Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Ήταν 18 Νοέμβρη | Άσε μας θεέ ψηλά, να θυμόμαστε τ’ απλά -λοχαγούς και βασιλιάδες, τον IRA και την πατρίδα την καημένη…

(σαν σήμερα…)
Ήταν 18 Νοέμβρη
πέρα στο Μακρούν μπροστά
φτάσαν ταχτικοί χακένιοι
με τα μεταγωγικά.
Τα παιδιά τούς καρτερούσαν
του στρατού λαϊκού
και με τις χειροβομβίδες
τούς εκάναν τ’ αλατιού.

🧨  IRA 100+ χρόνια 💣 💥

Η σύγκρουση είναι «παράδοση». Όπως και η ένοπλη αντίσταση κατά της βρετανικής κυριαρχίας και κατοχής της Ιρλανδίας, τόσο πολιτικής όσο και στρατιωτικής.
Η παράδοση αυτή, βέβαια, θα μπορούσε γενικά να έχει τελεσφόρα και αποτελεσματική έκφραση, εάν είχε προηγηθεί μια μακρά περίοδος -όχι κατ’ ανάγκην απολύτως ειρηνικής- εξέγερσης του ιρλανδικού λαού και μαχητικής | στοχευμένης της βίαιης αντιμετώπισης του απολύτως νόμιμου αιτήματός του, για ανεξαρτησία, από τους Βρετανούς.
Από τη 10ετία του 1790, που πρωτοξεκίνησαν οι ένοπλες εξεγέρσεις με τους «Ενωμένους Ιρλανδούς» μέχρι την “επίσημη” ίδρυση του ΙΡΑ (1919-21), που πολεμούσε για την ανεξαρτησία του Όλστερ (Cúige Uladh, Ulstèr, Ulster –δείτε εδώ την οπτική της Αγγλίας) και ένωσή του με την Ιρλανδία όπου (μέχρι το 1998 περίπου), εκτός από τους Βρετανούς οι σύμμαχοί τους προτεστάντες, που έπαιζαν το ρόλο του «χωροφύλακα» των βρετανικών συμφερόντων, αποτελώντας τους δύο πόλους ενός πολέμου, που εξελίχτηκε από ένοπλο αγώνα ανεξαρτησίας, σε εμφύλιο και μετά σε αντάρτικο των πόλεων.
Αυτός ο ανταγωνισμός των δύο –παραπλανητικά ονομαζόμενων «αντιμαχόμενων κοινοτήτων» – κάτι σαν φυσικό χαρακτηριστικό – πάντα λειτουργούσε ως μοχλός χειραγώγησης του κινήματος ανεξαρτησίας αλλά και οποιασδήποτε άλλης μορφής πάλης, συμπεριλαμβανομένης και της ταξικής.

Ο Ιρλανδός Brendan [Francis Aidan] Behan (9-Φεβ 1923 | 20-Μαρτ-1964) υπήρξε πολυσχιδής ποιητής, διηγηματογράφος, συγγραφέας (+θεατρικός), μυθιστοριογράφος, σεναριογράφος που έγραψε στα αγγλικά | ιρλανδικά και θεωρείται ως ένας από τους μεγαλύτερους Ιρλανδούς συγγραφείς όλων των εποχών.
Μεταξύ των έργων του το μονόπρακτο An Giall, που το 1958 σε μια loose αγγλική έκδοση του με τραγούδια, προσαρμόστηκε ως «The Hostage» (ο όμηρος) για το θέατρο, αναφορικά με τα γεγονότα που οδήγησαν στην εκτέλεση ενός 18χρονου μέλους του IRA σε φυλακή του Μπέλφαστ, κατηγορούμενου για τη δολοφονία ενός αστυνομικού της Βασιλικής Χωροφυλακή του Όλστερ (σσ. η περίφημη Royal Ulster Constabulary, με πάνω από 8.500 τσιράκια των Άγγλων που διαλύθηκε το 2001)

Η δράση του έργου διαδραματίζεται σε ένα περίεργο «κακόφημο» σπίτι στην οδό Νέλσον του Δουβλίνου, που ανήκει σε έναν πρώην διοικητή του IRA. Όπως στο πρώτο θεατρικό του Behan (Quare Fellow -1954) το κοινό δεν βλέπει ποτέ τον πρωταγωνιστή, απλά διαισθάνεται την ύπαρξή του.
Ο όμηρος του τίτλου είναι ο Leslie Williams, ένας νεαρός και αθώος στρατιώτης του Cockney British Army (σσ. ένα από τα πολλά nicknames του Βρετανικού Στρατού), στα σύνορα με τη Βόρεια Ιρλανδία που κρατείται σε ένα είδος μπουρδέλου, με έναν ζωντανό αλλά απελπιστικά ανορθόδοξο συνδυασμό ιερόδουλων, επαναστατών του IRA κλπ. «τύπων» που κατοικούν εκεί.
Κατά τη διάρκεια της παράστασης, αναπτύσσεται μια ιστορία αγάπης μεταξύ Λέσλι και της Τερέζα, ενός νεαρού κοριτσιού, κατοίκου του σπιτιού. Και οι δύο είναι ορφανά ξένα στην πόλη και η Τερέζα υπόσχεται να μην τον ξεχάσει ποτέ.

Το έργο τελειώνει με την είδηση του απαγχονισμού στο Μπέλφαστ και την έφοδο των Gardaí (swat της εποχής) στον «οίκο ανοχής», η Λέσλι σκοτώνεται σε ένα καταιγισμό από σφαίρες και στο φινάλε το άψυχο κορμί της αιωρείται τραγουδώντας «The Bells of Hell Go Ting-a-ling-a-ling» (σσ. τραγούδι Βρετανών αεροπόρων από τον Α ‘Παγκόσμιο Πόλεμο -δημιουργήθηκε γύρω στο 1911).

Το φινάλε θυμίζει έντονα το «Θεώρημα» (Teorema – 1968) του Pier Paolo Pasolini όπου στο σπίτι μιας μεγαλοαστικής οικογένειας ζουν ο εργοστασιάρχης πατέρας, η σύζυγος, η κόρη, ο γιος και η υπηρέτρια και μια μέρα έρχεται απρόσκλητος και χωρίς προφανή λόγο ένας νεαρός επισκέπτης.
Μένει μαζί τους για λίγο και φεύγει όπως ήρθε αφού συνευρίσκεται ερωτικά με όλα τα μέλη του σπιτιού και «τρελαίνει» τους πάντες, με εξαίρεση την υπηρέτρια (εργατική τάξη) που επιστρέφει στο χωριό της και «αγιάζει» σε ένα καρέ ανάληψης.

«The Hostage»: η παράσταση περιλαμβάνει ένα μεγάλο καστ πάνω με πάνω από 13 Ιρλανδούς χαρακτήρες να αντιπροσωπεύουν διαφορετικές όψεις του ιρλανδικού πατριωτισμού και εθνικισμού, με κωμικά στοιχεία που εκφράζουν την αντιπάθεια –ίσως και τον αυτοχλευασμό του Behan για διαφορετικές πτυχές του εθνικιστικού, του καθολικισμού, του ρεπουμπλικανικού Ιρλανδικού οράματος στα τέλη της 10ετίας του 1950.

ℹ️ 🔹 Το βιβλίο του Behan, στις πρώτες εκδόσεις είναι «συλλεκτικό» (η πανόδετη έκδοση κοστίζει 750-950$!)
ℹ️  🆘 Οι πολιτικές απόψεις του δεν είχαν σε καμιά περίπτωση να κάνουν με το μαρξισμό και την διαλεκτική –βλ παρακάτω και σύντομο βιογραφικό.
Στο βίντεο που ακολουθεί (αρχές 10ετίας 1950 στο απόγειο της αντικομμουνιστικής υστερίας στις ΗΠΑ) συζητά για τον James Connolly (Τζέιμς Κόνολι) και την εξέγερση του 1916 στο Δουβλίνο (σσ. “Ανάδυση του Πάσχα”, γνωστή και ως “εξέγερση του Πάσχα, ένοπλη εξέγερση στην Ιρλανδία κατά τη διάρκεια της μεγαλοβδομάδας τον Απρίλη του 1916).
Με μικρή παύση για να περιπλανηθεί στον κινεζικό σοσιαλισμό – χαϊδεύει τ΄αφτιά των αμερικανών με χλευασμό στον Λένιν (t=1λ+50δ) σε σχέση με το συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός (Rising-εξέγερση) λέγοντας ειρωνικά «Ελπίζω να μην σπάσει ο δίσκος –να μην τιναχτεί στον αέρα η ηχογράφηση, στο σημείο να αναφέρω το όνομά του»
Παρακολουθήστε τον πάντως –με την ευκαιρία (t=4λ+34δ)  ενώ ερμηνεύει μερικές προσωπικές συνθέσεις, συμπεριλαμβανομένης της στοιχειωμένης μπαλάντας της φυλακής (The Auld Triangle ακούστε το και στην εξαιρετική σύγχρονη εκτέλεση των Luke Kelly & The Dubliners – t=0λ+51δ) και ενός άλλου τραγουδιού που αφηγείται τη συμμετοχή του σε επιχείρηση του IRA όταν ήταν 14 ετών (Bonfire on the Border –δείτε και εδώ).

Δυο λόγια περί Τζέιμς Κόνολι (5-Ιουν-1868 | 12 Μάη 1916): Γεννημένος στο Εδιμβούργο, από Ιρλανδούς γονείς δραστηριοποιήθηκε στο Σοσιαλιστικό κίνημα στις αρχές της δεκαετίας του 1890, πήγε στην Ιρλανδία το 1896 όπου ίδρυσε το Irish Socialist Republican Party – Ιρλανδικό Σοσιαλιστικό Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, μετανάστευσε στις ΗΠΑ το 1903.
Έγινε μέλος του Socialist Labour Party (U.S.) -Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος (ΗΠΑ) και των Industrial Workers of the World (Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου) και ίδρυσε την Irish Socialist Federation (Ιρλανδική Σοσιαλιστική Ομοσπονδία στη Νέα Υόρκη, 1907)
Επέστρεψε στην Ιρλανδία το 1910 ως ψυχή του Σοσιαλιστικού Κόμματος της Ιρλανδίας – Μπέλφαστ διοργανωτής του Irish Transport and General Workers Union (Ιρλανδικού Συνδικάτου Μεταφορών) και –το 1914 Διοικητής του Ιρλανδικού Δημοκρατικού Στρατού στο Δουβλίνο
Εκτελέστηκε από τους Άγγλους το 1916 μετά την Εξέγερση (περισσότερα στο marxists.org)

ℹ️  Δείτε επίσης amazon-music Brendan Behan και Brendan Behan Sings Irish Folk Songs & Ballads όπου μπορείτε να ακούστε τα πάντα

“Laughing Boy” -Το γελαστό παιδί»

Το έργο –διάρκειας πάνω από 2 ώρες, εναλλάσσεται αναπάντεχα μεταξύ κωμωδίας, σοβαρού πολιτικού σχολιασμού και τραγωδίας και αυτή η συνεχής μετάπτωση εντείνεται ακόμη περισσότερο από τις τακτικές αλλαγές του λόγου σε τραγούδι, με μια σειρά από δημοφιλείς μπαλάντες που σημαδεύουν την αφήγηση, όταν τραγουδιούνται από διαφορετικά μέλη του καστ.
Ο Behan χρησιμοποιεί μπρεχτικές τεχνικές -απευθείας κουβέντα με το κοινό, χρησιμοποιώντας τραγούδι και χορό για να αντισταθμίσει την τραγωδία της κατάστασης.

Η ελληνική έκδοση του θεατρικού -«Ένας όμηρος», ανέβηκε για πρώτη φορά την άνοιξη του 1962 στο Κυκλικό Θέατρο σε σκηνοθεσία Λεωνίδα Τριβιζά και σκηνικά Γιάννη Τσαρούχη.
Πρωταγωνιστούσαν οι Κώστας Μπάκας, Χρήστος Πάρλας, Νέλλη Αγγελίδου, Ντόρα Γιαννακοπούλου, Τασσώ Καββαδία.
Τη μουσική και τα τραγούδια για την παράσταση έγραψε ο Μίκης πάνω σε στίχους του Brendan Behan, που απέδωσε στα ελληνικά ο μεταφραστής του έργου Βασίλης Ρώτας.

Το Σεπτέμβριο θυμάμαι όταν άδειαζαν οι πάγκοι
κι έπαψ’ ή βουή του κόσμου, πήγαν τα παιδιά για τσάι.
Άσε μας θεέ ψηλά, να θυμόμαστε τ’ απλά
τώρα που έχουν πια πεθάνει
όλοι που μας αγαπάνε, λοχαγοί και βασιλιάδες.

Πέρα στην παλιά μας Κύπρο και στην Κένυα την καημένη
όλοι εκεί βασανισμένοι μαύροι κι άσπροι από τους άσπρους.
Και στα ξωτικά τα μέρη κι όπου ρίξουμε το μάτι
το κουδούνι του σχολείου στο μισό Μπέλφαστ σημαίνει
κι αχ, ή Αγγλία μας ή καημένη, λοχαγοί και βασιλιάδες.

Σκόνταψα σ’ ένα βραχνά μου και στο πάρκο ‘κει του Ουΐνδσορ,
τι θαρρείτε κει πώς ηύρα, περπατώντας στο σκοτάδι;
Μισοδαγκωμένο μήλο και το πιο αστείο απ’ όλα
χαραγμένα πέντε δόντια
πέντε δόντια από παιδάκι, λοχαγοί και βασιλιάδες.

  • Αγία Γραφή
  • Ακούσλα ταίρι μου
  • Άνοιξε λίγο το παράθυρο
  • Δεν παίρνει εδώ κανείς
  • Είμαι Άγγλος νιος και τυχερός
  • Ήταν 18 Νοέμβρη
  • Θα σου δώσω ένα τόπι χρυσό
  • Θα σου στείλω μάνα
  • Θες να ζεις από τις γυναίκες
  • Λατρεύω το Σωτήρα μου
  • Ποιος δε μιλά για τη λαμπρή
  • Τη μάνα σου μην την πετροβολάς
  • Της κόλασης καμπάνες
  • Το γελαστό παιδί
  • Το Σεπτέμβριο θυμάμαι

Η πρώτη επίσημη κυκλοφορία αυτού του κύκλου τραγουδιών, που αντιμετώπισε πολλά προβλήματα με τη λογοκρισία, έγινε το 1964 με ερμηνευτή τον συνθέτη.
Τον Φεβρουάριο του 1967 ηχογραφήθηκαν με τη Μαρία Φαραντούρη, η οποία τα απογείωσε με την ερμηνεία της, ωστόσο δύο μήνες μετά επιβλήθηκε η στρατιωτική δικτατορία και φυσικά η κυκλοφορία του δίσκου αναβλήθηκε μέχρι το 1974.

Στην Ελλάδα το «Γελαστό παιδί» συνδέθηκε με τη δολοφονία του βουλευτή Γρηγόρη Λαμπράκη από τους παρακρατικούς το 1963 -πολύ περισσότερο όταν ο Κώστας Γαβράς το χρησιμοποίησε ως βασικό μουσικό μοτίβο στην ταινία του «Ζ», ενώ στο ίδιο τραγούδι, με τη φωνή της Φαραντούρη, ο στίχος σκοτώσαν οι δικοί μας το γελαστό παιδί» έγινε «σκοτώσαν οι φασίστες το γελαστό παιδί».

Brendan Behan – The Captains and the Kings – Οι λοχαγοί κι οι βασιλιάδες

Το Σεπτέμβριο θυμάμαι, όταν φτάσαμε στο τέλος του παιχνιδιού
Κι οι κραυγές του πλήθους τώρα σιωπηλές, και τα παιδιά έχουν φύγει για τα δικά τους
Τ΄ απλά πράγματα Κρατάμε –ο θεός μας βλέπει,
Όταν όλοι είναι νεκροί και μας αγαπούν, ω Λοχαγοί και Βασιλιάδες
Όταν όλοι είναι νεκροί …, ω οι Λοχαγοί κι οι Βασιλιάδες

Έχουμε πολλά πλούτη για τις ξένες πολιτείες, χριστιανική ηθική και παλιό λιμάνι
Αλλά το μεγαλύτερο καμάρι μας είναι ότι το αγγλοσαξονικό μας είναι άθλημα
Όταν τελειώσουμε εμείς το παιχνίδι με τα βελάκια
και τα αγόρια το παιχνίδι τους με τα δαχτυλίδια
Και η ντάμα και το σκάκι τελειώσουν, ω Λοχαγοί και  βασιλιάδες

Μακριά στην αγαπημένη παλιά Κύπρο, ή στη σκονισμένη γη της Κένυας
Εκεί που κουβαλάμε το βάρος του λευκού σε πολλές παράξενες χώρες
Καθώς κοιτάζουμε τον ώμο μας, στο Δυτικό Μπέλφαστ χτυπάει το κουδούνι του σχολείου
Και αναστενάζουμε για την αγαπητή παλιά Αγγλία, τους Λοχαγούς και  και τους Βασιλιάδες
Και αναστενάζουμε για την αγαπητή παλιά Αγγλία…

Στα όνειρά μας βλέπουμε τον παλιό Harrow και ακούμε το δυνατό κρώξιμο του κόρακα
Στην έκθεση λουλουδιών το μεδούλι μας παίρνει έπαθλο από τον Evelyn Waugh
Φλιτζάνια τσάι και μερικά ξηρά φρούτα, vintage αυτοκίνητα… αυτά τα απλά πράγματα
Ας πιούμε λοιπόν κι ας χαρούμε, ω Λοχαγοί και Βασιλιάδες
Ας πιούμε λοιπόν κι ας χαρούμε…

Έπεσα σε έναν εφιάλτη γύρω από το πάρκο Great Windsor
Και τι νομίζετε ότι βρήκα εκεί καθώς περιπλανιόμουν στο σκοτάδι;
Ένα μήλο μισοδαγκωμένο και το πιο γλυκό από όλα
Πέντε δόντια βρέφους είχαν γράψει για τους Λοχαγούς και τους Βασιλιάδες
Πέντε βρεφικά δόντια είχαν γράψει …

Κι ενώ το φεγγάρι που λάμπει από πάνω μας το ομιχλώδες πρωί και τη νύχτα
Ας σταματήσουμε να τρέχουμε και να δοξάζουμε τον Θεό που είμαστε λευκοί
Και ακόμα περισσότερο Άγγλοι με τσάι και βουτήματα και δαχτυλίδια μάφιν
Γριές με αυστηρά βλέμματα … Λοχαγοί και βασιλιάδες

Πέρα στην παλιά μας Κύπρο και στην Κένυα την καημένη
όλοι εκεί βασανισμένοι μαύροι κι άσπροι από τους άσπρους.
Και στα ξωτικά τα μέρη κι όπου ρίξουμε το μάτι
το κουδούνι του σχολείου στο μισό Μπέλφαστ σημαίνει
κι αχ, ή Αγγλία μας ή καημένη, λοχαγοί και βασιλιάδες.

Σκόνταψα σ’ ένα βραχνά μου και στο πάρκο ‘κει του Ουΐνδσορ,
τι θαρρείτε κει πώς ηύρα, περπατώντας στο σκοτάδι;
Μισοδαγκωμένο μήλο και το πιο αστείο απ’ όλα
χαραγμένα πέντε δόντια
πέντε δόντια από παιδάκι, λοχαγοί και βασιλιάδες.
(Η απόδοση είναι του Βασίλη Ρώτα)

ℹ️  Brendan Behan 🔻

Ιρλανδός «ρεπουμπλικάνος» και εθελοντής στον IRA, ο Behan γεννήθηκε στο Δουβλίνο 9-Φεβ-1923 σε μια μαχητική οικογένεια και έγινε μέλος της οργάνωσης νεολαίας του IRA Fianna Éireann σε ηλικία 14 ετών.
Επίσης, δόθηκε μεγάλη έμφαση στην ιρλανδική ιστορία και τον πολιτισμό στο σπίτι, πράγμα που σήμαινε ότι ήταν χωμένος μέχρι τα μπούνια στη λογοτεχνία τους και τις πατριωτικές μπαλάντες.
Το 1931 έγινε ο νεότερος που δημοσίευσε στον Ιρλανδικό Τύπο με το ποίημά του «Απάντηση του νεαρού αγοριού σε προ-αγγλικούς στίχους».
Το 1937, η οικογένεια μετακόμισε στο Crumlin (προάστιο Southside του Δουβλίνου) όπου δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα και πεζογραφία στο περιοδικό της οργάνωσης, Fianna (the Voice of Young Ireland)
Ο Behan εντάχθηκε στον IRA στα δεκαέξι του, με σόλο αποστολή στην Αγγλία να βάλει βόμβα στις αποβάθρες του Λίβερπουλ πράγμα που οδήγησε κατευθείαν σε φυλακή ανηλίκων στο Ηνωμένο Βασίλειο και αργότερα στην Ιρλανδία.
Κατά τη σύλληψή του, οι βρετανοί εισαγγελείς προσπάθησαν να τον πείσουν να καταθέσει εναντίον των συνεργατών στον IRA με αντάλλαγμα να τον μεταφέρουν με νέο όνομα στον Καναδά ή σε άλλη μακρινή περιοχή της «Βρετανικής Αυτοκρατορίας» –φυσικά δεν δέχτηκε.
Το 1942, κατά τη διάρκεια της κατάστασης έκτακτης ανάγκης που κήρυξε ο Ιρλανδός Taoiseach Eamonn De Valera, ο Behan συνελήφθη από τη Garda Síochána και δικάστηκε για συνωμοσία, δολοφονία και απόπειρα δολοφονίας δύο ντετέκτιβ κρίθηκε ένοχος και καταδικάστηκε σε 14 χρόνια φυλάκιση. Αρχικά φυλακίστηκε στη φυλακή Mountjoy στο Δουβλίνο και στη συνέχεια φυλακίστηκε τόσο με άλλους άνδρες του IRA όσο και με συμμάχους και Γερμανούς αεροπόρους στο στρατόπεδο Curragh στην κομητεία Kildare.
Αυτές οι εμπειρίες γράφηκαν στα απομνημονεύματα του, Confessions of a Irish Rebel.

ℹ️ Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, σπούδασε και έγινε άπταιστος χρήστης της ιρλανδικής γλώσσας.
Αποφυλακίστηκε μετά από 7 χρόνια με τη γενική αμνηστία που δόθηκε από την κυβέρνηση Fianna Fáil το 1946 και έζησε μεταξύ Δουβλίνου και περιχώρων (Kerry & Connemara) επίσης διέμενε στο Παρίσι για κάποιο διάστημα.
ℹ️ Η συμμετοχή του στον IRA είχε κλείσει στην ηλικία των 23 (εκτός από μια σύντομη ποινή φυλάκισης το 1947 για προσπάθεια να βγάλει έναν φυλακισμένο από μια αγγλική φυλακή στο Μάντσεστερ)
Ο Behan ουσιαστικά αποχώρησε από την οργάνωση αλλά παρέμεινε φίλος με τα ηγετικά στελέχη της (Cathal Goulding κλπ)
Το 1954, έγραψε στο Δουβλίνο το πρώτο έργο του The Quare Fellow, με καλή υποδοχή, ωστόσο, η παραγωγή του 1956 στο Joan Littlewood’s Theatre Workshop στο Stratford του Λονδίνου του έδωσε ευρύτερη φήμη –βοηθούσης και της διάσημης συνέντευξης στην τηλεόραση του BBC με τον Malcolm Muggeridge, που έδωσε μεθυσμένος.
Το 1958, το έργο του στην ιρλανδική γλώσσα «An Giall» –όπως είπαμε παραπάνω έκανε το ντεμπούτο του στο θέατρο Damer του Δουβλίνου και αργότερα, το «The Hostage», η αγγλική διασκευή του, που γνώρισε μεγάλη επιτυχία διεθνώς. Το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του Behan, Borstal Boy, δημοσιεύτηκε την ίδια χρονιά και έγινε παγκόσμιο μπεστ σέλερ.
ℹ️ Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, ο Behan έφτασε στο αποκορύφωμα της φήμης του. Πέρναγε όλο και περισσότερο χρόνο στη Νέα Υόρκη, δηλώνοντας: «Στην Αμερική, τη νέα μου γη: ο άνθρωπος που σε μισεί, μισεί την ανθρώπινη φυλή».
Συναναστράφηκε με τους Harpo Marx, Arthur Miller και το νεαρός Bob Dylan.
Ωστόσο, αυτή η ζωή και η φήμη τον έκανα να ξεσαλώσει κυριολεκτικά, με τον αλκοολισμό και τον διαβήτη να επιδεινώνονται, καταστρέφοντας την υγεία του και τη δουλειά του.
Τα βιβλία του «Brendan Behan’s New York» και «Confessions of an Irish Rebel» (η Νέα Υόρκη του Μπρένταν Μπέαν και οι Εξομολογήσεις ενός Ιρλανδού Αντάρτη) σχεδόν πάτωσαν.
Έκανε προσπάθεια να συνέλθει όταν κατά τη διάρκεια της διαμονής του στη Νέα Υόρκη το 1961 εισήχθη στο ιδιωτικό νοσοκομείο Sunnyside, ένα ίδρυμα για τη θεραπεία του αλκοολισμού στο Τορόντο, αλλά επέστρεψε για άλλη μια φορά σε ενεργό αλκοολισμό.
Περιγράφοντας τον εαυτό του, ως «πότη με πρόβλημα γραφής» και ισχυριζόμενος «πίνω μόνο δύο φορές – όταν διψάω και όταν δεν είμαι μεθυσμένος» συνεχίζοντας ακάθεκτος τις περίφημες μεθυσμένες δημόσιες εμφανίσεις, τόσο στη σκηνή όσο και στην τηλεόραση.
Το κώμα από διαβήτη και τις επιληπτικές κρίσεις μπήκαν σε ημερήσια διάταξη οι φίλοι τον πέταξαν έξω και τα βιβλία του υπαγορεύονταν σε μαγνητόφωνο επειδή δεν ήταν πλέον σε θέση να γράψει ή να πληκτρολογήσει.

Ο Behan παντρεύτηκε μετά από μεγάλο έρωτα την Beatrice Salkeld (κόρη του ζωγράφου Cecil Salkeld) το 1955 και έκαναν μια κόρη, το 1963.
Η αγάπη, ωστόσο, δεν ήταν αρκετή για τον φέρει πίσω από την άβυσσο -στις αρχές Μαρτίου 1964, το τέλος ήταν ορατό. Κατέρρευσε στο μπαρ Harbour Lights, μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο Meath στο κέντρο του Δουβλίνου, όπου πέθανε, σε ηλικία 41 ετών.

Πηγή περισσότερα