• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Κ. Βάρναλη: Χριστούγεννα διαρκείας (αθησαύριστο διήγημα)

– Γρήγορα Λιβάνιε, φώναξε ο λοχίας του αποσπάσματος με τη βαριά του φωνή , και με ύφος Ναπολέοντος.

Ο λοχίας μας ήτανε καλή καρδιά μα το χε φυσικό του να μιλάει πάντα θυμωμένα και να τρελαίνεται για ελληνικούρες.

Λιβάνιος ήταν ο υποδεκανέας του αποσπάσματος – ενός φυλακίου δηλαδή από 35 άνδρες που είχε σταλεί να φυλάει την είσοδο του κόρφου του Μούδρου στον πόλεμο του 1912-1914.

– Και συ δάσκαλε!

Δάσκαλος ήταν η άλλη προσωπικότητα του αποσπάσματος, γενικός γραμματεύς του λοχία.

– Και συ, Ψαλτίδη, και συ, Γκέκα, και συ, Βλάχο – και συ Βαγγέλη… Όλοι πάρτε και τα όπλα σας.

– Και τις ψείρες μας, μουρμούρισε ο Βαγγέλης.

– Σιωπή! Βρυχήθηκε ο λοχίας… Εμπρός μαρς.

***

Πηγαίναμε στο χωριό. Ητανε παραμονή Χριστουγέννων κι έπρεπε να βρεθεί το αρνί. Και τα ρέστα. Κι ο λοχίας είχε καλέσει  όλους τους νοικοκυραίους και τους κεχαγιάδες (κτηνοτρόφους) του χωριού στο καφενείο. Και δεν έλειψε κανείς τους. Γιατί ο λοχίας συνήθιζε να τρομοκρατεί τους χωριάτες.

– Είμαι ο στρατιωτικός διοικητής εδώ! Κι έχω το δικαίωμα να κρεμάω όποιον επιβουλεύεται την ασφάλεια του στρατεύματος!…

Όταν οι στρατιώτες μπήκανε στο καφενείο ο λοχίας τους διέταξε να καθίσουν γύρω γύρω στους τέσσερις τοίχους με τα «μαλιχέρια» σφιγμένα στα γόνατα. Κύριοι άρχισε ο λοχίας. Σας κάλεσα να σας ρωτήσω κάτι. Τους βλέπετε αυτουνούς (κι έδειξε τους στρατιώτες). Αφήσαν τα σπίτια τους διότι τους εκάλεσε η πατρίς να σας ελευθερώσουν. Και αφού σας ελευθέρωσαν, τώρα φρουρούν εδώ τη ζωή σας, την τιμή σας και την περιουσία σας. Και ξέρετε τι τους δίν’ η πτωχή πατρίς για διατροφή τους την ημέρα; Σαράντα λεπτά. Σαράντα λεπτά. Και τώρα σας ερωτώ: ποιος από εσάς μπορεί να ζήσει με σαράντα λεπτά την ημέρα;

Η ερώτησή του ήταν βρυχηθμός.

Οι χωριάτες τους κόπηκε η μιλιά από το φόβο.

– Εμπρός! Ξεφώνησε δυνατότερα ο λοχίας. Μιλήστε… άφοβα!
– Εχετε δίκαιο, καπετάνιε, απάντησε ο δήμαρχος.
– Κι όχι μόνο πρέπει να ζήσουν με 40 λεπτά παρά και να πεθάνουν υπέρ των «αλυτρώτων αδελφών»!… Γι’ αυτό θα μας βοηθήσετε κι εσείς, όπως σας βοηθούμε κι εμείς. Μεθαύριο είναι Χριστούγεννα. Πρέπει ν’ αμπωθούνε κρέας και οι στρατιώτες. Σεις οι κεχαγιάδες έχετε κοπάδια τα’ αρνιά. Κι είναι προτιμότερο α μας δίνετε κάθε τόσο από ένα αρνί παρά να ξανάρθουν οι Τούρκοι και να σας τα πάρουν όλα…

Οι χωριάτες κοιταχτήκανε γύρω γύρω και σκύψανε τα κεφάλια.

– Μάλιστα.
– Και φυσικά σκέτα τα’ αρνιά δεν τρώγονται. Θέλουνε και βούτυρο… και κρασί.
– Κι αβγά, και τυρί, και καρύδια και… καπνό! Διέκοψε ο δήμαρχος θα τάχετε όλα…
– Μπράβο! Απάντησε σοβαρός ο λοχίας. Η πατρίς θα σας ευγνομωνεί και η ιστορία θ’ αναγράψει τα ονόματά σας εις τας χρυσάς της δέλτους παχέσι γραμμάσιν (Ώρα ήταν για ελληνικούρες).

Πραγματικά την άλλη μέρα το πρωί παραμονή των Χριστουγέννων, το αρνί βρέθηκε δεμένο στην είσοδο του φυλακίου. Και δίπλα του μια καλάθα γεμάτη με νταμιτζάνες, τυριά, βούτυρα, καπνό…

– Ο θεός μας αγαπάει είπε ο λοχίας

– Ο λοχίας μας αγαπάει διόρθωσε ο Βαγγέλης.

Αυτός ο Βαγγέλης ήτανε χασάπης στην Αθήνα. Κι αυτός ανέλαβε να «περιποιηθεί» το αρνί. Και να το ετοιμάσει για τη σούβλα την άλλη μέρα. Η χαρά του αποσπάσματος ήταν ακράτητη. Αλλά κατά το μεσημέρι ήρθε από το τάγμα ένας στρατιώτης κι έφερε κάποιο φάκελο στο λοχία. Ο λοχίας το άνοιξε ασυγκίνητος μπροστά σε όλα τα απρόοπτα (όπως αρμόζει σ’ έναν στρατιωτικό διοικητή)  κι άρχισε να διαβάζει. Αλλ’ όσο διάβαζε η όψη του σκοτείνιαζε.

– Ελα πάνου, δάσκαλε, είπε… θυμωμένος

Ο δάσκαλος τον ακολούθησε.

– Διάβασε του λέει ο «ανώτερος». Ητανε διαταγή του τάγματος. Να σταλεί αμέσως εκεί ο στρατιώτης ο επονομαζόμενος δάσκαλος, για να αναλάβει υπηρεσία εις τα γραφεία του τάγματος.
– Ωχ! Μάνα μου! Με φάγανε οι ελληνικούρες των εγγράφων που στέλναμε και η καλλιγραφεία μου!… Τι θα κάνουμε τώρα… Το αρνί…
– Σιωπή! Πάρε και γράφε: «λαμβάνω την τιμήν να αναφέρω, ότι ο στρατιώτης Τάδε, ο επονομαζόμενος δάσκαλος είναι ασθενής, αλλά μόλις αναρρώσει θέλω εφοδιάσει αυτόν με φύλλον πορείας προς Σεβαστήν Διοίκησιν κλπ.

Εδωσε ο λοχίας την απάντηση στον αγγελιοφόρο του τάγματος. Και γυρίζοντας προς το δάσκαλο:

– Δε θα σε ξαναθυμηθούν άλλο. Αυτό ήτανε.

***

Την άλλη μέρα το πρωί, χαράματα, πήρε ο δάσκαλος δύο μουλάρια και πήγε όπως πήγαινε κάθε δεύτερη μέρα, στην «πρωτεύουσα» για να πάρει τις κουραμάνες του αποσπάσματος. Ητανε παραμονή. Μια από τις ωραιότερες χειμωνιάτικες ημέρες. Παντού ο κάμπος πράσινος κι ο αέρας ακίνητος παντού, όπως ακίνητος ο κόρφος και η ρόδινη άχνα απάνου στα νερά…

Μέσα στα ρηχά του κόρφου πολλές γυναίκες και κοπέλες μ’ ανασηκωμένα τα φουστάνια μαζεύανε χάβαρα… Όπως τις τύλιγε η άχνα μοιάζανε σαν πλάσματα του ονείρου… Τα μουλάρια από στραβοτιμονιά του δασκάλου μπήκανε μέσα στα νερά. Οι γυναίκες σαν τρομαγμένο κοπάδι χήνες, πατήσανε τις φωνές:

-Από κει ναι ου δρόμους
– Ποιος δρόμος;
– Του… Θεού!

Ο δάσκαλος είχε λαθέψει κι είχε πάρει το δρόμο του διαβόλου.

Όταν φόρτωσε τις κουραμάνες ο δάσκαλος ανέβηκε στα Γραφεία να υπογράψει την απόδειξη παραλαβής.

Ο υπολοχαγός μόλις διάβασε ποιανού φυλακίου ήτανε το ψωμί πάτησε τις φωνές.

– Αυτόν τον Οικονομάκη (το λοχία) θα τον στείλω στο στρατοδικείο. Γιατί δε μούστειλε το δάσκαλο;
– Δεν ξέρω, κ. υπολοχαγέ.
– Θα έρθουν μαζί σου δύο στρατιώτες για να μου φέρουν δεμένο το δάσκαλο… Σουτ!… Δεν επιτρέπεται! Μεταβολή!…

Ο δάσκαλος πήρε τους δύο «συναδέλφους» του απάνου στα μουλάρια και τραβήξανε για το χωριό. Ο ζάβαλης καθότανε στα κάρβουνα. Πώς θα ξεμπλέξει. Αρχισε να κάμνει τον άρρωστο…

– Σιγά ρε παιδιά! Κι έχω πυρετό. Προσπαθούσε να προετοιμάσει τη λύση… Όταν φτάσανε στο χωριό και φέρανε τη διαταγή της… βίαιας προσαγωγής του δασκάλου, ο λοχίας ξεροκατάπιε και είπε!
– Πάρτε τον. Αυτός είναι!
– Ρε κέρατο, του είπαν οι άλλοι. Τι μας το κρυβες και κάναμε τόσο δρόμο να ερθουμε κι άλλον τόσο να γυρίσουμε…
– Δε βλέπετε που είμαι άρρωστος;
– Θα σε κάνουμε καλά στο τάγμα…

***

Ο δάσκαλος πέρασε τις ημέρες των Χριστουγέννων στο πειθαρχείο με μια κουβέρτα κι ένα ξεροκόμματο. Και κοιμισμένος και ξύπνιος, οσμιζότανε το αρνί, που τρώγαν οι σύντροφοί του, του φυλακίου, κι άκουγε τα τραγούδια τους… Και ν’ άκουγε και οσμιζότανε μόνο αυτά! Κάθε στρατιώτης που ερχόταν από το φυλάκιο για να πάρει το ψωμί του έλεγε:

– Και σήμερα είχαμε κρέας! Κάθε Πέμπτη και Κυριακή μας φέρνουν από ένα αρνί οι κεχαγιάδες. Και τρώμε κρέας κάθε μέρα και πίνουμε κρασί κάθε μέρα κι έχουμε Χριστούγεννα κάθε μέρα
– Χριστούγεννα… διαρκείας.

_______________________________

Τα «Χριστούγεννα διαρκείας» δεν είναι το μόνο χριστουγεννιάτικο διήγημα του Κώστα Βάρναλη. Χριστουγεννιάτικες ιστορίες είναι «Το κελάηδημα τα τσίχλας», «Τα Χριστούγεννα της Γκρέτας» και τα «Τα Χριστούγεννα του Παπαδιαμάντη» που συμπεριλαμβάνονται στην έκδοση του «Κέδρου» )1959, «Ποιητικά. Πεζός Λόγος. Ελεύθερος Κόσμος»).

Στα «Χριστούγεννα διαρκείας» ο πρωταγωνιστής της ιστορίας, ο δάσκαλος πιθανά να είναι ο ίδιος ο Βάρναλης, ο οποίος την περίοδο που διαδραματίζεται η ιστορία του διηγήματος (στο Μούδρο της Λήμνου)  υπηρετεί τη θητεία του στη Λήμνο.  Περισσότερα όμως γι’ αυτό το διήγημα του και άλλα του Κώστα Βάρναλη, σε επόμενη εργασία μας.

 

(Στο διήγημα υπάρχουν κάποιες σκόπιμες αλλαγές λέξεων και λάθη για την αποτροπή των αντιδεοντολογικών αναδημοσιεύσεων και αναπαραγωγής)

 

Ηρακλής Κακαβάνης