Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Τα παιδιά της Γιουγκοσλαβίας τα θυμάστε ΕυρωΝΑΤΟικοί υποκριτές;

Γρά­φει ο Νίκος Μότ­τας //

Αν ζού­σε σήμε­ρα θα ήταν 26 ετών. Την έλε­γαν Μίλι­τσα και, όπως για κάθε παι­δί, ο κόσμος όλος ήταν ένα παι­χνί­δι. Ένας κόσμος αθω­ό­τη­τας, τρυ­φε­ρό­τη­τας και ανε­με­λιάς, που κάθε παι­δί στον κόσμο έχει το ανα­φαί­ρε­το δικαί­ω­μα να ζει.

Η Μίλι­τσα δεν πρό­λα­βε να χαρεί τη ζωή. Όπως συνέ­βη με εκα­τομ­μύ­ρια παι­διά, από την Συρία μέχρι την Υεμέ­νη κι’ από την Παλαι­στί­νη μέχρι το Ιράκ, την πρό­λα­βε ο πόλε­μος. Ο ιμπε­ρια­λι­στι­κός πόλε­μος των «συμ­μά­χων». Των «πολι­τι­σμέ­νων» υπερ­δυ­νά­με­ων σε Αμε­ρι­κή και Ευρώ­πη. Ο πόλε­μος του ΝΑΤΟ, τον οποίο στή­ρι­ξε η τότε ελλη­νι­κή κυβέρ­νη­ση και τα εγχώ­ρια αστι­κά κόμματα.

Γεν­νη­μέ­νη το 1996, η Μίλι­τσα ζού­σε με τους γονείς της, Ζάρ­κο και Ντού­σι­τσα, σε ένα μικρό δια­μέ­ρι­σμα, στα βόρεια του Βελι­γρα­δί­ου. Μια από τις «έξυ­πνες βόμ­βες» της εγκλη­μα­τι­κής Νατοι­κής συμ­μο­ρί­ας – των «συμ­μά­χων» μας – της στέ­ρη­σε για πάντα το χαμό­γε­λο, το όνει­ρο, τη ζωή. Το θανα­τη­φό­ρο νατοϊ­κό βλή­μα την βρή­κε λίγο πριν πέσει για ύπνο. Στο νοσο­κο­μείο όπου δια­κο­μί­στη­κε ευσπευ­σμέ­να, μέσα στα αίμα­τα, δια­πι­στώ­θη­κε ο θάνα­τός της.

Το ημε­ρο­λό­γιο έγρα­φε 17 Απρί­λη 1999. Ήταν μόλις τριών ετών.

Οι γονείς της Μίλι­τσα δεν ξανά­φτια­ξαν ποτέ το κατε­στραμ­μέ­νο μπά­νιο του σπι­τιού. Η μεγά­λη τρύ­πα που άνοι­ξε στον τοί­χο το Νατοι­κό βόλι παρέ­μει­νε, δεκα­ε­τί­ες μετά, να θυμί­ζει την φρι­κα­λε­ό­τη­τα των αμε­ρι­κα­νο­να­τοι­κών βομ­βαρ­δι­σμών στη Γιου­γκο­σλα­βία. Μια κτη­νω­δία που ο λαός της χώρας έζη­σε κυριο­λε­κτι­κά στο πετσί του επί 78 συνε­χό­με­να μερόνυχτα.

Μνη­μείο για τα δολο­φο­νη­μέ­να από το ΝΑΤΟ παι­διά της ιμπε­ρια­λι­στι­κής επέμ­βα­σης στη Γιουγκοσλαβία.

Η τρί­χρο­νη Μίλι­τσα Ράκιτς ήταν ανά­με­σα στους περί­που 2.500 αμά­χους — «παρά­πλευ­ρες απώ­λειες» λέγο­νται στην ιμπε­ρια­λι­στι­κή διά­λε­κτο – που δολο­φο­νή­θη­καν από τις βόμ­βες του ΝΑΤΟ.

Ένα μικρό μνη­μείο, με την επι­γρα­φή «ήμα­σταν παι­διά», γραμ­μέ­νη στα αγγλι­κά και τα σέρ­βι­κα, σε ενα απ’ τα κεντρι­κά παρ­κα του Βελι­γρα­δί­ου, παρα­μέ­νει για να θυμί­ζει την Μίλι­τσα και τα υπό­λοι­πα παι­διά που οι ιμπε­ρια­λι­στές φονιά­δες – οι «σύμ­μα­χοί» μας – τους στέ­ρη­σαν τη ζωή.

Γι’ αυτά τα παι­διά που χάθη­καν, κανέ­νας απ’ τους πρω­ταί­τιους του εγκλή­μα­τος δεν κατα­δι­κά­στη­κε ποτέ.

Ουδέ­πο­τε επι­βλή­θη­καν οικο­νο­μι­κές και πολι­τι­κές κυρώ­σεις στους θύτες της θηριω­δί­ας. Από τον πρό­ε­δρο των ΗΠΑ Μπ. Κλί­ντον μέχρι τον Γ.Γ. του ΝΑΤΟ Χαβιέ Σολά­να και τους ευρω­παί­ους ηγέ­τες, κανέ­νας δεν λογο­δό­τη­σε για την κτη­νω­δία του πολέ­μου της Γιου­γκο­σλα­βί­ας. Ένας εξ’ αυτών μάλι­στα, ο βρε­τα­νός πρω­θυ­πουρ­γός Τ. Μπλερ έφτα­σε να τιμη­θεί με τον τίτλο του… «Σερ» από το Μπάκινγκχαμ.

Βλέ­πε­τε, η Μίλι­τσα και τα άλλα παι­διά της Γιου­γκο­σλα­βί­ας, όπως και εκα­το­ντά­δες συνο­μί­λη­κοι τους στο Ιράκ, το Αφγα­νι­στάν, την Συρί­ας, τη Λιβύη, υπήρ­ξαν «παρά­πλευ­ρες απώ­λειες» της «πολι­τι­σμέ­νης» Δύσης. Των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ, της Ευρω­παϊ­κής Ένωσης.

Μαζί με αυτά τα παι­διά θάφτη­κε βαθιά μέσα στο χώμα και το περί­φη­μο «διε­θνές δίκαιο». Αυτό που οι ιμπε­ρια­λι­στές ξέσκι­σαν, κου­ρέ­λια­σαν, ποδο­πά­τη­σαν και ξεφτί­λι­σαν. Και που το επι­κα­λού­νται αλα καρτ, όταν το επι­τά­σουν τα άνο­μα συμ­φέ­ρο­ντά τους.

Χρέ­ος της εργα­τι­κής τάξης, της νεο­λαί­ας, του αντι­ι­μπε­ρια­λι­στι­κού-φιλει­ρη­νι­κού κινή­μα­τος, είναι η εντα­ντι­κο­ποί­η­ση της πάλης ενά­ντια στους ιμπε­ρια­λι­στι­κούς πολέ­μους και τις αιτί­ες που τους προ­κα­λούν. Ενά­ντια στο σάπιο εκμε­ταλ­λευ­τι­κό σύστη­μα που γεν­νά και ανα­πα­ρά­γει τον ιμπε­ρια­λι­στι­κό πόλε­μο. Για την δικαί­ω­ση όλων των παι­διών, σαν την Μίλι­τσα, που η σύγ­χρο­νη βαρ­βα­ρό­τη­τα τους στέ­ρη­σε το δικαί­ω­μα στη ζωή και το όνειρο.

Η στά­ση των κομ­μου­νι­στών απέ­να­ντι στον ιμπε­ρια­λι­στι­κό πόλε­μο της Ουκρανίας

«Τσε Γκε­βά­ρα, πρε­σβευ­τής της Επα­νά­στα­σης», του Νίκου Μόττα

Μοι­ρα­στεί­τε το:

Μετάβαση στο περιεχόμενο