Ό,τι ν’ ακούω με το δεξιό μου αυτί / με μάτι αριστερό το βλέπω.
Κι ό,τι καταπιάνεται ο νους να στοχαστεί, / οι χτύποι της καρδιάς το λένε πρώτοι. (Κ. Βάρναλης)

Facebooktwitterrssyoutube
slogan

Τη νιότη μου δεν κούρσεψαν τση ξενιτιάς οι χρόνοι

Γράφει η Ζωή Δικταίου //

Διάχρυσα τα φλογάτα ρόδα, θαρρείς υπνοβατούν αναζητώντας ένα χάδι του ανέμου πριν να γίνουν και αυτά αήττητα τρόπαια μιας ανάμνησης. Στο παρτέρι, κάτω από τη μηλιά, πιο γήινο το φως, αγκαλιάζει το λευκό της πέτρας στο στάσιμο του έρωτα. Αυτά που σε φόβιζαν δεν τα αφήνεις πια να αποκτούν εξουσία στην καρδιά και τη σκέψη σου. Αλλάζεις, λίγο λίγο, κάθε μέρα όλο και πιο πολύ.
Το ποτήρι, αυτό το γυάλινο, πόσες φορές αλήθεια το είχαν αγγίξει πρώτα τα χείλη σου και μετά τα δικά του, πόσες φορές είχε πει «να ξεδιψάσουμε μαζί…». Δοξάζεις την πρώτη ηλιαχτίδα πάνω στο κρύσταλλο σε μια προσπάθεια να προσπεράσεις τις συμπληγάδες μιας θύμησης, μα δεν τα καταφέρνεις… Μαζί για πόσο, μια απρόσεκτη κίνηση η αιτία, και να πως ράγισε το ποτήρι, έτσι νόμιζε…

Με αλλόκοτη κατ’ ανάγκην τρυφερότητα και με κίβδηλες σκέψεις συμφιλίωσης, αυτές που με τη θωπεία του χρόνου μέτρησες βαθιές χαρακιές, πήγε κάτι να πει. Ανόητες δικαιολογίες, εσύ το ξέρεις καλά, υπάρχουν βλέμματα βουβά και λέξεις αδέσποτες που όταν ειπωθούν έχουν τη δύναμη να ραγίσουν ποτήρια, να σπάσουν καθρέφτες, να ματώσουν καρδιές, να χαλάσουν ζωές…

Ρόδο και αιώνιο αγκάθι στο όνομα της αρετής. Πυκνώνει η γερασμένη μνήμη, πριν να ξεθωριάσει η κουρσεμένη νιότη, άλικο χρώμα και άρωμα τριαντάφυλλο, να διαγράψει τα ανορθόγραφα της ζωής και τα άνυδρα του έρωτα μονοκοντυλιά…
«Κοίταξέ με, έχω φορέσει την αλήθεια σου κατάσαρκα, την αλήθεια που τόσο φοβάσαι. Ξέρεις… αποφάσισα να ζωντανέψω τις παλιές αναγνώσεις και τις λησμονημένες συνήθειες εκχερσώνοντας τα μυστικά εδάφη της ψυχής, για όσα προσκομίζουν οι αισθήσεις, μόνο γι’ αυτά.
Νομίζεις είναι το ποτήρι που ράγισε… Νομίζεις…», στο Λασίθι δεν θα φοβηθείς να ξεκλειδώσεις όλες τις λέξεις!

Παναγιωτάκης ελαιογραφία Η χιονισμένη γη του Δία

Γιώργος Παναγιωτάκης, ελαιογραφία «Η χιονισμένη γη του Δία»

Ανοίγεις το ξύλινο ζωγραφιστό κουτί. Παλιά γράμματα, χειρόγραφες συνταγές της Καλλιόπης, μανικετόκουμπα, κέρματα από την εποχή της δεκάρας, ασπρόμαυρες φωτογραφίες και κάρτες. Ζεις πιο κοντά στον κόσμο όσων σου λείπουν.  Θα μπεις στον πειρασμό, θα τ’ αγγίξεις με ευλάβεια, θα σταθεί το βλέμμα θαρρείς για να συμβιβάσει την απόσταση  που όρισε ο χρόνος, θα μετρήσει η συγκίνηση στα βλέφαρα που με κόπο θα κρατήσεις ανοιχτά προσπαθώντας να γυρίσεις μια σπίθα πίσω, ακόμη κι αν είναι να τη φέρεις από το πιο μακρινό κατώφλι του άλλου κόσμου.

Έντονη η παρόρμηση, όχι μόνο να θυμηθείς όσο περισσότερα γίνεται με λεπτομέρειες, αλλά και να αποθησαυρίσεις κρυμμένες αλήθειες, αυτές που αποκτούν υπερβολική ευφράδεια σε τούτες τις μοναχικές στιγμές. Όλα τα “ναι” που αρνήθηκες να πεις, αποκτούν φωνή και “ναι’’ φωνάζουν. Ένα “ναι’’απαγορευμένο, αυτό που δεν ειπώθηκε, αυτή τη φορά δεν πάει χαμένο, αυτή τη φορά ανάβει όλα τα σκοτάδια!

Απόπειρα φυγής μα όχι φυγή, επιθυμία απόδρασης μα όχι απόδραση για μια ακόμη ψυχή. Ένα λακωνικό ραβασάκι γραμμένο με πένα έλκει την ψυχή σου. Είναι μια στιγμή που έχει μείνει με τη δική της ανεξίτηλη οδύνη για τον Μιχάλη Μαστοράκη, από το Ξηροστέρνι του Αποκόρωνα.

Διαβάζεις: «Όχι, όχι, δεν έμαθα να ζω και δεν θα μάθω χωρίς εσένα, στο Σικάγο πια, εδώ που κάποιες φορές, όταν η πόλη ξαναγεμίζει σκόνη, έρχονται ανελέητα οι μέρες και οι νύχτες φοβερίζοντας να τα πάρουν όλα, ακόμη και τις αναμνήσεις. Ευτυχώς, η παλιά εικόνα σου συντηρεί την Όστρια της Κρήτης, στη σκέψη μου και τη Χαρά της Ζωής.»

Πριν διαβάσεις παρακάτω έχεις ανάγκη μια παύση, μια ανάσα ανάμεσα στο τώρα και στο χτες, ανάμεσα στο ερέθισμα και στην απάντηση. Κλείνει το ένα τραύμα, ανοίγει άλλο.  Αφήνεσαι και αφήνεις να αναδυθούν οι ξεθωριασμένες σκέψεις με νέες μορφές. Από αυτή την παύση θαρρείς θα κριθούν όλα όσα έχεις μέσα σου. Θ’ αφουγκραστείς την χορδή που πάλλεται στην ψυχή, θα δώσεις αξία και σημασία σε όσα έχουν συμβεί, θα πεις είναι η ευκαιρία για να βρεθείς πιο κοντά σ’ αυτό που πραγματικά είσαι.

Η ξενιτιά δεν είναι τόπος στοχάζεσαι, είναι κατάσταση αυτή που ζει εκείνος που φεύγει από όπου και αν φεύγει… Φευγαλέες ματιές. Η μια εικόνα δίπλα στην άλλη, αστράφτει για λίγα δευτερόλεπτα ένα πρόσωπο, ένας δρόμος, ένα καφενείο, μια γειτονιά, ένα έρημο σπίτι, ένα δέντρο, μια κορφή  και λίγο λίγο σχηματίζεται αυτό που λαχταράει κανείς, εννοείται και ο καλός σου φίλος Μιχάλης Μαστοράκης. Αφήνεις τα λαγούμια της μνήμης και  τα ορυχεία των αναμνήσεων.

Παναγιωτάκης ελαιογραφία Χιόνισε στο Λασίθι

Γιώργος Παναγιωτάκης, ελαιογραφία – “Χιόνισε στο Λασίθι”

Επιστρέφεις στο ραβασάκι:

«Τη νιότη μου δεν κούρσεψαν τση ξενιτιάς οι χρόνοι,
γιατί αγαπώ στον τόπο μου, γυρνώ σαν χελιδόνι .
Και βλέπω πάντα τη φωλιά, που ’χω για ’κείνη χτίσει,
να μένει άδεια, ώστε να ζω, ή ώστε να γυρίσει».

Ρεμβάζεις από το παράθυρο. Το Λασίθι μπορεί να μην είναι ίδιο στα μάτια όλων, για εσένα όμως είναι μια μεγάλη κούπα, η κούπα των θεών, αυτή που πασκίζει να φιλήσει το πάτημά της υπόγεια η θάλλασσα και υψώνει με περηφάνια τον κύκλο των χειλιών της στον ουρανό, θαρρείς και κάνει απόπειρες να εντυπωσιάσει και να τραβήξει τα μάτια σου, να δεις κι εσύ το Οροπέδιο αλλιώς και να μην αμφιβάλλεις πως αυτό είναι το αληθινό δισκοπότηρο της φύσης.

Από το παράθυρο διακρίνεις πέρα μακριά την κορυφή της Δίκτης, εκείνη την ασημένια αιχμή που τέμνει τον ορίζοντα, εκεί που όταν φτάσεις ανακαλύπτεις πως υπάρχουν και άλλοι πιο μακρινοί ορίζοντες που σε καλούν να ταξιδέψεις και ουρανοί να ονειρευτείς. Επινοείς διάφορα για να αναστρέψεις τη ροή του χρόνου, το ίδιο θα κάνουν και άλλοι, σαν κι εσένα πολλοί, μέχρι ν’ αλλάξει η μάννα Γη και ν’ αρχίσει να γυρίζει αλλιώς, από τη Δύση στην Ανατολή, τότε που τα περασμένα δεν θα είναι σκόρπιες αναμνήσεις αλλά ζωή, ζωή, “Ζωή μου” κάποιος το ψιθύρισε. Άνεμος ήτανε…

Κοιτάζεις, προσπαθείς να σκεφτείς τι σε δένει με το Λασίθι πέρα από τις τυπικές αρετές των ανθρώπων και την ιστορία του. Κοιτάζεις με δέος εκεί στην κορφή που από παιδί θαυμάζεις, θυμάσαι και δακρύζεις με την επιδέξια πραγμάτευση παρουσίας και απουσίας. Ο φθινοπωρινός άνεμος στα φύλλα της κληματαριάς συνηγορεί πότε μ’ έναν ψίθυρο και πότε μ’ ένα χτύπημα στα παραθυρόφυλλα. Το ρολόι του τοίχου, αυτός ο μονότονος ήχος στο εκκρεμές σαν βλασφημία,  περιφρονεί την καρδιά, τα συναισθήματα, την αγάπη. Αντηχήσεις και αλληλεπικαλύψεις ανάμεσα στο τικ και το τακ, ανάμεσα στη λησμονιά και τη θύμηση. Τι σημαίνει αυτό το οδοιπορικό της ψυχής, τι είναι, περιπλάνηση ή έξοδος, μην απαντήσεις, κάθε απάντηση θα γεννά ένα καινούργιο ερωτηματικό, και δεν πρέπει τώρα που η ψυχή έχει παλίρροια σ’ αυτή τη μεγάλη του νου και της καρδιάς σου πλημμυρίδα. Υπάρχει βιωμένο συναίσθημα, παραδέχεσαι, και μια έντονη βαθιά εκτίμηση για αυτά που οι άλλοι θεωρούν μικρά και ασήμαντα. Δεν είσαι φτιαγμένη για να παρακολουθείς τη ζωή και το Οροπέδιο από απόσταση, όχι, γύρισες από συνειδητό ενδιαφέρον, από μια αναπόφευκτη εγγύτητα αγάπης για μια καινούργια εμπειρία με παλιά υλικά. Η ένταση του ανεκπλήρωτου έρωτα, τώρα που η νοσταλγία σε τρέφει, εκφράζεται διαφορετικά.

Φωτο <|Γιάννης Σιγανός|>

Φωτο <|Γιάννης Σιγανός|>

Επιμένεις :
«Δεν είσαι εσύ μια άγνωστη, κρυφή γωνιά του κόσμου
μικρή η ζωή, μα γίνεται στη ρίζα σου μεγάλη
και στην αθάλη του καιρού, Λασίθι, Τόπος Μέγας
τρίχορδες λύρες παίζουνε και ανεβαίνει ο ήλιος»

Νοέμβρης. Κλαίνε τα φεγγάρια, ένα παιδί το ψιθύρισε. Τ’ ακούς; Κορφολογούν αγάπες και σιωπές, από τις ρωγμές του καιρού, και φοβούνται τόσο την ένοχη συγγνώμη. Και στον Νοτιά και στον Βοριά το ίδιο φέγγουν τα παράπονα.

«Μια νύχτα του Νοέμβρη είπες θα ’ρθεις να με βρεις,
χαμήλωσα τα μάτια μου στο χώμα,
φεγγάρι φθινοπωρινό που χάθηκες νωρίς
κι εγώ, που τώρα μάταια σε περιμένω ακόμα.

Αύριο, θ’ αλλάξουν τα φεγγάρια ουρανό
τρελός ο έρωτας θα παίζει στην πλατεία.
Αύριο, έλα, μια ζωή θα σ’ αγαπώ.
Να δεις μεγάλη, τη μικρή μας πολιτεία»

O Γιώργης Κοντογιάννης, ο Κρης, έντυσε όμορφα τους στίχους σου μόνο για τούτη τη νύχτα.

«Νοέμβρης, θα με ξεχάσεις», είχες πει, σχεδόν προφητικά…

«Αν γίνουν τα κύματα στεριά και γιασεμιά τα φύκια…», το γιασεμί κράτησε τον όρκο του, μόνο το γιασεμί.

Μια αστραπή φλερτάρει τα μάτια σου, μια αστραπή δεν τ’ αφήνει να βασιλέψουν, όχι ακόμα. Σκοτεινιάζει. Σε τούτο το σκοτάδι θα γεννηθεί έν’ άστρο τα μεσάνυχτα. Τα σπίτια όλα κατάκλειστα. Όλα υπάρχουν, όπως παλιά, όπως τότε. Ζουν μέσα σου, μ’ αυτά προχωράς. Ο πόθος είναι στην αντίπερα όχθη του Μεγάλου Ποταμού, τόσο σιωπηλός και τόσο ηχηρός ταυτόχρονα. Ένα λαχάνιασμα, ένα μούδιασμα, βήματα γρήγορα στον δρόμο. Μια σκιά που τρέχει όσο οι αναμνήσεις σώζονται.
Εκεί μακριά συμβιβάστηκες, εκεί που και η νοσταλγία κάποιες φορές νιώθεις πως παρακμάζει, εκεί άντεξες με την προσδοκία να περάσεις στην αντικρινή όχθη, Αύριο…
Με νοθευμένες προσμονές απασχολείς τη μνήμη, με απρόσεχτα κι αφηρημένα τεχνάσματα για να μην ξαφνιαστείς. Μα δεν πρόκειται να ξεφύγεις, όχι αυτή τη φορά, όχι τώρα που φυλλομετράς τα μυστικά της καρδιάς, όχι με τις αθώες σου σκέψεις στο ηλιοβασίλεμα, κι ας μην είναι ο κόσμος αθώος.

Αγαπάς τις πένθιμες ομορφιές των λαβυρίνθων. Μαστίχα η ανάσα όπως την πρώτη φορά. Απόψε η προδομένη νιότη γύρισε χωρίς εξήγηση. Σαν από άλλη ζωή ήρθε ξανά περιμένοντας να σου κλέψει τις έγνοιες. Πριν αναστήσεις το βλέμμα η μοναξιά φιλοδωρεί άλλο μέλλον στο Λασίθι. Ολόκληρο το Οροπέδιο απ’ άκρη σ’ άκρη έχει όλα όσα χρειάζεται για να σε εντυπωσιάσει και να σου προσφέρει την εμπειρία από την αρχή.

Νωρίς το πρώτο χιόνι στην καρδιά του Νοέμβρη. Λασίθι όμορφο! Αγναντεύεις την αιώνια επιστροφή των ονομάτων από το παράθυρο. Το κερί που καίει κάνει το σκοτάδι να κιτρινίζει. Αναρίθμητες λευκές πεταλούδες στις στέγες, στα κλαδιά των δέντρων, σε καμινάδες, φανοστάτες και φράχτες, στην αυλόπορτα που φιλιούνται ξεχασμένα τα νιάτα. Ραγισμένη ανατριχίλα, άγραφτη ζήλεια, δεν σε αφορά. Ζητάς καταφύγιο στα περασμένα. Εύθραυστη ανάμνηση. Κουτιά, μαντήλια και λευκώματα με παλιές φωτογραφίες. Μα δεν φτάνουν αυτά. Θα φορέσεις το κόκκινο παλτό, αυτό με τις κοφτές εσωτερικές τσέπες, και θα βγεις έξω, στο χιονισμένο Λασίθι, με το παλιό σου πανωφόρι, το παλιό σου παλτό, μ’ αυτό θα σε αναγνωρίσει, μ’ αυτό… και με την αφρούρητη ταραχή στο υγρό σου βλέμμα.

Όλο το νόημα του κόσμου μια νύχτα ήταν…

Η νύχτα έχει παράξενα κέφια. Δεν κρυώνεις. Μια φλόγα έχει ανάψει μέσα σου. Πάντα η σκέψη γλιστράει πιο αθόρυβα μέσα στη νύχτα. Τίποτα δεν τελειώνει εδώ, θυμάσαι ακόμα τις κρυφές γωνιές, αυτές που μπορείς να σταθείς για να περάσει ο έρωτας δίπλα σου και να σε κρατήσει τελικά από το χέρι η αγάπη στο κατώφλι ενός άλλου αιώνα, ή μήπως σε αυτόν, τον εικοστό πρώτο αιώνα που μπήκε επαληθεύοντας την έπαρση του πεπρωμένου, σημαδεύοντας από τις χαραμάδες το αχειροποίητο δικό σου άστρο και τα πήλινα πέταλα της αγάπης…

Στο Λασίθι, όλα τούτη τη νύχτα που θαρρείς ο ουρανός ερωτεύεται τη γη, όλα αποπνέουν τόση γαλήνη και τόση σιωπή που μοιάζουν απόκοσμα. Δεν θα τα παρατήσεις, όχι, όχι τώρα που η επιστροφή σου γιορτάζει χορεύοντας στη χιονισμένη μικρή πλατεία. Στα χέρια το φουσκωμένο ρόδι γεμάτο άτρυγη αμαρτία, εσύ το κρατάς σημαδεύοντας τον θάνατο στην καρδιά. Στη σκάφη φουσκώνει το δικό σου εφτάζυμο, κι ο μούστος ημέρεψε και κατακάθισε στο βαρέλι του παππού. Δεν θα σου χαλάσουν την πεθυμιά της θέλησης μ’ αμάντευτους όρκους, δεν έχει άλλη φορά. Αύριο η ξεφάντωση, η δική σου μεγάλη ξεφάντωση στο πανηγύρι της Χαράς.

Χιονίζει, είναι όλα όμορφα απόψε. Χιόνι, το φιλί τ’ ουρανού…

Κάθε τι μοιάζει να υπάρχει μόνο για να σε συνοδέψει στη βόλτα σου, να συνηγορήσει δίνοντας ορμή στα βήματά σου, ακόμη και τα εμπόδια μοιάζουν εύκολα. Ούτε το κόκκινο παλτό φαίνεται να παραβιάζει τον αισθητικό κανόνα του λευκοντυμένου Μικρού Μέγα Τόπου. Ο Τρύφωνας, παλιός δοκιμασμένος βιγλάτορας, μπαλώνει το δικό του πανωφόρι καθισμένος στα σταχτωμένα χαλάσματα.  Άχρονος καιρός, η σταυροβελονιά στο κεντημένο κουρτινάκι της Καλλιόπης σμίγει στις άκριες με την άσπρη δαντέλα. Η φρονιμάδα σπιτωμένη μέσα στους τοίχους. Εσύ έξω, με την ανάμνηση του λογισμού που ξέδραμε για να σε συναντήσει ξανά στο σταυροδρόμι της άρνησης.

Το χέρι στην τσέπη παίζει με το ίδιο παλιό κέρμα, όπως τότε, κορώνα γράμματα. Το κρατάς σφιχτά θαρρείς και είναι κάτι πολύτιμο, χρυσό ή ασημένιο, κι όμως είναι κάτι πιο πολύ. Είναι αυτό που πήρες πίσω στον τηλεφωνικό εκείνο θάλαμο πριν από χρόνια, στην τελευταία προσπάθεια επικοινωνίας, στην τελευταία κλήση που δεν απαντήθηκε. Ένα γυαλιστερό ακόμη και σήμερα κέρμα, η μόνη απτή απόδειξη της τότε αποτυχίας σου, ένα κέρμα, αυτό που ξαναγίνεται όχημα και αφορμή για εικόνες πιο προσιτές στις αισθήσεις.

Ξεκλειδώνεις στιγμές που ο χρόνος δεν έσβησε. Κλείνεις τα μάτια. Ο φόβος ξεχειλίζει υγρός στις γωνίες τους. Μια γλυκιά ναρκισσιστική μελαγχολία πάντα εκεί. Διακρίνεις όλες τις φωτεινές και σκοτεινές γραμμές. Τα χέρια τρέμουν, ένα άγγιγμα στο μέτωπο, μετά στο μάγουλο. Θα σταθεί στα χείλη επίμονα, χειρονομία άκρας οικειότητας, θαρρείς για να γιατρέψει γρατζουνιές της περηφάνιας σου, θαρρείς για να συνάψει ειρήνη σ’ αυτό τον κόσμο τον άδικο, μα τον πιο όμορφο από όλους, τον καμωμένο από μελάνι και ψέματα, μα σίγουρα τον πιο αληθινό, για να υποσχεθεί τη ζωή που σου αρνήθηκε ανεπανόρθωτα εκτεθειμένος. Τα λόγια, γραμμένα σε παμπάλαιες γραφές, λιώνουν μέσα στο χάος του ονείρου. Άφωνη σιγή πληροί την απουσία και την προσευχή του ξεχασμένου. Έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε, τότε που δεν καταλάβαινες από αδυναμίες…

Με την αφή του χιονιού στο πρόσωπο, με την ίδια μισή φωτογραφία στα χέρια, και το κέρμα στην τσέπη του παλιού σου κόκκινου παλτού, αδίδακτη, νικημένη και αλύγιστη, έτσι θα σε βρει η πρωινή φύση με την υπέρμετρη σπατάλη του λευκού παντού γύρω σου. Η αμφιβολία λυτρώνει τη σκέψη.
Σημάδια στο χιόνι, δικά σου είναι, μα δεν θέλεις να τα κρύψεις, όχι πια, σ’ αυτά πατάς για να ζεις στην ποίηση, για να καταλαβαίνεις τις λέξεις, γιατί μόνο η αγάπη έχει δικαίωμα και μπορεί, όχι μόνο να τα συλλαβίσει τούτα τα σημάδια μα και να σταθεί δίκαιη απέναντί τους, η αγάπη.
Μια καινούργια περηφάνια σε δίδαξαν, μια καινούργια θέληση, δεν ήρθες για να ζήσεις λαθραία, όχι όσο το φως δημιουργεί τις προϋποθέσεις και το αληθινό νόημα της ζωής, το φως, αυτό που δεν ξέρει να περιφρονεί, αυτό που τα αγκαλιάζει όλα, ακόμη κι αυτά που κοιτάζουν προς τα πίσω σε σκοτεινές στιγμές…

«Φωνή, μια φωνή είστε, Ζωή μου, πρωτίστως ερωτική, ασθμαίνουσα, αντλημένη από έναν βαθύτερο ρομαντισμό. Μια φωνή με προσωπικό λυρισμό και έντονη ψυχική φόρτιση που πραγματεύεται τον έρωτα και την απουσία του, την ίδια ώρα που εσείς η ίδια διαπραγματεύεστε την επιστροφή, ή τον αποχωρισμό, συγγενεύοντας ακόμη και με τη βαθιά σιωπή σε μια ενδιαφέρουσα ιδιωτική έκφραση. Η κατάθεση της γραφής σας, έρχεται να συναντήσει τα δικά μου συναισθήματα, να μιλήσει στον μέσα μου κόσμο και να αγγίξει άλλοτε με πρόκληση και άλλοτε με ευαισθησία την άλλη πλευρά της ζωής, την πιο ηθική και ολοκληρωμένη, αυτή που δένει αρμονικά με τη φύση και τιμά τη μνήμη και τον άνθρωπο ως ύψιστη αρετή, Ζωή μου…» , θυμάσαι σε κολάκεψε πριν λίγες μέρες ο Αντονάι.

Η αμφιβολία σου είναι αμάρτημα καινούργιο από την παραμονή αυτής της Πρωτοχρονιάς που πέρασε. Κατηγορήθηκες με δανεισμένη οργή, εσύ με την αθεράπευτη προσήλωση στις λέξεις και τις ξεφτισμένες ιδέες, εσύ που μιλάς στη δάφνη για να ψηλώσει και στο γιασεμί για ν’ αντέξει στην παγωνιά, εσύ που διπλοποδιάζεις στο πεζοδρόμιο και πιάνεις κουβέντα με ψυχές κριματισμένης διαλογής.
Οι λέξεις σου, φταίνε που ο κόσμος κρύβει ζηλότυπα τα μεγάλα του μυστικά. Οι λέξεις σου, φταίνε που η ζωή είναι γεμάτη ανεξάντλητη σε παγίδες. Οι λέξεις σου, φταίνε που δεν επιτρέπουν σε όλους να γνωρίσουν την αξία της αμφιβολίας. Οι λέξεις σου. φταίνε που το κυνήγι της ευτυχίας χωρίς τη συγκατάβαση της γήινης, της απλής αγάπης αποδεικνύεται ανέφικτο. Οι λέξεις σου, φταίνε που η συμφιλίωση θα είναι πάντα μια εύθραυστη ειρήνη…

Στη νοσταλγία της λευκής συμφωνίας παραδίδεσαι με μια γαλήνη καρτερική, λυτρωμένη από όλα τα ατυχέστατα συμβάντα και τ’ ασύμμετρα σπαράγματα και ραγίσματα. Στον δανεισμένο χώρο και χρόνο της Μοίρας αποφασίζεις να μείνεις ελεύθερη, επιστρέφοντας στον ακατοίκητο κόσμο της ποίησης, εκεί που και η ανάσα έχει συγκίνηση. Με την αγρύπνια της στοργής θα σ’ αγκαλιάσει στην άχραντη σύμπτωση.

Αγαπάς, όπως αντέχεις…

Η ρίζα σε γλυτώνει, αυτό το απάνω δώμα της γης στη μυστική σου επιστροφή, φιλεί τα μάτια τ’ αδικαίωτα και την έσχατη αγωνία μ’ ένα τριαντάφυλλο.

Φιλί στο χιόνι. Χιόνι, φιλί τ’ ουρανού
Δεν υπάρχει λόγος να σταθείς σ’ εκείνη τη νύχτα, όχι, μια φορητή κόλαση σίγουρα δεν θα ήθελες να την κουβαλάς μαζί σου. Ίσως δεν μπόρεσε να καταλάβει την οδύνη μιας τίμιας ειλικρίνειας, γι’ αυτό εσύ θα περιμένεις την αληθινή άμοχθη σύναξη, αύριο…

Με την καλοσύνη της αδιαφορίας θα γυρίσεις σελίδα. Δεν παίζεις με τα ενδεχόμενα, όσο και αν πληγώθηκες δεν συντάσσεσαι με το κακό. Ο επαναστατημένος άγγελος καταδικάζει την ανόητη ενοχή, «αιώνια απατημένη και διπλά προδομένη»…
Εκεί που δεν το περιμένεις, εκεί που νομίζεις πως έχουν στερέψει όλες οι πηγές της ύπαρξης, που όλα είναι νεκρά, ξαφνικά ένα βλέμμα και ένα άγγιγμα φτάνουν να σε γυρίσουν πίσω από όλους τους λαθεμένους δρόμους. Αφή, στην ευαίσθητη σάρκα της παχνισμένης νύχτας και στην αγεφύρωτη απόσταση των άστρων. Αφή, στην αγνοούμενη ευτυχία της μελαγχολίας και στον ίλιγγο των σκιών.

Εδώ , στον τόπο των θεών, των μύθων και των θρύλων, στο Οροπέδιο Λασιθίου, με αυτό το βλέμμα γύρεψες ν’ αναστήσεις  ό,τι έχει θάψει βαθιά μέσα του ο κάθε ένας, και με την ίδια λαχτάρα εύχεσαι ν’αποκτήσει από την αρχή νόημα ο τόπος,πρώτα για τον άνθρωπο, με τη βεβαιότητα πως η φύση και η ζωή κλείνουν το μάτι στον έρωτα και υποκλίνονται στην αγάπη.

Λασίθι, θέρμη ερωτική και τίμια.

Μεγαλύνει την ψυχή σου. Στο απάνω δώμα της γης φτιάχνεις χιονόμπαλες για να σημαδέψεις τα λάθη σου κι αρμέγεις ηλιαχτίδες να σπαργανώσεις την αγάπη.
Λασίθι, αδαπάνητη η ομορφιά ανοίγει τον κόρφο της και περιμένει. Εδώ, οι απροσδόκητες χαρές καταφρονούν, στη γιορτινή φωταψία της κορφής, θάνατο και περιφρόνηση.

Λασίθι, το ψηλό αλώνι της Κρήτης. Στα στάχυα του θερισμού μετρούν το φως του Αποσπερίτη δοξάζοντας τη ζωή.
Λασίθι, Τόπος Μέγας, ο τόπος που μιλάει στις ξενιτεμένες ώρες απ’ ευθείας στη γλώσσα σου.
Λασίθι, μια πραγματική πύλη ζωής ανοίγει γιατί εδώ αγαπάς κι όταν αγαπάς, δεν υπάρχει γιατί.

Τραγουδάς! Ο Αλέξανδρος Χατζηνικολιδάκης έντυσε τους στίχους σου:

«Αύριο, την κούπα ως τον πάτο
Κι ας έρθουνε τα πάνω κάτω
Ένα τζάμι που παγώνει
Με χωρίζει από το χιόνι
Κι από εσένα, ναι.

Κι όταν θα μεθύσω λιώμα
Ρώτησε της γης το χώμα
Που το θάβει τόσο κρίμα
Κρίμα κι άδικο»

Ευχαριστούμε τον Γιώργο Παναγιωτάκη για την διάθεση των έργων τέχνης
και τον Γιάννη Σιγανό για τις φωτογραφίες.

 


Αύριο, εν ονόματι της αγάπης
Ζωή Δικταίου – Κέρκυρα

Από το βιβλίο «Λασίθι, Τόπος Μέγας»


Χαρούλα Βερίγου Ζωή Δικταίου Bio Βιογ

Γεννήθηκα στην Κρήτη το 1962. Στο Τζερμιάδων μεγάλωσα, εκεί έμαθα και τα πρώτα γράμματα.
Δεν έγινα δασκάλα όπως ονειρευόμουν. Με κέρδισε η Τουριστική Εκπαίδευση. Ζω στην Κέρκυρα.

✔️   Με γοητεύουν φεγγάρια, γιασεμιά, κιτρινισμένα χαρτάκια της θύμησης, βλέμματα, δακρυσμένα μάτια, έρημοι δρόμοι, ακρογιάλια, βουνά, όσο και τα ξεφτισμένα αποκόμματα από τις δαντέλες το παλιού καιρού.
Πιστεύω στην αγάπη. Με εμπνέει η αγάπη, η προσήλωση, η αφοσίωση, η ευαισθησία.
Μου αρέσει η βροχή. Η βροχή είναι μοναδική εμπειρία και αποτελεί για εμένα την ιδανικότερη πηγή έμπνευσης. Τότε ανοίγει η δεξαμενή του νου και ό,τι υπάρχει εκεί βρίσκει τρόπο να κυλήσει, με το δάκρυ, με το νερό, με το παράπονο για να φτάσει αύριο εκεί που γέρνουν οι ψυχές, εκεί που ακόμη είναι χτες και να ανακαλύψει την αρχαιότερη γεύση ζωής, την αλμύρα.
Όχημα μαγείας οι λέξεις. Δεν αναρωτιέμαι πια γιατί γράφω. Όπως αναπνέω, μιλάω, ονειρεύομαι, συμφιλιώνομαι με τη ζωή και τον θάνατο, έτσι και η ανάγκη μου να γράφω.

✔️  Ακουμπώ στο παρελθόν, μ’ αρέσουν τα ξεχασμένα, τα λησμονημένα, όμως η λέξη που με καθορίζει είναι το «Αύριο».
Με το μολύβι του έρωτα σπασμένο στο χέρι και την προοπτική του ονείρου στ` ανοιχτά της ψυχής, αύριο, ακριβή η άνθηση της άνοιξης μέσα στην αλήθεια του φθινοπώρου.

✔️  Αγαπώ τον πεζό λόγο, όμως επιστρέφω συνειδητά από μεγαλύτερη εσωτερική ανάγκη στην Ποίηση.
Αισθάνομαι πως η Χαρούλα Βερίγου έμεινε για πάντα στην Κρήτη, να γοητεύεται από τη μνήμη της Όστριας και την περηφάνια του τόπου.
Στην Κέρκυρα, η Ζωή Δικταίου καταθέτει ως δόκιμη της Ποίησης την ευγνωμοσύνη της στο Ιόνιο Φως και στη βροχή.
Στίχοι μου έχουν μελοποιηθεί από τον Γιάννη Νικολάου, τον Νίκο Ανδρουλάκη, τον Γιώργη Κοντογιάννη, τον Αλέξανδρο Χατζηνικολιδάκη και τον Θοδωρή Καστρινό.

Εργογραφία

  • Ιστορίες για φεγγάρια, παιδική λογοτεχνία
  • Αύριο, νυχτώνει φθινόπωρο, μυθιστόρημα
  • Μια κούρσα για τη Χαριγένεια, μυθιστόρημα
  • Οι άλλες ν’ απλώνουν ρούχα κι εσύ τριαντάφυλλα, διηγήματα
  • Αύριο, στάχυα οι λέξεις, ποιητική συλλογή
  • Αθιβολή γαρύφαλλο και θύμηση κανέλλα, διηγήματα
  • Αύριο, αφή αλμύρας οι λέξεις, ποιητική συλλογή
  • Λασίθι, Τόπος Μέγας, αφήγημα

Συμμετοχές

  • Μονόλογοι, ποιητική ανθολογία
  • Γράμματα της ποίησης, ποιητική ανθολογία

Υπό έκδοση (Εκδόσεις Φίλντισι)

  • Κέρκυρα σμίλη της ψυχής, φως στη βροχή, αφήγημα
  • Αύριο, ασύνορη βροχή οι λέξεις, ποιητική συλλογή
  • Αύριο, νηπενθής άνεμος οι λέξεις, ποιητική συλλογή

facebook logo click