• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Γιαννούλης Χαλεπάς: Από τους κορυφαίους της γλυπτικής

Ο Γιαννούλης Χαλεπάς υπήρξε η πιο τραγική, ίσως, μορφή στην ιστορία της νεοελληνικής γλυπτικής, αλλά και ένας σπουδαίος καλλιτέχνης, που με τη σμίλη του άνοιξε καινούριους δρόμους στη νεότερη ελληνική τέχνη.

Γεννημένος στον Πύργο Τήνου, ο Γ. Χαλεπάς ήταν ο πρώτος από τα έξι παιδιά του Ιωάννη Χαλεπά. Ο πατέρας του και ο θείος του είχαν μεγάλη οικογενειακή επιχείρηση μαρμαρογλυπτικής, με παραρτήματα στο Βουκουρέστι, στη Σμύρνη και τον Πειραιά. Ο Γιαννούλης είχε έφεση στη μαρμαρογλυπτική και βοηθούσε τον πατέρα του στα έργα που ετοίμαζε ο τελευταίος για διάφορες εκκλησίες. Ετσι, μεγάλωσε, όπως και τα αδέλφια του, στο περιβάλλον του πατρικού εργαστηρίου, που ήταν μία από τις σημαντικότερες επιχειρήσεις μαρμαρογλυπτικής στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Μετά από σύντομη παραμονή του στη Σύρο, όπου τον έστειλε ο πατέρας του να σπουδάσει, προορίζοντάς τον για έμπορο, ο Γ. Χαλεπάς εγκαταστάθηκε το 1869 μαζί με την οικογένειά του στην Αθήνα. Εως το 1872 σπούδασε γλυπτική στο Σχολείο των Τεχνών, ενώ ένα χρόνο αργότερα, με υποτροφία, συνέχισε στο Μόναχο. Σ’ αυτήν την πρώτη περίοδο, το έργο του χαρακτηρίζεται από ρεαλιστική απόδοση των θεμάτων, είναι επηρεασμένο από τον ακαδημαϊσμό της Σχολής του Μονάχου και εντάσσεται μέσα στον κλασικισμό του 19ου αιώνα.

Το 1876 ο Γ. Χαλεπάς αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Αθήνα, όπου άνοιξε δικό του εργαστήριο στην πλατεία Συντάγματος. Το 1877 ολοκλήρωσε στο μάρμαρο το «Σάτυρο που παίζει με τον Ερωτα», και τον ίδιο χρόνο άρχισε να δουλεύει το πιο διάσημο γλυπτό του, την «Κοιμωμένη» για τον τάφο της Σοφίας Αφεντάκη στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών. Την Κοιμωμένη του από το πήλινο πρόπλασμα τη μετέφεραν αργότερα με το γλύφανό τους στο μάρμαρο οι μαρμαρογλύπτες Χαμηλός και Αλεξάκης. Πρόκειται για το πιο διάσημο έργο της νεοελληνικής γλυπτικής, το οποίο του έφερε τη γενική αναγνώριση.

Την εποχή αυτή (1877-1878) εμφανίστηκαν τα πρώτα συμπτώματα της αρρώστιας του, που κορυφώθηκαν όταν κατέστρεψε ο ίδιος το έργο του «Μήδεια». Την επόμενη δεκαετία (ως το 1888) φαίνεται ότι έζησε στην Τήνο. Η κατάστασή του συνεχώς χειροτέρευε, με αποτέλεσμα να νοσηλευτεί ως «πάσχων από άνοιαν» στο Ψυχιατρείο της Κέρκυρας. Εκεί, ο Γ. Χαλεπάς αντιμετωπίστηκε με το σκληρό τρόπο που αντιμετώπιζαν όλους τους ψυχασθενείς τότε: οι γιατροί και οι φύλακες είτε του απαγόρευαν να σχεδιάζει και να πλάθει, είτε του κατέστρεφαν οτιδήποτε εκείνος είχε δημιουργήσει και είχε κρύψει στο ερμάριό του. Λέγεται πως από όσα προσπάθησε να δημιουργήσει μέσα στο Ψυχιατρείο ένα μόνον έργο σώθηκε, κλεμμένο από κάποιον φύλακα και παραπεταμένο στα υπόγεια του ιδρύματος, όπου ξαναβρέθηκε τυχαία το 1942. Από το Ψυχιατρείο της Κέρκυρας, βγήκε το 1902, δύο χρόνια μετά το θάνατο του πατέρα του.

Ακολούθησε η εποχή της Τήνου, όπου έμενε με τη μητέρα του και άρχισε πάλι να δουλεύει. Ομως, κανένα από τα έργα αυτής της περιόδου που σώζονται, δε χρονολογείται με απόλυτη βεβαιότητα, καθώς οι μαρτυρίες συγκρούονται μεταξύ τους. Αλλοι υποστηρίζουν ότι κατέστρεφε ο ίδιος τα έργα του και άλλοι ότι του τα κατέστρεφε η μητέρα του. Οταν πέθανε η μητέρα του, το 1916, ο Χαλεπάς είχε ξεκόψει παντελώς από την τέχνη του. Ζούσε πάμφτωχος βοσκώντας πρόβατα και φέροντας το βαρύ στίγμα του τρελού του χωριού. Βρήκε ωστόσο το κουράγιο και άρχισε ξανά να ασχολείται με τη γλυπτική. Τα μέσα που διέθετε ήταν παντελώς πρωτόγονα και το επαρχιακό περιβάλλον εχθρικό προς κάθε αλαφροΐσκιωτο, αλλά εκείνος με πείσμα άρχισε να δημιουργεί για να κερδίσει τον χαμένο χρόνο.

Η παραγωγή του σιγά σιγά αυξήθηκε, ενώ ο αθηναϊκός Τύπος άρχισε να ενδιαφέρεται γι’ αυτόν όλο και περισσότερο. Ηδη, το 1904 τον είχε επισκεφτεί στην Τήνο ο Λ. Σώχος, που τον βρήκε να βόσκει πρόβατα. Αργότερα τον επισκέφτηκε ο Α. Σώχος και άλλοι λόγιοι της εποχής, που θεωρούσαν υποχρέωσή τους να συναντήσουν τον απόμακρο καλλιτέχνη της Τήνου. Το 1922 έφτασε στο νησί ο Θ. Θωμόπουλος, ο οποίος πέρασε στο γύψο ορισμένα έργα του Χαλεπά που ήταν σε πηλό. Με αυτά τα έργα έγινε το 1925 έκθεση στην Ακαδημία Αθηνών, η οποία δύο χρόνια αργότερα, του απένειμε το Αριστείο των Τεχνών. Στις 24 Αυγούστου 1930, η ανιψιά του Ειρήνη Χαλεπά τον έφερε στην Αθήνα, όπου έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του (πέθανε το 1938) σε ζεστό οικογενειακό περιβάλλον, δουλεύοντας με άνεση και έχοντας κερδίσει τη γενική αναγνώριση.

Η. Μόρτογλου / Ριζοσπάστης