν’ ανακατεύουν σε γοητευτικά χαρμάνια τη συγκίνηση του  μπουζουκιού με τον παφλασμό των νερών του Θερμαϊκού, τους λυγμούς της Σμύρνης και του Αϊβαλιού με τ’ ανοιχτά πανιά του δοξαριού ενός βιολιού, και τον πόνο με την αψάδα των χορδών της ηλεκτρικής κιθάρας, οι διαλεγμένοι στίχοι, οι εξαίρετοι μουσικοί συνεργάτες του, οι ενορχηστρώσεις, ακόμα και τα μηχανήματα εγγραφής του ―δικού του― «εργαστηρίου ηχογραφήσεων “Αγροτικόν”», όλα φέρουν την αυθεντική σφραγίδα του χειροποίητου, τη γνώση, την επιλογή, τη μαστοριά και το μεράκι του Νίκου Παπάζογλου.

Και, βέβαια, η ιδιαίτερη ερμηνεία του· αυτή η ανόμοιαστη  εκφορά ηχοχρωμάτων, η βγαλμένη από βιώματα και μακρινές θύμησες, που δωρίζει  απλόχερα στον ακροατή εικόνες, πέρα από αυτές των στίχων, και μυρωδιές και συναισθήματα, και τον ταξιδεύει εκεί όπου οι ζωογόνες ρίζες μας χώνονται βαθιά για να μας κρατάνε ζωντανούς.

papazoglou7Το πέρασμά του από τα μουσικά πράγματα ήταν ήσυχο  και χαμηλόβλεπο, ντυμένο με φτηνό μπλουτζίν και πολύτιμους μελωδικούς ήχους, που έρεαν απ’ την πηγή της ψυχής του. Θεσσαλονικιός παλιομοδίτης, είχε διαρκώς στραμμένη την πλάτη του στις μόδες που εναλλάσσονταν  σκεπάζοντας με την χρυσόσκονη της ευτέλειας και της ματαιοδοξίας κάθε τι, από την τέχνη μέχρι την καθημερινότητα των ανθρώπων. Ο Νίκος Παπάζογλου ντυνόταν χωρίς τη «φαντασία» πολλών άλλων «επωνύμων»· φορούσε ξεβαμμένα τζιν και πουκάμισα σαν αυτά των φυλακισμένων και μια κόκκινη μπαντάνα στο λαιμό ή την κωλότσεπη συμπλήρωνε μια,  «εμμονική» για πολλούς,  «στιλιστική» επιλογή, που δεν «έγραφε» στα  φώτα του «σταρ-σίστεμ»· για το οποίο ο ίδιος δεκάρα δεν έδινε. Θα τον έβρισκες πίσω από την λάμψη των προβολέων· να σκαλίζει τις χορδές των οργάνων του, να μαστορεύει τα μηχανήματα του στούντιο, να σκάβει τη γη, να πιλοτάρει κάποιο μικρό αεροπλάνο, ή να παλεύει με τον Βαρδάρη στο τιμόνι ενός ιστιοπλοϊκού. Σε πείσμα του καιρού που πουλάει και αγοράζει ―σχεδόν― τα πάντα αυτός αναζητούσε στα «υπόγεια», και τα έβρισκε,  κάποια από κείνα τα στοιχεία που έχει ανάγκη ο άνθρωπος για να μην ξεχνάει ότι είναι άνθρωπος.

Όταν ένιωσε να πνίγεται από τους επιβαλλόμενους «καρπούς» της  «επιτυχίας», αποτίναξε τους κανόνες που πέρναγαν μέσα από τις νυχτερινές πίστες, τα φώτα της τηλεόρασης και τις σελίδες του σκανδαλοθηρικού τύπου, και που ήθελαν τον καλλιτέχνη να παράγει, σαν μηχανή, έναν και περισσότερους δίσκους κάθε χρόνο για να παραμένει στην «επικαιρότητα»· ως γνήσιος  τζώρας δεν δίστασε να βαδίσει το δικό του δρόμο. Όσοι στάθηκαν έστω και μια φορά σε κάποια μουσική σκηνή, ένα ανοιχτό θέατρο, κάποιο γήπεδο, ένα δροσερό νταμάρι ή παραλία που έδωσε συναυλία  ο Νίκος Παπάζογλου, θα θυμούνται έναν λιγομίλητο καλλιτέχνη που μιλούσε με την τέχνη του και με την ―ευγενική και σεμνή― σκηνική παρουσία του. Για τα «άλλα» παρέμενε σιωπηλός, όχι γιατί δεν είχε και γι’ αυτά κάτι να πει, αλλά προτιμούσε να παραχωρεί το «χώρο» του στους «πολυλογάδες» για να εκτίθενται.

papazoglou44

Ο Νικόλας, όπως τον αποκαλούνε ακόμα οι φίλοι του και όσοι γνωστοί και άγνωστοί του, τόσα χρόνια, «μυημένοι» τον νιώθουν φίλο τους, δεν έταξε ποτέ κάτι άλλο  από αυτά που είχε να δώσει. Δεν κορόιδεψε, δεν πρόδωσε δεν απογοήτευσε ποτέ αυτούς που τον εμπιστεύτηκαν και τον αγάπησαν. Δεν απασχόλησε τα ΜΜΕ με την προσωπική του ζωή, δεν σύχναζε στα «μπουζούκια» και στα πάρτι της «σόουμπιζ», δεν φωτογραφήθηκε με τα παιδιά του στις διακοπές του σε κάποιο νησί, όπως «οφείλει» να κάνει κάθε  «επώνυμος»… που σέβεται τον εαυτό του, δεν έβγαινε στο γυαλί αν δεν υπήρχε λόγος που να αφορά τη δουλειά του.

Από το 1973 που για πρώτη φορά ηχογραφήθηκε τραγούδι του, στα 1978 όπου ο ίδιος ξεχωρίζει για τις ερμηνείες του στην Εκδίκηση της γυφτιάς, το  1984 που ηχογράφησε τον πρώτο προσωπικό του δίσκο (το μοναδικό… χαράτσι που θα αγαπάμε για πάντα) μέχρι το 2010 με τη μια και μοναδική συμμετοχή του σε δίσκο με παραδοσιακά τραγούδια της Κιμώλου· πότε με την «Ταχεία Θεσσαλονίκης», πότε με τη «Λοξή Φάλαγγά» του και πότε μοναχικά, ο Νίκος Παπάζογλου τοποθέτησε αθόρυβα και με μαστοριά το δικό του λιθαράκι στο οικοδόμημα του ελληνικού τραγουδιού.

Και αθόρυβα έφυγε, πριν την ώρα του, στις 17 Απρίλη του 2011, αυτός ο ντόμπρος και ταλαντούχος καρντάσης, αφήνοντας πίσω τραγούδια,  θύμησες και εικόνες που αντιστέκονται στο χρόνο. Ερωτευμένος με μια «Καρυάτιδα» μελωδός του «Αυγούστου», «μέσω νεφών» ή με το «βαρκάκι» του, «ό,τι καιρό κι αν κάνει», πότε «μοναχός άνθρωπος» και πότε «δραπέτης», ο Νίκος Παπάζογλου κρατώντας τη «βαριά βαλίτσα» με τα μυροβόλα τραγούδια του θα κρατάει ζωντανές «τις ομορφιές που πήγαν άδικα» και θα μας ταξιδεύει για κει που, κάτω απ’ το φως της «Μά’ισσας σελήνης»,  «γίνονται ένα, θάλασσα και ουρανός».