• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Γι’ αυτούς που έκαναν οίστρο της ζωής το φόβο του θανάτου – Συζήτηση με τη συγγραφέα Γεωργία Τάτση

Η ofisofi συζητά με τη συγγραφέα Γεωργία Τάτση

Η Γεωργία Τάτση γεννήθηκε στο Κλειστό Άρτας το 1952. Από το 1965 ζει στην Αθήνα. Εργάστηκε σε διαφημιστικές εταιρείες, το κρατικό ραδιόφωνο και την κρατική τηλεόραση. Σκηνοθέτησε ντοκιμαντέρ και σειρές ντοκιμαντέρ ( «Η Βουλή στο χακί», «Σαν παλιά φωτογραφία», «Σήμερα έχεις εφημερία», «Με τα μάτια του Αλεσσάνδρο Νάτα» κ.α) . Το διήγημά της «Κολοκύθα» δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Τα δέκατα» ενώ «Η κλωτσιά της πεταλούδας» συμπεριλαμβάνεται στο «HOTEL ένοικοι γραφής». Συμμετείχε στη συλλογή διηγημάτων «Είμαστε όλοι μετανάστες» που εκδόθηκε το 2007 από τις εκδόσεις Πατάκη. Το 2013 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις  Γαβριηλίδης το βιβλίο της  «Χορός στα ποτήρια», το οποίο ήταν υποψήφιο για το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας το 2014 στην κατηγορία Διήγημα – Νουβέλα.

Διάβασα το «Χορό στα ποτήρια» πριν αρκετό καιρό και μου άρεσε η ιστορία, η ευρηματική αφηγηματική τεχνική, το πλούσιο και ζωντανό λεξιλόγιο που αγγίζει την ποιητική γραφή.

Στο «Χορό στα ποτήρια» άκουσα μια σπαρακτική αφήγηση, μια φωνή που συνομιλούσε με τη μνήμη και διαλεγόταν με τα ανθρώπινα προβλήματα με τρόπο συγκινητικό, τραγικό αλλά και αισιόδοξο.

Ευνοϊκές συγκυρίες με βοήθησαν να συναντήσω τη Γεωργία Τάτση και να της προτείνω μια κουβεντούλα για το περιοδικό ΑΤΕΧΝΩΣ.  Η ανταπόκρισή της ήταν άμεση. Με καφέ και γλυκό του κουταλιού, σε πολύ φιλική ατμόσφαιρα μού κατέθεσε κομμάτια της ψυχής της για τους δρόμους που οδήγησαν τη σκέψη της να γράψει αυτή τη συγκλονιστική ιστορία.

«Χορός στα ποτήρια» και μια από καρδιάς εξομολόγηση από τη Γεωργία Τάτση:

georgia-tatsi– Γεωργία, πώς σκέφτηκες να γράψεις το Χορό στα ποτήρια και πώς έδεσες έναν παραδοσιακό χορό με την αγάπη και τον ανθρώπινο πόνο, την Ιστορία, τον πάνω και τον κάτω κόσμο;

Γ.Τ- Υπήρχε μέσα μου ένα υλικό που νιώθω πως το κουβαλούσα από την εφηβεία μου. Τότε ήταν που έφυγα από το χωριό και ήρθα στην Αθήνα. Το υλικό αυτό ήταν η δημοτική μουσική, οι χοροί της, ο τόπος και οι ιστορίες του εμφυλίου, ιστορίες ανθρώπων της οικογένειας μου και άλλων ανθρώπων του περιβάλλοντος μου που με έφεραν σε επαφή με την έννοια του τραγικού από μικρή ηλικία. Υπήρξα ερωτευμένη με σπάνια κομμάτια της παράδοσής μας, όπως η « Παπαδιά», « Τα κλάματα», « Ο ήλιος» κ.α και με τον τρόπο που εκείνοι οι παλιοί άνθρωποι τα χόρευαν. Δεν χόρευαν για να τους δεις, δεν επιδείκνυαν την τεχνική τους, δεν μετέτρεπαν τον χορό τους σε θέαμα. Χόρευαν για τον εαυτό τους και υπερβαίνοντάς τον, άνοιγαν την καταπαχτή και σου επέτρεπαν να δεις μέσα της, σου επέτρεπαν να δεις την ψυχή τους.

Αυτό λοιπόν το υλικό που το κουβαλούσα πότε σαν προίκα και πότε σαν βάρος, με πίεζε πάντα κι έψαχνε τρόπο να εκφραστεί. Έτσι άρχισα να γράφω χωρίς σχέδιο, χωρίς κάποια συνολικότερη σύλληψη. Με αυτή την έννοια δεν επέλεξα το θέμα, αυτό μάλλον με επέλεξε. Ούτε επέλεξα να ασχοληθώ με την Ιστορία. Το ίδιο το υλικό μου ήταν εμβαπτισμένο στην Ιστορία. Ο τόπος καταγωγής μου υπήρξε πεδίο μαχών κατά τη διάρκεια του εμφυλίου και οι άνθρωποι του είχαν εμπλοκή με την Ιστορία είτε ως υποκείμενό της είτε ως θύμα της.

– Μιας και θίγεις το θέμα της Ιστορίας και καθώς σημαντικές ιστορικές περίοδοι όπως η Αντίσταση, ο Εμφύλιος και η Δικτατορία εμπλέκονται στις ζωές των ηρώων σου, πιστεύεις ότι αυτά τα θέματα μπορούν ακόμη να συγκινούν στη λογοτεχνία;

Γ.Τ- Δεν ξέρω αν συγκινούν. Όμως για να γράφονται σήμερα βιβλία που η ιστορία τους εκτυλίσσεται αυτές τις περιόδους σημαίνει πώς κάτι υπάρχει ακόμα εκεί ή κάτι υπάρχει σήμερα που έχει τη ρίζα του εκεί. Η λογοτεχνία είναι ένας τρόπος να κρατάει ο άνθρωπος το παρελθόν του ζωντανό αφού το παρελθόν πλάθει τη ζωή μας, διαμορφώνει το παρόν μας. Πολύ περισσότερο που αυτό το παρελθόν για το οποίο μιλάς είναι ένα τραυματικό παρελθόν, όχι μόνο για  όσους βίωσαν το τραύμα αλλά και για όσους το κληρονόμησαν. Και το τραύμα, ατομικό και συλλογικό θέλει επεξεργασία. Νομίζω όμως ότι αυτό δεν έχει συμβεί.

– Λες ότι άρχισες να γράφεις χωρίς σχέδιο, χωρίς κάποια συνολικότερη σύλληψη. Από κάπου όμως ξεκίνησες. Ποια ήταν η αρχή και πώς εξελίχθηκε στη συνέχεια;

Γ.Τ- Έγραψα πρώτα ένα μικρό αυτόνομο κείμενο για την κηδεία μιας μάνας, στηριγμένη στο βίωμα του ανθρώπινου πόνου. Το τυπικό των κηδειών, η συνομιλία που είχαν οι άνθρωποι με τον νεκρό, τα μήλα, τα κυδώνια κ.λ.π με τα οποία έστελναν τα νέα τους στους δικούς τους νεκρούς και είχα δει πολλές φορές ως παιδί στον τόπο καταγωγής μου, με συγκλόνιζε.

Μετά έγραψα ένα δεύτερο αυτόνομο κομμάτι, αυτό της σαλεμένης μάνας που χάνει την έφηβη κόρη της και κρεμάει τα ρούχα του παιδιού της στα μαδέρια. Το τρίτο αυτόνομο κομμάτι ήταν η σκηνή του πανηγυριού, η Παπαδιά, ο χορός στα ποτήρια, όχι ακριβώς όπως είναι γραμμένη στο βιβλίο. Έγραψα, δηλαδή , για πράγματα που είχα βιώσει και είχαν αφήσει το αποτύπωμά τους μέσα μου. Όταν έγραψα τη σκηνή του χορού , σκέφτηκα να δέσω τα κομμάτια αυτά σε μια ιστορία. Και εκεί σταμάτησα. Δεν μπορούσα να βρω την ιστορία. Τα παράτησα για πολύ καιρό.

– Τη βρήκες όμως. Τι σε βοήθησε να ολοκληρώσεις τελικά την ιστορία;

Γ.Τ- Μια φράση που πέρασε από το μυαλό μου, « Κάθε πρωί ανέβαζε τη ζωή του ψηλά και την κατέβαζε το βράδυ» , που αποτέλεσε και την πρώτη φράση του βιβλίου. Τότε προσπάθησα να φανταστώ αυτόν τον άνθρωπο που ανεβοκατέβαζε τη ζωή του. Ποιος είναι, τι δουλειά κάνει, πού ζει. Τον έχτιζα καθώς απαντούσα στα ερωτήματα και η ιστορία προέκυπτε όσο αυτός έβρισκε το πρόσωπό του. Ήταν ο Αλέξανδρος. Από ένα σημείο και μετά με οδηγούσε στην ιστορία του κεντρικού προσώπου και στη δομή του μυθιστορήματος.

– Το μυθιστόρημα αποτελείται από τρία μέρη, τα οποία φαίνονται αρχικά ασύνδετα μεταξύ τους καθώς εισάγονται νέα πρόσωπα και οι ιστορίες τους, όπως αυτό του βασανιστή κατά τη διάρκεια της δικτατορίας. Δεν είναι όμως. Πώς συνδέονται μεταξύ τους;

Γ.Τ- Οδηγήθηκα στο δεύτερο και τρίτο μέρος του βιβλίου αφού ολοκλήρωσα το πρώτο γιατί ήθελα να καταλάβω τον βασανιστή. Έτσι αποφάσισα να αφηγηθώ και τη δική του ιστορία, πράγμα δύσκολο γιατί αυτόν τον χαρακτήρα δεν τον γνώριζα καθόλου. Διάβασα συνεντεύξεις βασανιστών, μίλησα με ανθρώπους που είχαν γνωρίσει βασανιστές, αλλά για να καταλάβω πώς λειτουργεί και να μην γίνει καρικατούρα ο ήρωας μου έπρεπε να τον αγαπήσω και να τον κατανοήσω. Και αυτό προσπάθησα να κάνω . Και οι δύο ήρωες είναι επινοημένα πρόσωπα. Φαίνεται πως άρχισα να γράφω για να καταλάβω τι συνέβη σε αυτόν τον τόπο, τι συνέβη στην οικογένειά μου, τι συνέβη σε μένα την ίδια και γράφοντας συνειδητοποίησα πως ο άνθρωπος έχει ανάγκη το κάτοπτρο της συλλογικής Ιστορίας για να κατανοήσει την προσωπική του ιστορία.

– Διαβάζοντας το μυθιστόρημα κινητοποιούνται και οι αισθήσεις . Σε αυτό συμβάλλουν οι πολύ δυνατές εικόνες που ξεχωρίζουν με την πλάγια γραφή και το άρωμα του μανταρινιού που διαχέεται στην ατμόσφαιρα. Νομίζω όμως ότι τόσο η πλάγια γραφή όσο και το άρωμα του μανταρινιού λειτουργούν διαφορετικά, πέρα από την αισθητοποίηση. Ποιος είναι ο λειτουργικός τους ρόλος στην εξέλιξη της ιστορίας;

Γ.Τ- Η πλάγια γραφή είναι ένας τρόπος να μη χαθεί το παρελθόν μέσα στην αφήγηση. Ο ρόλος του παρελθόντος είναι καταλυτικός, είναι η κινητήρια δύναμη της ιστορίας μου και ήθελα αυτό να εκφράζεται και στη μορφή του κειμένου. Το παρελθόν δεν είναι κάτι αμετάβλητο, αλλάζει, είναι παρόν. Για το λόγο αυτό και η εσωτερική σύγκρουση του Αλέξανδρου όταν σχεδιάζει το θάνατο του Τάσου είναι με πλάγια μορφή. Όσο για το άρωμα μανταρινιού, αυτό μας πάει πίσω ως την πρώτη συνάντηση του ήρωα με αυτό, διεγείροντας τη μνήμη των γεγονότων που ήταν εμποτισμένα με τη μυρωδιά του. Λειτουργεί, ας πούμε, όπως το βουτηγμένο στο τσάι μπισκοτάκι, η μαντλέν του Προυστ στο Χαμένο Χρόνο.

– Ο κύριος ήρωας σου, ο Αλέξανδρος, είναι μετανάστης σε μια σουηδική πόλη. Ένας ξένος ανάμεσα στους ξένους που συνομιλεί με τους δικούς του , με το παρελθόν του σχηματίζοντας τα είδωλά τους μέσα στα τζάμια που καθαρίζει, που θυμάται και πονάει για ό, τι έχει αφήσει πίσω. Έχω την αίσθηση ότι με αυτόν τον τρόπο διευρύνεις την έννοια της μετανάστευσης.

Γ.Τ- Πέρα από αυτό που η ίδια η λέξη μετανάστευση ορίζει στο βιβλίο , έχει και την έννοια της απόστασης που επιβάλλεται να πάρει ο άνθρωπος μετά από μεγάλες συμφορές για να μη βουλιάξει, για να δει τα πράγματα πιο καθαρά. Η απόσταση αυτή όμως δεν αδρανοποιεί τη μνήμη, αντιθέτως την κρατάει σε εγρήγορση φέροντας το παρελθόν στο παρόν.

– Ο Αλέξανδρος όμως βρίσκει τον έρωτα και την αγάπη εκεί στα ξένα και αυτό θα λειτουργήσει λυτρωτικά.

Γ.Τ- Ο έρωτας είναι ο μέγας ελκυστής για την πραγματοποίηση της ενότητας με το άλλο, με αυτό που μας υπερβαίνει.

– Χρησιμοποιείς ένα συγκλονιστικό εύρημα για να αποκαλυφθεί η ταυτότητα, η προσωπικότητα του βασανιστή, το λαγό στιφάδο, και συγκεκριμένα τα μάτια του λαγού που είναι ανοικτά ακόμη και στον ύπνο και παρακολουθούν τα πάντα. Πώς το σκέφτηκες αυτό;

Γ.Τ-Χρωστάω το λαγό στιφάδο στον Αργύρη Χιόνη. Όταν έγραφα, διάβασα εντελώς τυχαία τα « Όντα και μη όντα». Φτάνοντας στο κείμενο με τον τίτλο «ο λαγός» και συγκεκριμένα στο σημείο «Ακριβώς όπως κι ο ποιητής, ο λαγός πεθαίνει με ανοιχτά μάτια, βλέπει το θάνατο να τον ζυγώνει, ως να χωθεί μέσα στις κόρες του, κι ύστερα, συνεχίζει να κοιτά το τίποτα» στη θέση του λαγού που πεθαίνει με τα μάτια ανοιχτά είδα το κεφάλι του βασανισμένου από τον Τάσο, Δημήτρη Ράμμου. Βασίστηκα σ’ αυτή την ιδέα κι έστησα πάνω της όλο το κεφάλαιο. Η συνάντησή μου με το κείμενο του Χιόνη γονιμοποίησε τη σκέψη μου.

– Η  εντύπωση μου είναι  ότι τα μάτια του λαγού μετατρέπονται σε ερινύες που κυνηγούν τον βασανιστή και  τα μάτια του νεκρού που μένουν ανοικτά ίσως είναι μια τιμωρία, δηλαδή ο άνθρωπος που αδικεί κάποιον άλλον άνθρωπο κάποια στιγμή θα τιμωρηθεί . Μέσα σε αυτό το μοτίβο διακρίνω το σχήμα ύβρις – άτη- νέμεσις – τίσις. Πόσο σε έχει επηρεάσει η αρχαία ελληνική τραγωδία και ηθική ;

Γ.Τ- Με έχει επηρεάσει, μάλλον επειδή με έχει αγγίξει το τραγικό, παρά επειδή γνώριζα το σχήμα ύβρις –άτη – νέμεσις – τίσις και τους κανόνες του. Αν αναλογιστεί κανείς τι συνέβαινε στη χώρα μας τη δεκαετία του ’50, που εγώ γεννήθηκα, θα καταλάβει τι εννοώ. Η οικογένειά μου – και όχι μόνον η δική μου – έζησε τον εμφύλιο στα σπλάχνα της, είχε θύματα, διαλύθηκε. Με αυτή την έννοια με έχει επηρεάσει βαθιά η αρχαία τραγωδία, αν και όταν έγραφα το Χορό στα ποτήρια δεν είχα καμιά συνείδηση του γεγονότος.

– Νομίζεις ότι τελικά μπορούν να αποκατασταθούν οι αδικίες και να πληρώσουν οι θύτες; Η εκδίκηση είναι μέρος της αποκατάστασης;

Γ.Τ-Με τους θεούς απόντες πώς να αποκατασταθούν οι αδικίες; Οι θύτες πληρώνουν ακόμα κι αν δεν πληρώνουν με τον τρόπο της λυτρωτικής κάθαρσης, ωστόσο το σφάγιο είναι πάντα εκεί ( η Ιφιγένεια, ο Αστυάναξ, τα παιδιά της Μήδειας κ.λ.π.).

Η εκδίκηση; Είναι η απονομή δικαιοσύνης όταν οι θεσμοί που την αποδίδουν έχουν καταργηθεί.

– Κάνεις μια εκπληκτική ψυχογράφηση του Αλέξανδρου ενώ προετοιμάζεται να τιμωρήσει τον βασανιστή του ξάδελφου του. Τι ακριβώς συμβαίνει στην ψυχή του , με τι συγκρούεται;

Γ.Τ- Ο άνθρωπος όσο έρχεται αντιμέτωπος με τα σκοτάδια του και κατεβαίνει βαθιά στην άβυσσό του τόσο αποκτά συνείδηση της τραγικότητάς του. Αυτήν την τραγικότητα βιώνει ο Αλέξανδρος όταν κάνει πρόβες για το θάνατο του Τάσου. Μέσα του συγκρούεται το δίκαιο με το άδικο, το δίκαιο με το ηθικό, το ιδιωτικό με το κοινωνικό, η ύπαρξη με τη θνητότητα.

– Θα ήθελα να μου μιλήσεις για μια από τις πιο συνταρακτικές σκηνές της ιστορίας σου. Για την πτήση και την πτώση του Αλέξανδρου τη στιγμή που χορεύει στα ποτήρια.

Γ.Τ- Την «Παπαδιά» που χορεύεται στα ποτήρια, την ξέρω καλά. Δυο – τρεις φορές τόλμησα να τη χορέψω κι εγώ. Είναι σαν να σε οδηγεί στην ανάταση η ίδια η τραγικότητα της ύπαρξης. Έχω δει άντρα να τη χορεύει και να φεύγει, να πετάει, χόρευε και έτρεχαν τα μάτια του. Τον άνθρωπο αυτό ανακάλεσα στη μνήμη μου και προσπάθησα να αναπαραστήσω τη σκηνή βάζοντας στη θέση του τον Αλέξανδρο και τη δική του ιστορία. Με ενδιέφερε η ισορροπία πάνω σε κάτι τόσο εύθραυστο, όπως το γυαλί. Ο Αλέξανδρος, χωρίς άμεση επαφή με τη γη, σε πτήση, αλλά και με τον κίνδυνο της πτώσης, έπρεπε να έχει τον απόλυτο έλεγχο του ρυθμού και του σώματός του. Η εικόνα του χορού του είναι ταυτόχρονα και η εικόνα της ζωής του. Στην ίδια εύθραυστη ισορροπία ακροβατούσε και η ζωή του. Αλλά η πτήση είναι συνυφασμένη με την πτώση κι εμείς πρέπει να είμαστε έτοιμοι για την απώλεια, να μάθουμε τον τρόπο να τη διαχειριστούμε.

xoros-sta-potiria– Αυτή η απώλεια αγαπημένων προσώπων και ο θάνατος κυριαρχούν στο βιβλίο σου.

Γ.Τ- Το θέμα του βιβλίου είναι ο θάνατος στην πραγματική και στην υπαρξιακή διάστασή του. Όλα περιστρέφονται γύρω από αυτόν. Και οι δύο ήρωες του βιβλίου πεθαίνουν. Έχει όμως σημασία ο τρόπος που πεθαίνουν γιατί ο θάνατός τους καθορίζεται από τον τρόπο που έζησαν. Ο Αλέξανδρος πεθαίνει αναπάντεχα, μες στην ενότητα του εαυτού του και της κοινότητας, χορεύοντας, στην κορύφωση μάλιστα του χορού. Ο Τάσος – στον αντίποδα του Αλέξανδρου- πεθαίνει αντιμετωπίζοντας το θάνατο σαν λύτρωση, κατακερματισμένος, μόνος, έρημος, άρρωστος, χωρίς καμιά ανάληψη ευθύνης. Κατά τον Καστοριάδη ο ελληνικός κόσμος χτίζεται πάνω στην επίγνωση ότι δεν υπάρχει φυγή από τον κόσμο και το θάνατο, είμαστε θνητοί και ό, τι έχουμε να κάνουμε – αν γίνεται- θα γίνει εδώ από μας. Συμφωνώ μαζί του. Μόνο η βαθιά συνείδηση της θνητότητάς μας δίνει αξία και νόημα στη ζωή μας. Σήμερα φοβόμαστε να πονέσουμε, φοβόμαστε τους νεκρούς μας, από το νοσοκομείο τούς πάμε κατευθείαν στο νεκροταφείο χωρίς καν να ανοίξουμε το φέρετρό τους. Οι άνθρωποι του βιβλίου τούς βλέπουν, τούς ξενυχτούν στο σπίτι τους, τούς μιλούν, τούς αγγίζουν. Κλαίνε, γελάνε, πενθούν κι έτσι αποχτούν επίγνωση της θνητότητάς τους. Δεν αποφεύγουν τον πόνο γιατί ξέρουν χωρίς κανείς να τους το έχει πει πως μέσω του πόνου αποκτάει κανείς συνείδηση των ορίων του, του εαυτού του, του κόσμου.

– Ξεκινώντας να γράφεις την ιστορία σου ή τις ιστορίες σου συλλαμβάνεις τον εαυτό σου να σκέφτεται βιβλία και συγγραφείς που το έργο τους , οι ιδέες του και η σκέψη τους σε έχουν επηρεάσει και ενδεχομένως τους μεταφέρεις με τον τρόπο σου μέσα στο δικό σου γράψιμο, στο δικό σου έργο;

Γ.Τ- Υπάρχουν βιβλία που έχουν συνταράξει την ψυχή μου και στα οποία επανέρχομαι πολύ συχνά. Από τα Νεοελληνικά Διηγήματα του Γεωργίου Βιζυηνού « Το αμάρτημα της μητρός μου», από τις Κορφιάτικες Ιστορίες του Κωνσταντίνου Θεοτόκη το « Πίστομα». Το « Πίστομα» – οικεία λέξη, λέξη της καθημερινότητάς μου αφού κι εμείς στην Ήπειρο το μπρούμυτα πίστομα το λέμε – με καθήλωσε για το φρικώδες θέμα του ( όπως και το Ταξίδι στην άκρη της νύχτας του Σελίν), αλλά κυρίως για την οικονομία και την αφαίρεσή του. Κορυφώνει την ένταση μιας ολόκληρης σκηνής με μία μόνο λέξη. Σου τσακίζει τα κόκαλα.

Το « Είναι ένδοξος ο υπέρ πατρίδος θάνατος» από την Εγκυκλοπαίδεια των νεκρών του Ντανίλο Κις, απόσπασμα του οποίου χρησιμοποιώ ως μότο στο

« Χορός στα ποτήρια» με βοήθησε να κατανοήσω την αμφισημία, την αμφιβολία, τις πολλές εκδοχές της αλήθειας μέσα στην αφήγηση.

Ο Χουάν Ρούλφο με το « Πέδρο Πάραμο» με έφερε σε επαφή με τους δικούς μου νεκρούς και ο Περ Όλοβ Ένκβιστ με το « Πεπτωκώς άγγελος» μου αποκάλυψε τα πολλά πρόσωπα της αγάπης.

Η φράση του Μπόρχες « οι επαναλήψεις, οι παραλλαγές, οι συμμετρίες αρέσουν στη μοίρα» από το μικρό κείμενο « Η πλοκή» που περιλαμβάνεται στο βιβλίο « Ο δημιουργός» έχει στοιχειώσει τη σκέψη μου. Πάνω σ’ αυτή τη φράση προσπαθώ να δομήσω την ιστορία που δουλεύω αυτό τον καιρό.

Δεν χρειάζεται να μιλήσω για την επίδραση που έχει μέσα μου το δημοτικό τραγούδι. Είναι εμφανές – νομίζω – αφού το δημοτικό τραγούδι αποτελεί δομικό στοιχείο του βιβλίου « Χορός στα ποτήρια».

-Γεωργία, τελειώνοντας και αφού σε ευχαριστήσω γι’ αυτήν την ενδιαφέρουσα κουβέντα και την ανταπόκρισή σου στην πρόσκληση του ΑΤΕΧΝΩΣ θα ήθελα να σε ρωτήσω πώς μπορεί τελικά ένα βιβλίο που έχει ως θέμα το θάνατο να είναι τόσο αισιόδοξο στο τέλος;

Γ.Τ- Μπορεί. Γιατί οι άνθρωποι του βιβλίου «έκαναν οίστρο της ζωής το φόβο του θανάτου».