• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

«Η μαεστρία, να διαδίδεις την αλήθεια σε πολλούς» (Με αφορμή «Το τελευταίο σημείωμα» του Π. Βούλγαρη)

Γράφει ο Αλέκος Χατζηκώστας //

Παρακολούθησα την ταινία γνωρίζοντας αφενός τους δημιουργούς της (Π. Βούλγαρη-Ιωάννα Καρυστιάνη) και αφετέρου τα όσα είχαν γραφτεί το προηγούμενο διάστημα με αφορμή κυρίως το τρέιλερ της ταινίας.

Πήγα ταυτόχρονα γνωρίζοντας την ιστορία όπως έχει με βάση σχετική βιβλιογραφία, αρθρογραφία κλπ. Γεγονός όμως που ιδιαίτερα στη γενιά κάτω των 50 είναι ουσιαστικά άγνωστη…

Στο χώρο του κινηματογράφου συνάντησα άνθρωπο που είχε υπηρετήσει στις διαβιβάσεις στο Χαίδάρι (ο γράφων έκανε ολιγόμηνη εκπαίδευση στο ΚΕΒΟΠ). Μου τόνισε χαρακτηριστικά. «Υπηρετούσα εκεί το ’90 και δεν γνώριζα τίποτε για όσα συνέβησαν στο στρατόπεδο στην Κατοχή…» Ήταν και αυτός συγκλονισμένος στο τέλος της ταινίας…

Ας δούμε ορισμένες πλευρές.

  1. Πρόκειται για μία ταινία που σαφώς πηγαίνει κόντρα στο ρεύμα. Αλήθεια πόσα χρόνια έχουν να γυριστούν παρόμοιες ταινίες; Πόσα χρόνια ο Ελληνικός κινηματογράφος έχει να ασχοληθεί με τέτοια ζητήματα και κυρίως σε εποχές όπου ο αντικομμουνισμός εκπορεύεται από χίλια – δύο κανάλια, όπου θέλει «αρετήν και τόλμην» να μιλήσει κανείς για τους κομμουνιστές και τους ηρωικούς τους αγώνες. Η ταινία μιλά με σαφήνεια τόσο για το απάνθρωπο πρόσωπο του φασισμού- ναζισμού (με σκηνές πραγματικά «γροθιά στο στομάχι» όσο και για το άλλο πρόσωπο ,αυτό των ανθρώπων που «αψήφησαν τον θάνατο» που χωρίς να έχουν γεννηθεί ήρωες έγιναν στην πορεία, που πρωτοπορία τους ήταν οι κομμουνιστές. Ο Ναπολέων Σουκατζίδης «κομμουνιστής- συνδικαλιστής» όπως ομολογεί με βάση τον φάκελο του ο Γερμανός διοικητής στην ταινία, εφαρμόζει παρά τα συνειδησιακά προβλήματα που αντιμετωπίζει κάθε μέρα την «κομματική αποστολή» να εκτελεί χρέη διερμηνέα και στο τέλος να θυσιάζει τη ζωή του, ενώ μπορούσε να τη σώσει! Ταυτόχρονα μεταφέρει «ζωντανά» το κλίμα των τότε φυλακών, τον τρόπο οργάνωσής τους (με πρωτοπόρους του κομμουνιστές),τα ανθρώπινα συναισθήματα που εναλλάσσονται, τους καθημερινούς ηρωισμούς. Τη σκηνή για παράδειγμα της ετοιμόγεννης κόρης με τον καθοδηγητή- πατέρα της και την ομολογία της με παράπονο ότι όλο πίσω από τα κάγκελα τον έβλεπε ή το μακρύ παντελόνι που χάρισαν οι κρατούμενοι στο δεκατριάχρονο σύντροφό τους με τα κοντά παντελόνια, για να πάρει τη θέση τους όταν αυτοί εκτελεστούν…
  2. Πρόκειται για μία ξεχωριστή υψηλού επιπέδου αισθητικά ταινία και όχι για ένα ντοκιμαντέρ, ας μην ξεχνάμε. Εικόνα, ήχος, σκηνοθετική άποψη, διάλογοι, απόδοση ρόλων φτάνουν σε ιδιαίτερα υψηλά στάνταρ.(Προφανώς και δεν είμαι κριτικός κινηματογράφου). Στόχος της ταινίας είναι όχι μόνο το συναίσθημα (είδα, πρέπει να ομολογήσω, πολλές και πολλούς στην αίθουσα να φεύγουν δακρυσμένοι) αλλά και η ανάγκη να ψάξει κανείς βαθύτερα την ιστορική αλήθεια, να αναζητήσει τα πώς και τα γιατί και κυρίως να εξοπλιστεί με όλα εκείνα τα απαραίτητα διδάγματα για τους αναγκαίους αγώνες του σήμερα. Να σημειώσω ιδιαίτερα κάποιες σκηνές: Την προετοιμασία των 200 για το θάνατο. Φορώντας τα καλύτερα τους ρούχα, χορεύοντας και τραγουδώντας. Την λεβέντικη παρουσία τους πηγαίνοντας στο εκτελεστικό απόσπασμα. Τον ανάπηρο που σηκώνουν στα χέρια οι σύντροφοι του για να τον χτυπήσουν οι σφαίρες κατάστηθα, οι υψωμένες γροθιές τους πριν την εκτέλεση, τα λόγια του κομμουνιστή καθοδηγητή στις φυλακές που λέει πριν πεθάνει ότι «Εικοσιπέντε χρόνια αγώνα (έμμεση αναφορά στο ΚΚΕ και στα 25χρονα που έκλεινε τότε) και θυσίας δεν πήγαν χαμένα. Πεθαίνω σαν άνθρωπος… Για μια δίκαιη κοινωνία…».
  3. Συζήτηση και κριτική προκάλεσε το γεγονός ότι στη ταινία δεν μεταφέρεται πιστά η σχετική διαταγή του Γερμανού διοικητή που έκανε λόγο για «200 κομμουνιστές» και όχι όπως μεταφράζει ο Ν. Σουκατζίδης σ’αυτή «200 Έλληνες». (Φυσικά είχε προηγηθεί η σχετική αναφορά για «200 κομμουνιστές» σε προηγούμενη σκηνή κατά τη συζήτηση των Γερμανών αξιωματικών…), ενώ σε όλη την ταινία άλλοτε με σαφήνεια και άλλοτε υπαινικτικά γίνεται λόγος για την «ψυχή του στρατοπέδου» που ήταν οι κομμουνιστές που οδηγήθηκαν εκεί μετά την Ακροναυπλία, όπου τους είχε φυλακίσει το Μεταξικό φασιστικό καθεστώς αρνούμενο να τους στείλει στο μέτωπο όπως είχαν ζητήσει. Και ο γράφων θα προτιμούσε (μόνο που αυτός δεν είναι σκηνοθέτης…) να υπήρχε σαφής αναφορά, όμως αυτό δεν θα πρέπει να μας οδηγήσει σε αφορισμούς του στυλ «διαστρέβλωση της αλήθειας ή της ιστορίας».

Ας δούμε για παράδειγμα στο περίφημο του δοκίμιο «Πέντε δυσκολίες για να γράψει κανείς την αλήθεια» (στα 1935 σε καιρούς σκοτεινούς σαν τους δικούς μας) τι έγραφε ο Μ. ΜΠΡΕΧΤ και ας βαθύνει η σκέψη μας για το ζήτημα αυτό:

«5. Η μαεστρία, να διαδίδεις την αλήθεια σε πολλούς…Πολλοί, που είναι περήφανοι για το θάρρος τους να λένε την αλήθεια, ευτυχισμένοι επειδή τη βρήκαν, ίσως κουρασμένοι από τον κόπο, που έκαναν για να της δώσουν χειροπιαστή μορφή, ανυπόμονοι να δουν να την ενστερνίζονται εκείνοι των οποίων τα συμφέροντα υπερασπίζονται, δε θεωρούν απαραίτητη τη χρησιμοποίηση πονηριάς για τη διάδοσή της. Έτσι συχνά, από άποψη αποτελέσματος, πηγαίνει χαμένη όλη η δουλειά τους. Σε όλες τις εποχές έμπαινε σε εφαρμογή η πονηριά για τη διάδοση της αλήθειας, όταν άλλοι τη συγκάλυπταν και την κατάπνιγαν… Ο Λένιν, που βρισκόταν κάτω από την απειλή της τσαρικής αστυνομίας, θέλησε να περιγράψει την καταπίεση και την εκμετάλλευση, που ασκούσε η ρωσική μεγαλοαστική τάξη στη νήσο Σαχαλίνη. Αντί για τις λέξεις Ρωσία και Σαχαλίνη χρησιμοποίησε για το σκοπό του τις λέξεις Ιαπωνία και Κορέα. Οι μέθοδοι που ακολουθούσε η γιαπωνέζικη μεγαλοαστική τάξη θύμιζαν στον αναγνώστη τις μεθόδους της ρώσικης μεγαλοαστικής τάξης στη νήσο Σαχαλίνη….» Και καταλήγει: «…Γιατί δεν μπορούμε να διερευνούμε την αλήθεια για τις συνθήκες βαρβαρότητας, χωρίς να σκεφτόμαστε εκείνους που υποφέρουν κάτω απ’ αυτές. Κι ενώ – καταπολεμώντας την κατά καιρούς στιγμιαία δειλία μας – αναζητάμε συνεχώς τις σωστές διασυνδέσεις προς εκείνους που είναι πρόθυμοι να χρησιμοποιήσουν τις γνώσεις τους, πρέπει ταυτόχρονα να σκεφτόμαστε να τους διοχετεύσουμε την αλήθεια με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να γίνει όπλο στα χέρια τους. Kι αυτό να γίνει με τέτοια μαεστρία, που να μην το ανακαλύψει ο εχθρός και το εμποδίσει…»

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ: Πρόκειται για μία ξεχωριστή ταινία που θα πρέπει ΟΛΟΙ να παρακολουθήσουν! Μία ταινία ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ, ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΗ, κυριολεκτικά ΓΡΟΘΙΑ ΣΤΟ ΣΤΟΜΑΧΙ, που διακρίνεται για τον βαθύτατο ανθρωπισμό – λυρισμό της, αλλά και για τα πολλαπλά μηνύματα που μεταφέρει. Μία ταινία που αποτελεί από τις κορυφαίες στιγμές του Ελληνικού Κινηματογράφου! 

 

_________________________________________________________________________________________________

Αλέκος Α. Χατζηκώστας  Δημοσιογράφος και εκδότης της εφημερίδας «Η Άλλη Άποψη της Ημαθίας» και του alli-apopsi.gr. Άρθρα του έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδες, περιοδικά και site εδώ και δεκαετίες, ενώ έχει συμμετάσχει με εισηγήσεις σε μια σειρά ιστορικά συνέδρια και ημερίδες. Έχει εκδώσει 6 βιβλία και συμμετέχει σε συλλογικούς τόμους.