• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΤΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑ

Γράφει ο Παύλος Μουρουζίδης //

με αφορμή την παρουσίαση της συλλογής «Τα σκαρπίνια» στη Μελίτη Φλώρινας, 24/3/2018

Αποτελεί ισχυρή μου πεποίθηση, το ότι η δημιουργία και το γράψιμο, όπως και πάμπολλες καθημερινές δραστηριότητες (τέχνη, αναψυχή, έρωτας, παιδεία ή κοινωνική-πολιτική δραστηριότητα) αποτελούν μισοσυνειδητές, ελλιπείς, ανολοκλήρωτες απόπειρες άρσης της αλλοτρίωσης. Επομένως, θα μπορούσαμε να πούμε πως έστω διαισθητικά, κινητοποιείται και γράφει κάποιος, εφόσον υποφέρει από την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει, δυσανασχετεί, ασφυκτιά και αντιδρά γράφοντας.

Η γραφή, όπως λέει κι ένας παιδικός φίλος, είναι ένα συνεχές, εν εξελίξει, ταξίδι αυτοβιογράφησης. Το προσωπικό βίωμα είναι απαραίτητη προϋπόθεση κι αφετηρία για την κατάθεση της λογοτεχνικής ματιάς, το οποίο προφανώς όμως δεν αρκεί. Το έντονο βίωμα μπορεί να κινητοποιήσει τη γραφίδα, να συγκινήσει και να παρασύρει.

Ως προς το περιεχόμενο όμως; Γιατί δεν μπορεί πχ να γράψει ένας τυπικός μεσοαστός, ο οποίος, αποχαυνωμένος και βαθιά αλλοτριωμένος αντιλαμβάνεται τις κοινωνικές σχέσεις και τη συναναστροφή με όρους «διασκέδασης και δημοφιλίας»;

Παραγνωρίζουμε συχνά, πως αυτό που μεσολαβεί ανάμεσα στην εμπειρία και στην οποιαδήποτε ενέργεια, είναι αυτό που λέμε συνείδηση· κι εφόσον είμαστε κοινωνικά όντα κι όχι “θηρία ή θεοί”, είμαστε φορείς μιας κάποιας κοινωνικής συνείδησης.

Η ταυτότητα κάθε συγγραφέα, όπως και κάθε ταυτότητα, αναδύεται μέσα από την οριοθέτηση, τη σταδιακά αντιτιθέμενη συσχέτισή της με τους περιορισμούς του περιβάλλοντος, διαμορφώνεται και ωριμάζει μέσα από σχέσεις σύγκρουσης, ταύτισης, αντίθεσης και σύνθεσης. Επομένως, καθημερινοί χαρακτήρες ή αγωνιστές της ζωής δεν μπορούν να αποδοθούν από αντιλήψεις που παραβλέπουν-αγνοούν πχ το μόχθο της καθημερινής ζωής, τον άχθο της βιοπάλης, ή, στα κοινωνικά ζητήματα, αγνοούν την ταξική εκμετάλλευση, ή πάλι στα ιστορικά μυθιστορήματα, αγνοούν κορυφαία ιστορικά γεγονότα.

Τα σκαρπίνια συμβολίζουν τη δυσβάσταχτη εργασιακή καθημερινότητα που συνθλίβει, δεν αφήνει περιθώρια όχι μόνο για κανένα μικροαστικό όνειρο ταξικής ανέλιξης, αλλά δεν αφήνει περιθώρια ούτε να ανασάνει κανείς, ούτε στοιχειωδώς να αναλάβει δυνάμεις. Τα σκαρπίνια είναι στενά, ανυπόφορα, προϋποθέτουν ανάλογα «πέλματα», τον κορσέ τους δεν τον αντέχει η εργατική, μισοταξική έστω, συνείδηση. «Κλωτσάνε» και δεν προσκυνούν την εκμεταλλευτική πραγματικότητα. Όσο κι αν εύχονταν να ατενίσουν τον κόσμο από ψηλότερα, όσο κι αν ποθούν να γλυτώσουν από την ταξική τους μοίρα, κατά βάθος την έχουν αποδεχτεί.

Οι εξαντλημένοι άνθρωποι της εργατικής τάξης όπως ο πατέρας μου, ανέχονταν κι ανέχονται, λειώνανε και λειώνουν κάθε μέρα στην σκαλωσιά της αβίωτης ζωής τους, βλαστημάνε και ξεσπούν όμως δε βαρυγκομούν, γίνονταν και γίνονται θυσία κρατώντας τα μικρά τους όνειρα στο μαντήλι που κολατσίζουν δέκα με δέκα και τέταρτο κάθε πρωί, κρατούσαν όμως και θα κρατούν την ανάσα τους τα βράδυα πάνω από την παιδική κούνια.

Κοιτώντας εκ των υστέρων τις μικρές ιστορίες της συλλογής διηγημάτων «Τα σκαρπίνια», θα τις ενέτασσα στις εξής θεματικές ενότητες: εργασία, (η εκμετάλλευσή της και οι εντός της αντιθέσεις), γυναικεία χειραφέτηση (καταπίεση και σεξισμός), και τέλος μαθητεία και νοσταλγία της πιο αγαπημένης πατρίδας, αυτής των παιδικών χρόνων, η οποία αναβλύζει από το αβίωτο παρόν, από το έδαφος της καταπίεσης, της εργασιακής μετανάστευσης κι εκμετάλλευσης.

Η ρήση του Γκράμσι: «αν δεν κατανοήσεις πραγματικούς ανθρώπους, δεν μπορείς να κατανοήσεις τι έχει πραγματική αξία», είναι νομίζω απόλυτα ταιριαστή και δηλωτική του καθημερινού μικρόκοσμου της βιοπάλης, του πλέγματος των ανθρώπινων σχέσεων. Άλλωστε, «ο άνθρωπος είναι οι κοινωνικές του σχέσεις, είναι ο κόσμος του ανθρώπου», όπως έλεγε κι ο Μαρξ.

Θεωρώ πως υπάρχουν βασικά τρεις δογματικοί – λάθος τρόποι να τοποθετηθεί κανείς με ζητήματα του παρελθόντος:

  • με νοσταλγία για αυτό, εξιδανικεύοντάς το και αναζητώντας το, θεωρητικοποιώντας δηλαδή την συνθήκη στο χρόνο, ανάγοντάς το σε ιδανικό, όπως κάνανε οι ρομαντικοί.
  • ένας δεύτερος τρόπος είναι η ενασχόληση μόνο με τρέχοντα ζητήματα, στο τώρα, ξεκομμένα από παρελθόν και μέλλον,
  • και ένας τρίτος τρόπος είναι ένας φουτουριστικός, με στοιχεία θρησκευτικής προσδοκίας κάποιου ιδεώδους μέλλοντος.

«Τα σκαρπίνια» είναι γραμμένα με το ρεαλισμό που ίσα-ίσα υπονοεί, που ίσα-ίσα προαπεικάζει την επιθυμία (και μόνο στιγμιαία, ίσως, για κάποιο εναλλακτικό μέλλον), που διαισθάνεται παρά οριστικά τοποθετείται.

Παραφράζοντας το γνωστό στίχο, θα έλεγα πως «τις ωραιότερες σελίδες μας, δεν τις έχουμε γράψει ακόμα». Και αυτές μπορούν να γραφούν από πιο ευαίσθητες, πιο συλλογικά δουλεμένες, πιο μάχιμες κοινωνικές συνειδήσεις και από τις γραφίδες που τις αντιστοιχούν. Εμπνεόμενες από ένα πιο γήινο, πιο κοντινό κι αναγκαίο κοινωνικό όραμα. Γιατί έτσι κι αλλιώς, όπως έλεγε και ο ρώσος λογοτέχνης Τσερνισέφσκι: «αυτό είναι το μέλλον, διακρίνετέ το, αγαπήστε το, δουλέψτε γι’ αυτό».