• [ Δικοί σου εχθροί, δικοί μου εχθροί /του σκεφτόμενου ανθρώπου είναι εχθροί]
Facebooktwitterrssyoutube

Μάργκαρετ Θάτσερ: Ορκισμένη εχθρός της εργατικής τάξης, σύμβολο καπιταλιστικής βαρβαρότητας

Γράφει ο Νίκος Μόττας //

Στις 8 Απρίλη συμπληρώθηκαν 5 χρόνια από το θάνατο της «Σιδηράς Κυρίας» της βρετανικής πολιτικής, της Μάργκαρετ Θάτσερ. Οι αυθόρμητοι πανηγυρισμοί σε λαϊκές γειτονιές βρετανικών πόλεων την ημέρα της ανακοίνωσης του θανάτου της, στις 8 Απρίλη 2013, δεν ήταν διόλου τυχαίοι – στο διάβα της πολιτικής της πορείας η «βαρώνη» Θάτσερ πολέμησε όσο λίγοι την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα. Πρωθυπουργός της Βρετανίας απ’ το 1979 ως το 1990, έμεινε στην ιστορία για την σταθερή προσήλωση της στην πολιτική γραμμή των εκτεταμένων ιδιωτικοποιήσεων, την άγρια καταστολή των απεργιών και του εργατικού κινήματος και τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο στα νησιά Φώκλαντ (Μαλβίνας) το 1982. 

Για να αντιληφθούμε το φαινόμενο Μάργκαρετ Θάτσερ, πρέπει πρώτα να δούμε το πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύχθηκε. Η άνοδος της «Σιδηράς Κυρίας» στην εξουσία ήλθε ως απότοκο των ενδοκαπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων που έλαβαν χώρα τη δεκαετία του 1970 στη Βρετανία και ευρύτερα στην Ευρώπη. Αυτές οι αναδιαρθρώσεις υπήρξαν το προοίμιο του νεοφιλελευθερισμού που θα ακολουθούσε τις επόμενες δεκαετίες, της άγριας, ολομέτωπης επίθεσης του καπιταλιστικού συστήματος ενάντια στην εργατική τάξη.

Κατά την περίοδο μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ως αποτέλεσμα των ενδοιμπεριαλιστικών ανακατατάξεων αλλά και του γεγονότος ότι βρισκόταν στο στρατόπεδο των νικητών, η Βρετανία γνώρισε μια περίοδο σχετικής καπιταλιστικής ανάπτυξης. Παρ’ ότι η χώρα βγήκε λαβωμένη απ’ τον πόλεμο, οι δεκαετίες του 1950 και 1960 έδωσαν την ευκαιρία στο βρετανικό κεφάλαιο να ανασυνταχθεί και να διατηρήσει σταθερά επίπεδα ανάπτυξης. Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 παρατηρήθηκαν τα πρώτα σοβαρά συμπτώματα μείωσης της ισχύος του βρετανικού καπιταλισμού σε διεθνές επίπεδο – η Βρετανία έμοιαζε να είναι ο αδύναμος κρίκος του καπιταλιστικού συστήματος, με μειωμένα ποσοστά ανάπτυξης και υψηλό πληθωρισμό. Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’70 η χώρα είχε βρεθεί στην πιο σημαντική οικονομική κρίση της μεταπολεμικής περιόδου. Με την άνοδο της ανεργίας διογκώθηκε η αντίδραση σημαντικού μέρους της βρετανικής εργατικής τάξης η οποία έβλεπε τις κυβερνήσεις να επιχειρούν ολοένα και περισσότερο τη μετατόπιση του βάρους της κρίσης σε αυτήν.

Το 1972 σημειώθηκαν μεγάλες απεργιακές κινητοποιήσεις από ναυτεργάτες και μεταλλωρύχους, με τους δεύτερους να πρωταγωνιστούν σε μαζικές απεργίες δύο χρόνια αργότερα, το 1974. Καθώς η θέση της βρετανικής αστικής τάξης στο διεθνές καπιταλιστικό στερέωμα κλειδωνίζονταν, η καταστολή ενάντια στις εργατικές κινητοποιήσεις γινόταν ολοένα και αγριότερη. Την ίδια περίοδο, σε διεθνές επίπεδο και με επίκεντρο τις ΗΠΑ, λάμβαναν χώρα σημαντικές ενδοκαπιταλιστικές αλλαγές αναφορικά με το μείγμα αντιμετώπισης της κρίσης υπερσυσσώρευσης: το «κεϋνσιανό» μοντέλο καπιταλιστικής διαχείρισης έδινε τη θέση του στη θεωρία του μονεταρισμού, της επονομαζόμενης «Σχολής του Σικάγο», που αργότερα θα μετουσιώνονταν στις λεγόμενες νεοφιλελεύθερες πολιτικές.

Όσο οι κυβερνήσεις των Εργατικών (Ουίλσον, Κάλαχαν) αδυνατούσαν να δώσουν λύση στο οικονομικό αδιέξοδο, τόσο η βρετανική αστική τάξη προσανατολίζονταν σε μια επιλογή που θα διασφάλιζε, χωρίς παρενέργειες για τα συμφέροντα της, την ανάκαμψη των κερδών της. Το 1976 η κυβέρνηση του Τζέημς Κάλαχαν αποφάσισε να προσφύγει στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο για δανειοδότηση – η κίνηση αυτή είχε σημαντικές επιπτώσεις: Οι Εργατικοί όφειλαν να εφαρμόσουν σκληρή δημοσιονομική πολιτική, να περικόψουν μεγάλο μέρος των δημόσιων παροχών και να περάσουν νέα αντεργατικά μέτρα. Η πολιτική αυτή απόφαση τους έφερε σε ευθεία σύγκρουση με τα εργατικά συνδικάτα τα οποία έβλεπαν την – υποτιθέμενη – προοδευτική παράταξη να επιχειρεί απροκάλυπτα την επανάκαμψη της οικονομίας προς όφελος του βρετανικού καπιταλισμού, φορτώνοντας το βάρος στα εργατικά λαϊκά στρώματα. Το Εργατικό Κόμμα, έχοντας διαρρήξει από καιρό τους δεσμούς του με σημαντικό μέρος της εργατικής τάξης, προκάλεσε με την πολιτική του κύμα απεργιακών κινητοποιήσεων (1979). Τότε υπήρξε η χρυσή ευκαιρία των Συντηρητικών να επανέλθουν στην εξουσία δριμύτεροι. Με νέα αρχηγό τη Μάργκαρετ Θάτσερ οι Τόρις «πάτησαν» πάνω στην αντιλαϊκή πολιτική των Εργατικών, κατηγόρησαν τα συνδικάτα για τη χαοτική κατάσταση και ανέλαβαν να βγάλουν το βρετανικό Κεφάλαιο απ’ την κρίση διασώζοντας τα κέρδη του με κάθε κόστος.

Κερδίζοντας τις εκλογές της 3ης Μάη 1979 η Θάτσερ ξεκίνησε έναν ανηλεή πόλεμο ενάντια στην εργατική τάξη της Βρετανίας με στόχο να επιβάλλει ένα νέο μοντέλο καπιταλιστικής διαχείρισης: εκτεταμένες ιδιωτικοποιήσεις, περιορισμό του κράτους στην οικονομία (ώστε τα μονοπώλια να έχουν το ελεύθερο στην άκρατη κερδοσκοπία), ξερίζωμα των δομών του κοινωνικού κράτους, αντεργατικές μεταρρυθμίσεις προς όφελος του μεγάλου Κεφαλαίου και των εργοδοτών.

Αστυνομικές δυνάμεις καταδιώκουν εργαζόμενους, κατά τη διάρκεις των μεγάλων απεργιών 1984-85.

Αστυνομικές δυνάμεις καταδιώκουν εργαζόμενους, κατά τη διάρκεια των μεγάλων απεργιών 1984-85.

Μια απ’ τις βασικότερες παραμέτρους του «θατσερισμού» υπήρξε η μεθοδευμένη προσπάθεια διάλυσης των εργατικών συνδικάτων. Πως άλλωστε θα θριάμβευε η πολιτική της ελεύθερης οικονομίας (της κερδοφορίας του κεφαλαίου) εάν δεν απονευρώνονταν πλήρως οι ισχυροί θύλακες αντίστασης της εργατικής τάξης; Η κυβέρνηση των Συντηρητικών ξεκίνησε από τα πιο αδύναμα συνδικάτα και σταδιακά κήρυξε τον πόλεμο στις πλέον ισχυρές εργατικές ενώσεις, όπως αυτή των μεταλλωρύχων της Βρετανίας. Η πολιτική της κυβέρνησης Θάτσερ οδήγησε σε εξαθλίωση τα λαϊκά στρώμματα της χώρας, αναγκάζοντας μεγάλο μέρος της νεολαίας να εξεγερθεί, όπως συνέβη στο Λίβερπουλ, το Μάντσεστερ αλλά και το Λονδίνο το 1981. Την ίδια περίοδο που η βρετανική πλουτοκρατία έπαιρνε «τα πάνω της», οι λαϊκές μάζες βιομηχανικών πόλεων όπως το Λίβερπουλ βυθίζονταν στην ανέχεια και την ανασφάλεια.

Το αντίδοτο στο κύμα λαϊκής δυσαρέσκειας ήταν ένας ιμπεριαλιστικός πόλεμος με «πατριωτικό προσωπείο», ο οποίος θα μπορούσε να λειτουργήσει και αποπροσανατολιστικά για μεγάλο τμήμα των βρετανών. Η ένοπλη ανάμειξη της βρετανικής κυβέρνησης στα νησιά Φώκλαντ, η στρατιωτική σύρραξη με την Αργεντινή αλλά και η άκαμπτη, αποικιοκρατικού-τύπου στάση του Λονδίνου στο θέμα της Βόρειας Ιρλανδίας είχαν ως στόχο να σηκώσουν απ’ το λήθαργο τον μικροαστικό πατριωτισμό των βρετανών. Είναι άλλωστε συχνό φαινόμενο στην σύγχρονη ιστορία βαθιά αντιδραστικές αντιλαϊκές κυβερνήσεις να εμπλέκονται σε ιμπεριαλιστικούς πολέμους προκειμένου να αποπροσανατολίσουν τα λαϊκά στρώματα από τη βαρβαρότητα της ταξικής επίθεσης που έχουν εξαπολύσει, στο εσωτερικό της χώρας, ενάντια σε αυτά. Σε αυτήν της την προσπάθεια η «Σιδηρά Κυρία» δεν θα μπορούσε να βρει καλύτερο σύμμαχο απ’ τον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ Ρόναλντ Ρίγκαν.

Αφίσα του 1981 ενάντια στην πολιτική Θάτσερ απέναντι στους ιρλανδούς αγωνιστές-απεργούς πείνας.

Αφίσα του 1981 ενάντια στην πολιτική Θάτσερ απέναντι στους βορειοιρλανδούς αγωνιστές-απεργούς πείνας.

Η κυβέρνηση της Θάτσερ κατέστειλε με πρωτοφανή αγριότητα τις μεγαλειώδεις κινητοποιήσεις των μεταλλωρύχων την περίοδο 1984-85. Το μήνυμα που ουσιαστικά ήθελε να περάσει η βρετανική κυβέρνηση ήταν πως θα έδειχνε μηδενική ανοχή σε κάθε προσπάθεια εργατικής, λαϊκής αντίστασης στη νεοφιλελεύθερη λαίλαπα. «Αντιληφθήκαμε», σημείωνε ο Μικ ΜακΓκάχεϊ, αντιπρόεδρος της Ένωσης Μεταλλωρύχων Βρετανίας την περίοδο 1972-1987, «την αποφασιστικότητα της κυβέρνησης των Συντηρητικών να χρησιμοποιήσει την κρατική μηχανή εναντίον μας. Προκειμένου να διαλύσει το κοινωνικό κράτος έπρεπε να διαλύσει το εργατικό κίνημα και χρειάστηκε να επιτεθεί πρώτα στους μεταλλωρύχους». Ο στόχος δεν ήταν άλλος απ’ τη δημιουργία ενός οικονομικού και κοινωνικού περιβάλλοντος που θα ευνοούσε, κατά το μέγιστο δυνατό τρόπο, την κερδοφορία των μονοπωλίων. Σε αυτό το πλαίσιο αυξήθηκαν κατακόρυφα τα κέρδη των τραπεζιτών του λονδρέζικου City, ενώ πλατιά λαϊκά στρώματα φτωχοποιήθηκαν με γοργούς ρυθμούς.

Για τους υπέρμαχους της ελεύθερης αγοράς, της εκμετάλλευσης και του καπιταλισμού η Θάτσερ υπήρξε μια «πετυχημένη πολιτικός» – μια «εμπνευσμένη μεταρρυθμίστρια» όπως είχε γράψει, προ πενταετίας, στο βιβλίο συλλυπητηρίων της βρετανικής πρεσβείας ο τότε πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς. Η Θάτσερ υπήρξε πράγματι πετυχημένη. Όχι βέβαια για το λαό, αλλά για το βρετανικό Κεφάλαιο, από αυτήν την άποψη «πέτυχε» ο λεγόμενος «θατσερισμός». Η «Σιδηρά Κυρία» υπήρξε όντως μια «εμπνευσμένη μεταρρυθμίστρια»: έκανε το καλύτερο δυνατό για να ενισχύσει την κερδοφορία των καπιταλιστών, να διαλύσει εργατικά κεκτημένα, να ρημάξει τη βρετανική εργατική τάξη και να επιβάλει ένα μοντέλο πολιτικής που θέτει ως πρώτη προτεραιότητα την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.

Τα αποτελέσματα για το λαό της Βρετανίας ήταν ασφαλώς οδυνηρά. Οι κοινωνικές ανισότητες διευρύνθηκαν σημαντικά, η οικονομία της χώρας αφέθηκε στα νύχια των μονοπωλίων και των τραπεζιτών ενώ τα ποσοστά ανεργίας πήραν την ανιούσα. Σε όλη τη χώρα, αλλά ιδιαίτερα στις λαϊκές, εργατικές συνοικίες, υπήρξε αύξηση της εγκληματικότητας και εκτεταμένο εμπόριο ναρκωτικών ως αποτέλεσμα της κοινωνικής κατάρρευσης που επέφερε η πολιτική Θάτσερ.

Την ίδια περίοδο (1980-1990) που οι μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι και οι βρετανικές πολυεθνικές συσσώρευαν κέρδη, η φτώχεια του πληθυσμού αυξάνονταν. Το 1978 – ένα χρόνο πριν την εκλογή της Θάτσερ στην πρωθυπουργία – το ποσοστό του πληθυσμού που βρίσκονταν κάτω απ’ το 60% του μέσου ετήσιου εισοδήματος ήταν περίπου 13%. Το 1980 είχε εκτιναχθεί πάνω από 15%, το 1988 είχε ξεπεράσει το 20% και το 1990 (χρονιά που η Θάτσερ παραιτήθηκε) άγγιζε το 22.2% του πληθυσμού. Ταυτόχρονα με την αύξηση της ανεργίας και της φτώχειας στα ευρύτερα λαϊκά στρώμματα, συνεχίζονταν το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας σε μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους. Κατά τη διάρκεια της θητείας της Μ.Θάτσερ ιδιωτικοποιήθηκαν, μεταξύ άλλων, κολοσσοί όπως: Britoil (1982), Associated British Ports (1983), Enterprise Oil (1984), Jaguar (1984), British Telecom (1984), British Gas (1986), British Airways (1987), Rolls-Royce (1987), Βρετανική Χαλυβουργία (1988), Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (1990).

Από τις ιδιωτικοποιήσεις προέκυψαν εκατοντάδες χιλιάδες νέοι άνεργοι και το μεγάλο Κεφάλαιο βρήκε πρόσφορο έδαφος για επενδύσεις και νέο κύκλο κερδοφορίας. Οι ηγέτες του Εργατικού Κόμματος, που είχε ηττηθεί το 1979, «ένιπταν τας χείρας τους», ως πολιτικοί πόντιοι πιλάτοι, όταν η κυβέρνηση της Θάτσερ επιχειρούσε τη διάλυση των εργατικών σωματείων και το ξεπούλημα των εταιρειών στους καρχαρίες του μεγάλου κεφαλαίου. Η θρυλική απεργία των μεταλλωρύχων την περίοδο 1984-85 δεν βρήκε καμία υποστήριξη ούτε απ’ τους Εργατικούς του Νέιλ Κίνοκ, ούτε απ’ την Γενική Συνομοσπονδία Εργατών. Η βρετανική σοσιαλδημοκρατία – αυτή που μια δεκαετία αργότερα θα εκφράζονταν απ’ τον Τόνυ Μπλερ – αποδείχθηκε περίτρανα όχι μόνο παράταξη των συμφερόντων του Κεφαλαίου, αλλά άξιο πολιτικό τέκνο του θατσερικού νεοφιλελευθερισμού. Την πεπατημένη της Θάτσερ άλλωστε ακολούθησε η κεντρώα κυβέρνηση του Μπλερ, σε ένα βαθιά αντιλαϊκό πρόγραμμα που για επικοινωνιακούς λόγους- και με σκοπό τον εγκλωβισμό εργατικών λαϊκών μαζών- ονομάστηκε «Τρίτος Δρόμος».

Με τον στενό της φίλο, τον χιλιανό δικτάτορα Αουγούστο Πινοσέτ.

Με τον στενό της φίλο, τον χασάπη του λαού της Χιλής, δικτάτορα Αουγούστο Πινοσέτ.

Η Μάργκαρετ Θάτσερ υπήρξε γνήσια πολιτική εκπρόσωπος του βρετανικού καπιταλιστικού συστήματος. Τόσο στην εσωτερική όσο και στην εξωτερική πολιτική, η πολιτική της Θάτσερ είχε το δικό της ρόλο στις ενδοϊμπεριαλιστικές ανακατατάξεις που έλαβαν χώρα στη παγκόσμια πολιτική σκηνή τη δεκαετία του ’80. Αποτέλεσε δε, κατά κάποιον τρόπο, προοίμιο όσων ακολούθησαν τις επόμενες δύο δεκαετίες: το θρίαμβο της αντεπανάστασης στην ΕΣΣΔ (με την περεστρόϊκα του φίλου της Θάτσερ, Μιχαήλ Γκορμπατσώφ), την ευρωπαϊκή συνθήκη του Μάαστριχτ (1992) και τον βαθύτατα αντιλαϊκό-αντεργατικό χαρακτήρα της, την αιματηρή ιμπεριαλιστική ανάμειξη του ΝΑΤΟ στη Γιουγκοσλαβία και αργότερα το Ιράκ, την πλήρη απελευθέρωση των χρηματιστικών αγορών από την κυβέρνηση Μπ. Κλίντον (1998) με την κατάργηση του διαχωρισμού μεταξύ εμπορικών και επενδυτικών τραπεζών. 

Αν είναι κάτι που, εν τέλει, συμβολίζει ο λεγόμενος «θατσερισμός» αυτό είναι το ασιγαστο ταξικό μίσος της αστικής τάξης, του κεφαλαίου, για την εργατική τάξη. Και προκειμένου να καθυποτάξει την εργατική τάξη χρησιμοποιεί όλα τα μέσα – συμμαχεί με αιμοσταγείς φασίστες τύπου Πινοσέτ και απάνθρωπα καθεστώτα (άπαρτχαιντ Νότιας Αφρικής), μάχεται με αγριότητα ενάντια σε απελευθερωτικά κινήματα (Βόρειος Ιρλανδία), υφαρπάζει τον πλούτο της κοινωνίας και τον δωρίζει στους καπιταλιστικούς αλιγάτορες, βυθίζει στην ανυποληψία και την απόγνωση εργαζόμενους, μειονότητες και μη προνομιούχα στρώματα. Αυτή υπήρξε η κληρονομιά του θατσερισμού, την οποία η εργατική τάξη της Βρετανίας και ολόκληρου του κόσμου δεν πρόκειται να ξεχάσει. Μια κληρονομιά που ουσιαστικά αντικατοπτρίζει τη βάρβαρη φύση του Καπιταλισμού, του εκμεταλλευτικού εκείνου συστήματος που γεννάει κρίσεις, φτώχεια, ανεργία και πολέμους. 

__________________________________________________________________________________________________

Νίκος Μόττας Γεννήθηκε το 1984 στη Θεσσαλονίκη. Είναι υποψήφιος διδάκτορας (Phd) Πολιτικής Επιστήμης, Διεθνών Σχέσεων και Ιστορίας. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες από το Πανεπιστήμιο Westminster του Λονδίνου και είναι κάτοχος δύο μεταπτυχιακών τίτλων (Master of Arts) στις διπλωματικές σπουδές (Παρίσι) και στις διεθνείς διπλωματικές σχέσεις (Πανεπιστήμιο Τελ Αβίβ). Άρθρα του έχουν δημοσιευθεί σε ελληνόφωνα και ξενόγλωσσα μέσα.