Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

ΟΤΑΝ  ΟΙ   ΚΑΙΡΟΙ  ΔΕΝ  ΑΣΤΕΙΕΥΟΝΤΑΙ

             Όταν οι καιροί δεν αστειεύονται τα πάντα μπορούν να συμβούν.
Να βρεθείς χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι σου,
να ξεχάσεις τον πατέρα σου,
να κυνηγηθείς, να βγεις αντάρτης στο βουνό,
να βρεις ένα γιο ή ακόμα
να γίνεις και φονιάς…

        Βασισμένο σε μια ιδέα από το ποίημα του
Αντώνη Μπουντούρη, «ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ»

Τούτη τη κρύα νύχτα του χειμώνα οι άνθρωποι κλείστηκαν από νωρίς στα σπίτια τους. Πριν καλά – καλά σκοτεινιάσει. Βιαστικός κι ο ήλιος, τους αποχαιρέτησε στα γρήγορα αμέσως μετά το μεσημεριανό γεύμα, όπως άλλωστε το συνηθίζει το χειμώνα και κρύφτηκε κι αυτός. Τους άφησε όμως λίγο φως για να προλάβουν. Τότε, οι πόρτες έκλεισαν, τα μάνταλα διπλοκλείδωσαν, τραβήχτηκαν τα παντζούρια και οι ήχοι λιγόστεψαν. Ύστερα, ακούγονταν μόνο κάτι σκόρπιοι τριγμοί  από ξύλινα γέρικα παράθυρα και  κάτι  κλειδιά που στριφογύριζαν δυο και τρεις φορές στις κλειδωνιές. Με το πρώτο σκοτάδι η Κάτω Ραχούλα είχε κιόλας ησυχάσει. Σβηστές οι λάμπες στα σπίτια, όμως κανείς δεν κοιμόταν. Σιωπηλοί αφουγκράζονταν τα μελλούμενα. Δύσκολοι καιροί.

Αυτή η νύχτα θα ήταν των λύκων. Αυτών που άλλες φορές αγριεμένοι από την πείνα ορμούσαν και σε ξέσκιζαν κι άλλες φορές, όταν μοιάζαν με ανθρώπους, σου στήναν ενέδρα και σε πυροβολούσαν πισώπλατα. Άλλοτε πάλι, μπαίνανε με λύσσα  μέσα στα σπίτια, άρπαζαν τους άντρες, βιάζαν τις γυναίκες, σκότωναν τα παιδιά. Σήμερα θα ήταν ακόμα πιο λυσσαλέοι κι ένας Θεός ξέρει με τι μανία θα χυμούσαν να πάρουν εκδίκηση  όταν  θα μάθαιναν το μαντάτο: Στο χωριό γίνηκε φονικό.

…………………………………

Ο Αντώνης, άντρας  ψιλόλιγνος, σκιά του εαυτού του, τραβούσε από τα άπατα μονοπάτια του χωριού καταπάνω στο βουνό. Με γρήγορο βήμα στην αρχή κι ύστερα τρέχοντας, λαχανιασμένος, χάθηκε μέσα στο δάσος. Τα πυκνά δέντρα τον τύλιξαν με τις φυλλωσιές τους και τα δύσβατα μονοπάτια που τα γνώριζε από μικρός και τον είχαν σώσει πολλές φορές από το θυμό του πατέρα του, έγιναν για άλλη μια φορά η σωτηρία του. Ο φίλος του που ήταν ο μοναδικός άνθρωπος που τον είδε στο χωριό πριν φύγει, πολύ συχνά έφερνε στο νου του το  κάτωχρο, πανιασμένο πρόσωπο του Αντώνη και τις τελευταίες λέξεις του: «Έκαμα το χρέος μου».

………………………………

Το φεγγάρι  σαν κάτι να κατάλαβε κι αρνήθηκε να βγει. Έτσι κι αλλιώς κανείς δεν το’ θελε. Όλοι έπρεπε να κρυφτούν, να είναι αθέατοι και οι καλοί και οι κακοί και ο Αντώνης. Λεπτό το λεπτό πύκνωνε το σκοτάδι  και σαν το γνωστό μαρτύριο της σταγόνας, στάλα –  στάλα,  έπεφτε από τον ουρανό για να σκεπάσει το χωριό. Η απόλυτη ησυχία πριν το μεγάλο κακό.

Πέντε- έξι σκυλιά κατάχαμα στο χωματένιο δρόμο, μιμούμενα κι αυτά τους ανθρώπους, έκαναν ότι κοιμόνταν, ώσπου κάποια στιγμή, το ένα μετά το άλλο άνοιγαν τα μάτια τους και άρχιζαν να γρυλίζουν ανήσυχα. Όταν πια έφτασε για τα καλά στ’ αυτιά τους ο θόρυβος από τα ποδοβολητά και η μυρωδιά του ξεσηκωμένου χώματος στις μουσούδες τους, άρχισαν να γαυγίζουν σαν τρελά και να τρέχουν πάνω κάτω. Τότε ήταν  που οι άνθρωποι κράτησαν ακόμα και την αναπνοή τους προκειμένου να μην ακουστούν.

Μέσα σε λίγη ώρα η πλατεία του χωριού γέμισε από τη συμμορία του Βαγγέλη του Μπάτακα. Ένα τσούρμο ταγματασφαλίτες δηλαδή,  εθελοντές κυνηγοί κεφαλών, που έφιπποι  και πεζοί καταφτάναν μανιασμένοι από τα λημέρια τους.  Θρασύδειλοι φονιάδες, βιαστές, τσιράκια των γερμανών, προδότες, άγριοι βασανιστές, αυτοί που ορκίστηκαν πίστη και υπακοή στο Χίτλερ, τώρα που μείναν «άστεγοι»  μετά το φευγιό των γερμανών έτρεξαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στα νέα αφεντικά, τους βρετανούς και τα υποχείριά τους που κυβερνούσαν την Ελλάδα. Κι όπως άλλαξε ο Μανωλιός, που λέει και η γνωστή παροιμία, έτσι κι αυτοί, άλλαξαν στολή και γίνανε φρουροί του νόμου και της τάξης και βέβαια,  πάλι τα ίδια και χειρότερα κάνανε όπως και πριν και οι απροστάτευτοι πολίτες κάνανε το σταυρό τους μη τύχει και πέσουν στο διάβα κανενός από τους «προστάτες».

Δεν ήταν η πρώτη φορά που θα κάνανε ντου στο χωριό. Το’ χανε ληστέψει, το’ χανε ρημάξει εκατό φορές κι αυτό και τα τριγύρω μέρη. Αυτός ο πολυβασανισμένος πλάτανος της πλατείας που σίγουρα θα αναθεμάτιζε την ώρα και τη στιγμή που φύτρωσε εκεί, πόσες φορές δεν έγειρε από το βάρος των κρεμασμένων ανταρτών, των πατριωτών που αυτοί είχαν συλλάβει και βασανίσει. Αλλά το μίσος τους δεν σταματούσε εκεί. Μετά τους σκοτωμένους αγωνιστές παίρνανε σειρά οι χήρες και τα ορφανά και όσοι έστεργαν να τα βοηθήσουν, με τους νταήδες να χτυπούν, να βιάζουν  να κλέβουν τα ζώα τους, τις τροφές, τα πάντα. Ο Παναγιωτάκης, 12 χρονώ παιδί, τον πήραν με τη βία από το σπίτι του και τον έστησαν κάτω από τον πλάτανο να δει τον κρεμασμένο πατέρα του και του φωνάζανε οι νταήδες να τον φτύσει και να πει δυνατά πως τέτοιος που ήτανε καλά του κάνανε κι όταν άρχισε να κλαίει τον κλώτσησαν με λύσσα. Νύχτα έφυγε ο Παναγιωτάκης από το χωριό και τράβηξε στο βουνό να βρει τους φίλους του πατέρα του.

Με το που μαζεύτηκαν όλοι μαζί και σιγουρεύτηκαν ότι είναι πολλοί, άρχισε το πανδαιμόνιο. Ο Μπάτακας ούρλιαζε από τη ντουντούκα και οι υπόλοιποι με βρισιές απειλές, φτυσιές  και άναρθρες κραυγές, κλωτσούσαν τις πόρτες, μπαίναν στα σπίτια, σπάζαν ρημάζαν, χτυπούσαν αλύπητα και δε χόρταιναν εκδίκηση. Κρατώντας ρόπαλα, κάνες όπλων, κοντάρια κι ότι άλλο είχαν φυλαγμένο από  τον αγώνα τους υπέρ των γερμανών άνοιγαν κεφάλια, τραβούσαν μαλλιά, έσπρωχναν και κλωτσούσαν.  Όλο το βράδυ κράτησε αυτό το μακελειό που οι θύτες το ονόμασαν «έρευνα για το φονιά» και τα θύματα “το ντου των φονιάδων”.

………………………

Ο Αντώνης  κατάκοπος από το τρέξιμο και το ανηφόρι στάθηκε στα σκοτεινά να πάρει μια ανάσα. Δεν ήξερε πού βρισκόταν, μέσα στο σκοτάδι δεν μπορούσε να διακρίνει καλά την περιοχή, του φάνηκε όμως ότι είχε απομακρυνθεί πολύ και πια δεν κινδύνευε. Όρθιος, ασάλευτος σαν ξερόδεντρο χωρίς κλαδιά και φύλλα, κουνώντας μόνο το κεφάλι δεξιά- αριστερά, προσπαθούσε να καταλάβει πού βρίσκεται. Κάπου λίγο παραπέρα είδε ένα μικρό μαύρο  σκοτεινό όγκο  και τότε ησύχασε. Το εκκλησάκι του προφήτη Ηλία! Είχε λοιπόν ανεβεί τόσο ψηλά; Κανείς δεν πλησίαζε εκεί τώρα πια,  από κει και πάνω  ήταν τ’ αντάρτικα. Πλησίασε με λαχτάρα το εκκλησάκι, που έτσι το λέγανε αλλά δεν ήταν εκκλησάκι, παρά  ένα μικρό τετράγωνο θολωτό πετρόχτιστο,  ενάμισι μέτρο επί ένα, το μισό από τη μέση και πάνω τζαμένιο για να φαίνονται οι εικόνες και το κάτω μέρος άδειο, στρωμένο με άμμο για τα αναμμένα κεριά. “Ναι”, είπε μέσα του ο Αντώνης, καθώς είχε φτάσει δίπλα, “να εδώ, πίσω από το τζάμι, αν θυμάμαι καλά, στέκουν δύο  παλιές  εικόνες, η μία της Παναγιάς με το μικρό Χριστό στην αγκαλιά και η άλλη του προφήτη Ηλία, που κι αυτός σαν κι εμένα  πήρε τα βουνά”. Σαν στάθηκε  μπροστά στα εικονίσματα η καρδιά του ράγισε. Στα τυφλά άπλωσε τα χέρια του ν’ αγκαλιάσει το εκκλησάκι. Δεν έβλεπε πια από τα δάκρυα. Δάκρυα που γίνονταν λυγμοί σπαρακτικοί και τρέχαν ασταμάτητα στα μάγουλά του, καθώς εναλλάσσονταν με ταχύτητα τα συναισθήματα και οι εικόνες στη ψυχή του. Η γυναίκα του, ο γιος του, το φονικό, το φευγιό η κάθε του θύμηση του φερνε καινούργια δάκρυα και κλάματα πιο δυνατά από πριν. Σωριασμένο καταγής, με την εικόνα του Προφήτη Ηλία αγκαλιά, τον βρήκαν το χάραμα οι αντάρτες.

…………………………….

Όταν άνοιξε τα μάτια του ο Αντώνης αντίκρισε τέσσερις άντρες αρματωμένους να τον κοιτάνε με σοβαρό ύφος κι ένα μικρό μελαχρινό κεφαλάκι με δυο έκπληκτα μάτια.

— Παναγιωτάκη;

— Θείε Αντώνη;

Δεν ήταν θείος του, αλλά έτσι φώναζαν τα μικρά παιδιά τους μεγάλους στο χωριό.

-Είσαι ο Αντώνης ο  Ντέκος; Τον ρώτησε ο μεγαλύτερος σε ηλικία αρματωμένος.  Ο Καπετάν Λάμπρος, όπως έμαθε μετά ο Αντώνης ότι τον λέγανε,  ήταν γύρω στα 50, περίπου στο ύψος του, ψηλός κι αυτός,  με γκρίζα μαλλιά και γένια.

-Ναι, απάντησε ο Αντώνης,  λίγο σκιαγμένος  γιατί πρώτη φορά έβλεπε στη ζωή του αντάρτες αρματοφορεμένους από τόσο κοντά.

-Μάθαμε για σένα, σκότωσες το πρωτοπαλίκαρο του Μπάτακα! Το λέει η καρδιά σου!

– Βίασε τη γυναίκα μου. Τι άλλο ακούσατε; Η γυναίκα μου, το παιδί μου;

-Όχι, τίποτα. Και τώρα;  τι θα κάνεις;

-Να΄ ρθω μαζί σας; Δεν έχω που να πάω. Αν με πιάσουν ……

-Πάμε, θα τα πούμε όλα μετά, του είπε ο Καπετάν Λάμπρος και του άπλωσε το χέρι για να σηκωθεί.

Γαλήνεψε ο Αντώνης. Δεν ήξερε πολλά για τους αντάρτες, παρά μόνο ότι πολεμάνε για τη λευτεριά, όμως τους είχε εμπιστοσύνη. Αυτοί ποτέ δεν μπήκαν σαν αφεντικά στο χωριό, ούτε σαν νταήδες, ούτε κλέβανε τα χρυσαφικά των γυναικών, ούτε τα ζώα. Ποτέ δε θυμάται να’ τρεξε να κρυφτεί από φόβο μη κι έρθουν οι αντάρτες να ρημάξουν το χωριό. Αυτοί σκοτώνανε τους γερμανούς και τους προδότες.

………………………………

Τις επόμενες μέρες ο Αντώνης προσπαθούσε να προσαρμοστεί στην αντάρτικη ζωή. Δεν ήταν καθόλου εύκολο αυτό. Έπρεπε να ζει μέσα σε σπηλιές, να τρώει όποτε βρίσκει τροφή και να πίνει νερό  όταν αυτό υπάρχει κι όχι όποτε διψάει. Στην αρχή πονούσε όλο του το σώμα από τα ξερά στρωσίδια και τις πέτρες. Το κρύο τα βράδια δεν αστειευότανε. Πάγωνε τα πόδια και τα χέρια τόσο που δεν τα αισθανόταν. Νόμιζε ότι αν τα χτυπήσει κάποιος θα κοπούν με τη μία  και θα πέσουν στο χώμα. Όμως τον καλοδέχτηκαν οι αντάρτες και τον βοήθησαν όσο μπορούσαν μη τύχει και πεθάνει από τις κακουχίες. Εκείνος για ευχαριστώ τους μίλησε για  μονοπάτια άγνωστα για τους πολλούς,  που θα τους οδηγούσαν με ασφάλεια στο χωριό όταν θα χρειαζόταν να πάνε να πάρουν τις προμήθειες που τους άφηναν οι φίλοι τους, κρυμμένες κάτω από παλιά γεφύρια και στα ερειπωμένα σπίτια  ή θα τους βοηθούσανε να σωθούν. Με τον καιρό εναρμονίστηκε πλήρως με το πρόγραμμα των ανταρτών, συνήθισε τις πεζοπορίες και τις μετακινήσεις, τα ξενύχτια, το παραφύλαγμα. Μόνο τα όπλα δεν ήθελε να μάθει ο Αντώνης κι ας ήξερε πως αυτό μπορεί να του στοίχιζε τη ζωή.

…………………………

Η πληγή  μέσα του, τα βράδια γινόταν φωτιά που του’ καιγε το στήθος κι όταν δεν άντεχε άλλο η ψυχή του τον πόνο και το κάψιμο, έτρεχε πέρα μακριά μέσα στα δέντρα, τραβώντας τα πανωφόρια του, βγάζοντας ένα δυνατό μακρόσυρτο «ααα». Η θύμηση της γυναίκας του της Ειρήνης, μισοπεθαμένης στα χέρια της αδελφής της, σαν σπίρτο αναμμένο που το πετάς στο οινόπνευμα έριχνε την πρώτη φλόγα μέσα του. Μετά έπεφταν τα σπίρτα βροχή, η θύμηση του γιού του, του Γιαννάκη που ήταν δυο χρονώ κι έλεγε τα πρώτα του λογάκια, τ’ αμπέλια του πατέρα του που τα πρόσεχε σα παιδιά του, το πρωτοπαλίκαρο του Μπάτακα πάνω στη γυναίκα του κι αυτή να ουρλιάζει,  το μαχαίρι που πήρε από το δισάκι που’ βαζε το φαγητό και του το μπηξε ……. σπίρτα, σπίρτα, σπίρτα αναμμένα έπεφταν στην καρδιά του και τη γέμιζαν φλόγες και το πιο καυτό τα λόγια της γυναίκας του «φύγε Αντώνη μου να σωθείς, δεν θα ζήσω αν σε σκοτώσουν.» «Τρέξεεεεε» του φώναξε με όση δύναμη της είχε απομείνει σαν τον είδε διστακτικό, να την κοιτά με μάτια χαμένα. «Ειρήνηηηηηηηηηηη ήθελε να  φωνάζει ο Αντώνης κάθε βράδυ από τα βουνά  «Ειρήνηηηηηηηηη μου»

 

……………………………

Όσο περνούσαν οι μέρες, ο Αντώνης,  συνειδητοποιούσε ότι τα πράγματα δεν θα ήταν ποτέ όπως πριν. Κυνηγημένος θα τριγύριζε στα βουνά, χωρίς ποτέ να μπορέσει να ξαναγκαλιάσει τους δικούς του, να ζήσουν όλοι μαζί σαν οικογένεια. Στην καλύτερη περίπτωση, ίσως  κατάφερνε να στείλει κανένα σημείωμα στη γυναίκα του, ή να μάθει τα νέα τους από τον Παναγιωτάκη που ξεγλιστρούσε μέσα από τους θάμνους και τα δέντρα και πήγαινε άφηνε τα σημειώματα στο «μέρος το γνωστό» κι έπαιρνε αυτά που του αφήναν να τα πάει πίσω στους φίλους του τους αντάρτες, που τώρα πια δεν ήταν μόνο φίλοι του πατέρα του, είχαν γίνει και δικοί του φίλοι και σύντροφοι και ψήλωνε δυο πήχες όταν τον φωνάζανε «σύντροφο Παναγιώτη», γιατί, όπως του χε πει ο αντάρτης ο Κωνσταντής,  έτσι «σύντροφο» φωνάζανε και τον πατέρα του.

Απορία το είχε ο Αντώνης και κάποτε ρώτησε τον Καπετάν Λάμπρο:

–  Γιατί φωνάζετε ο ένας τον άλλο «σύντροφε»;

Ο Καπετάν Λάμπρος σήκωσε το βλέμμα από το χαρτί που διάβαζε, έβγαλε τα γυαλιά του και κοιτάζοντάς τον ίσια στα μάτια του απάντησε:

-Άκου παλικάρι μου,  ο αγώνας για τη λευτεριά και τη δημοκρατία, για μια καλύτερη δίκαιη ζωή  χωρίς εκμετάλλευση,   ενώνει αυτούς που αγωνίζονται, ενώνει αυτούς που θέλουν ν’ αλλάξουν τον κόσμο με μία σχέση βαθιά. Δεν είναι φίλοι, είναι σύντροφοι. Σύντροφος σημαίνει πράμα ιερό, είναι πάνω από τη φιλία, πάνω από τη συγγένεια. Ο σύντροφος παλεύει μαζί σου να αλλάξετε τον άδικο τούτο κόσμο. Όταν  αγριεύουν οι καιροί, όπως τώρα να πούμε, περνά βασανιστήρια, στήνεται στον τοίχο, δίνει και τη ζωή του, αλλά τους συντρόφους του δεν τους προδίδει. Ούτε τα ιδανικά του. Στερείται την οικογένειά του, τα παιδιά του, φυλακίζεται,  αλλά κρατά το στόμα του κλειστό. Θα μπορούσε να γλυτώσει, να καταδώσει τους συντρόφους του και να γυρίσει πίσω στην οικογένειά του, αλλά όχι. Δεν το κάνει. Γιατί; Γιατί ξέρει ότι  και να χαθεί αυτός, οι σύντροφοί του θα φτιάξουν τον όμορφο κόσμο που ονειρεύτηκε για τα παιδιά του»

Αυτά κι άλλα πολλά του είπε εκείνη τη μέρα και τις επόμενες ο καπετάνιος, όπως το γιατί πήραν τα βουνά,  για τους διωγμούς και τα κυνηγητά, για τους υπεύθυνους της φτώχιας του κοσμάκη, μα η αγνή ψυχή του Αντώνη αρνιόταν να καταλάβει, δεν την χωρούσε το μυαλό του την τόση αδικία. Όμως τον καπετάνιο και τούτους εδώ τους αρματωμένους τους πόνεσε, αν και ήταν λίγο χρόνο στο βουνό, τους ένιωσε δικούς του, φίλους του. Το ίδιο κι αυτοί. Στους δύσκολους καιρούς οι σχέσεις των ανθρώπων εξελίσσονται γρήγορα, δεν υπάρχει χρόνος για τσιριμόνιες.  Έτσι, λοιπόν, η ομάδα του Καπετάν Λάμπρου απαρτίζονταν από  τους συντρόφους του και τον φίλο τους τον Αντώνη.

Η παραμονή του  στο βουνό δεν κράτησε πολύ. Όσο κρατούσε ακόμα ο χειμώνας, οι αντάρτες τον φυγάδεψαν μαζί με άλλους στη Σόφια. Ήταν ο, τι καλύτερο μπορούσαν να κάνουν για να τον προστατέψουν, να τον σώσουν. Να σώσουν τον  καλοκάγαθο φίλο τους που η αναθεματισμένη η μοίρα το φερε κι έκαμε το φονικό.

…………………………

Πέρασαν τα χρόνια, οι καιροί γαλήνεψαν.  Το ψιλόλιγνο κορμί του Αντώνη έγειρε, τα μαλλιά του αραίωσαν και άσπρισαν. Στη Σόφια πέρασε μια ήσυχη ζωή. Το πρωί δούλευε σαν εργάτης και τα απογεύματα ή θα πήγαινε στον Κωνσταντή που κουτσαίνοντας από ένα σοβαρό τραύμα στο πόδι ήρθε μαζί του από την Ελλάδα, ή θα σκάλιζε κομμάτια ξύλο προσπαθώντας να φτιάξει κάτι που να του θυμίζει το σπίτι του στην Κάτω Ραχούλα. Φιγούρα μοναχική, οι επαφές του με τους ανθρώπους μετρημένες, ειδικά από τότε που πήρε το κακό μαντάτο πως η γυναίκα του η Ειρήνη δεν άντεξε άλλο το δύσκολο χειμώνα του ’48 και μπαίνοντας η άνοιξη, πέθανε στην πόλη, στο σπίτι της μεγαλύτερης αδελφής της. Χωρίς την Ειρήνη του και με χαμένο το γιο του το Γιαννάκη, που μεγάλωνε στην πόλη στο σπίτι της θείας του, πάλευε να βοηθήσει την καρδιά του ν’ αντέξει, να συνεχίσει να χτυπά.  Οι θύμησες του μπορεί να μην άναβαν  φλόγες, όμως σιγόκαιγαν μέσα του, σαν άσβηστα κεριά κι ώρες-ώρες η καρδιά του χτυπούσε σαν τρελή από τον πόνο. Τότε έπρεπε να παίρνει βαθιές ανάσες μαζί με χάπια για να σταματήσει αυτή την πάθηση, την ταχυκαρδία όπως του την  ονόμασε  ο έλληνας φίλος του ο γιατρός.

Ο φίλος του, ο γιατρός, νεώτερος κατά πολύ από τον Μπαρμπαντώνη, όλα αυτά τα χρόνια στάθηκε  άγρυπνος φρουρός πλάι του. Κι ο Μπαρμπαντώνης όμως για γιο του τον λογάριαζε. Μια δυνατή φιλία, μια ισχυρή σχέση αγάπης και στοργής αναπτύχθηκε ανάμεσα στους δυο άντρες, που η ζωή από πολύ νωρίς τους έδειξε το άσχημο πρόσωπό της.

……………………………………

Εκείνο το πρωί ο Μπαρμπαντώνης σηκώθηκε από το χάραμα. Έτσι κι αλλιώς δεν μπόρεσε όλο το βράδυ να κοιμηθεί. Χαρούμενος πήγαινε πέρα-δώθε, έσιαζε το σπίτι, ανοιγόκλεινε τα παράθυρα,  τακτοποιούσε τις καρέκλες, σαματάς μεγάλος. Ήθελε όλα να είναι τέλεια σα θα’ ρχόταν ο γιος του από την Ελλάδα. Η καρδιά του πήγαινε να  σπάσει από την αγωνία και την τρελή χαρά. Τι ανάσες και τι χάπια να πάρει, αυτά κάνανε δουλειά στις συνηθισμένες μέρες, σήμερα που ήταν η μεγάλη μέρα η γιορτινή, τίποτα δεν μπορούσε να τον ηρεμήσει, του ήταν εντελώς άχρηστα.  Από κοντά κι ο φίλος του ο γιατρός, που είχε φτάσει  από νωρίς στο σπίτι να συμπαρασταθεί στη χαρά του μπάρμπα του.

Το αυτοκίνητο σταμάτησε έξω από το σπίτι. Ο Γιαννάκης, ένα ψηλό, όμορφο,  μελαχρινό παλικάρι, άντρας σωστός, μαζί με δύο άλλους, μπήκε στην κάμαρα του πατέρα του.

Ο Μπαρμπαντώνης άρχισε να τρέμει. Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα. Η φωνή του πνιχτή μέσα στα αναφιλητά.

– Παιδί μου, Γιαννάκη μου, αγόρι μου!

Γεμάτος λαχτάρα έκανε να τον αγκαλιάσει. Πριν προλάβει όμως να πάει κοντά του, ο γιος του, του άπλωσε το χέρι για μια τυπική χειραψία. Ο Μπαρμπαντώνης τα’ χασε. Στη θέα του απλωμένου χεριού ένας οξύς πόνος σα μαχαιριά καρφώθηκε στην καρδιά του. Μάζεψε το κουράγιο του, προσπάθησε να σταθεί ορθός και χαμογελώντας μη καταλάβει κανείς τίποτα για το δυνατό πόνο στην καρδιά του, έκανε στο γιο του μια σφιχτή χειραψία.

Καθισμένος στο τραπέζι, απέναντι από τον πατέρα του ο Γιάννης ο Ντέκος, με ήρεμη απόμακρη φωνή, του ιστόρησε τα γεγονότα από τη μέρα που τους άφησε, αυτά που είχε μάθει από τη θεία του δηλαδή, γιατί τη μάνα του δεν τη θυμότανε καθόλου, εκείνος  ήταν 2,5 χρονώ όταν πέθανε και όσα  έζησε μετά μεγαλώνοντας στην πόλη.

Οι δύο που τον συνόδευαν βγήκαν έξω από το σπίτι, αφήνοντας πατέρα και γιο να τα πουν, ενώ ο φίλος του Μπαρμπαντώνη ο γιατρός μένοντας άναυδος από τη ψυχρή χειραψία, πήγε και κλείστηκε στη διπλανή κάμαρα.

Ο Μπαρμπαντώνης έσφιγγε τα χείλη από τον πόνο στην καρδιά, δεν ήθελε όμως να ταράξει το παιδί του.  Ο Γιάννης συνέχισε να μιλάει για τις σπουδές του και την καριέρα του. Είχε γίνει μεγάλος δικηγόρος  και είχε τέτοια υπόληψη στην πόλη που του είχαν προτείνει να γίνει και πολιτευτής. Μάλιστα! Του το πρότειναν οι φίλοι του από το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας! Η καρδιά του Αντώνη σφάδασε από τον πόνο. Χωρίς να καταλάβει τίποτα ο Γιάννης, μετά από λίγη ώρα αποχαιρέτησε τον πατέρα του, πάλι με μία χειραψία κι έφυγε για την Ελλάδα, υποσχόμενος πως θα κάνει ότι μπορούσε με τις γνωριμίες του, να τον φέρει κι αυτόν μια μέρα πίσω στην πατρίδα. Ο Μπαρμπαντώνης του χαμογέλασε και του ευχήθηκε «καλό δρόμο». Ξέρανε κι οι δυο ότι δεν πρόκειται να ξαναειδωθούν.

Ο Γιάννης μεγαλωμένος από τη θεία του, γνώριζε ελάχιστα πράγματα για τον πατέρα του. Εκείνη από φόβο, απέφευγε να του μιλάει γι’ αυτόν, γιατί ήταν επικηρυγμένος φονιάς και οι καιροί δεν αστειευότανε. Ο Γιάννης με τα χρόνια ξέχασε. Έμαθε γράμματα, έκανε φίλους, έχτισε στο μυαλό του μια άλλη εικόνα για την οικογένειά του και για μάνα λογάριαζε τη θεία του. Στη Σόφια πήγε γιατί του είπε η θεία του ότι ο πατέρας του ήταν άρρωστος και παρακαλούσε να τον δει. Εκείνη, από το 1975 και μετά είχε μια σχετική  επικοινωνία μαζί του μέσω κάποιων  τρίτων συχωριανών που πήγαιναν στη Σόφια να δουν τους δικούς τους. Ο Γιάννης δεν ήθελε να πάει, τι δουλειά είχε τώρα,  να πάει να δει έναν άγνωστο άνθρωπο τόσα χιλιόμετρα μακριά. Άσε που μπορούσε η σχέση αυτή να του δημιουργήσει πρόβλημα στο μέλλον του. Αλλά για το χατίρι της θειας του υποσχέθηκε να πάει για μία και μοναδική φορά.

……………………

Με το που έκλεισε η πόρτα, ο δυστυχισμένος πατέρας,  που τόση ώρα κρατιόταν με το ζόρι στα πόδια του, σωριάστηκε χάμω. Χίμηξε ο φίλος του ο γιατρός να του δώσει τις πρώτες βοήθειες.

— Μην κουράζεσαι αγόρι μου, του είπε με κομμένη φωνή ο Μπαρμπαντώνης. Ως εδώ ήτανε. Δεν θέλω να ζήσω άλλο.

Εκείνος όμως δεν τον άκουγε. Με γρήγορες κινήσεις, του χαλάρωσε τα ρούχα πήρε τα χάπια από την τσέπη του σακακιού του και πήγε να του βάλει ένα στο στόμα. Ο Μπαρμπαντώνης τον σταμάτησε, πήρε το χέρι του το φίλησε και το κράτησε μέσα στα δικά του.

— Αχ αγόρι μου, γιατί να μην είσαι εσύ το παιδί μου!

— Θείε Αντώνη, του είπε με αγωνία ο φίλος του, μη μιλάς, όλα θα πάνε καλά.

— Παναγιωτάκη μου, παιδί μου!

Κι ο Αντώνης αποκαμωμένος έγειρε το κεφάλι του στην αγκαλιά του Παναγιωτάκη.

Μαίρη Μπαχτσετζή
Οκτώβριος 2020

belogiannis ploumpidis banner